Legislator Case Law & Legislation
464/2008 AI generated

464/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 464/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

464/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο διάδικος, όμως, που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη αναίρεση, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την έννοια της πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 464 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 464/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... και 2. ......, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Βερβενιώτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... και 2. ......... Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καρπέτα και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 1130/2001 προδικαστική, 1128/2002 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-7-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 12-1-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά της 1128/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 555 ΚΠολΔ, δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Με την αμέσως πιο πάνω διάταξη, όμοιου περιεχομένου προς εκείνες των άρθρων 514 και 541 του ίδιου κώδικα, θεσπίζεται ο απαγορευτικός κανόνας, κατά το δόγμα του ρωμαϊκού δικαίου non bis in idem, της απαγόρευσης της άσκησης δεύτερης αναίρεσης από τον ίδιο διάδικο και κατά της ίδιας απόφασης προς αποτροπή αλλεπάλληλων δικών με έκτακτα ένδικα μέσα, χάριν της τελεσιδικίας.

Κατ' εξαίρεση από τον πιο πάνω κανόνα είναι επιτρεπτή, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η άσκηση δεύτερης αναίρεσης, όταν η πρώτη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (πρβλ Ολ.Απ 1138/1974 ΝοΒ 23.640). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1,152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ, η παρέλευση άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης συνεπάγεται έκπτωση από αυτή.

Ο διάδικος, όμως, που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη αναίρεση, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την έννοια της πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Η αίτηση υποβάλλεται με το ίδιο δικόγραφο της αναίρεσης ή με χωριστό δικόγραφο ή με τις προτάσεις, που, όμως, πρέπει να κατατεθούν μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου, πρέπει δε να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η αμέσως πιο πάνω προθεσμία, το χρόνο της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου και τα προς απόδειξη αυτών αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη ρύθμιση του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ανώτερη βία, ως λόγος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, διαχωρίζεται από το πταίσμα του δικαστικού πληρεξούσιου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του αιτούντος διαδίκου, που θεωρείται κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ότι δεν συνιστά λόγο επαναφοράς.

Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε παρακωλυτικό της τήρησης δικονομικής προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο (ή ανεπίτρεπτο) και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με τη λήψη μέτρων άκρας επιμελείας και σύνεσης, συνεπαγόμενο αντικειμενικά, χωρίς, δηλαδή, οποιοδήποτε πταίσμα του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου του ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, μη εξαιρουμένης ούτε της ελαφράς αμέλειας των τελευταίων, την παρακώλυση του αιτούντος διαδίκου στην τήρηση της δικονομικής προθεσμίας.

Ειδικότερα, η έννοια της ανώτερης βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου αποτελεί έννοια που ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια εκείνης του ουσιαστικού δικαίου, διάφορο ποιείται, όμως, έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η "δικονομική" ανώτερη βία είναι η κατάστασή της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας από μέρους του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, αδυναμίας ανταπόκρισης σε δικονομικό βάρος του, εξαιτίας της οποίας η διαδικαστική πράξη του πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Η εξειδίκευση, ειδικότερα, της έννοιας της ανώτερης βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου, το οποίο δεν επιδιώκει να εξισορροπήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα των διαδίκων, αλλά τα δημόσια συμφέροντα της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης, αφενός και της ασφάλειας και βεβαιότητας της διαδικασίας, αφετέρου, εναρμονίζεται και με τη θεμελιακή αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), η οποία δεν επιτρέπει την έκπτωση του διαδίκου από την άσκηση δικονομικής ευχέρειας, αν δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα. 'Ετσι, ανώτερη βία, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελεί, μεταξύ άλλων, η εσφαλμένη ενέργεια ή η παράλειψη των υπαλλήλων της γραμματείας του δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων την από 25-1-2003 αίτηση αναίρεσης κατά της 1128/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 908/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, γιατί το δικόγραφό της κατατέθηκε στη γραμματεία του πιο πάνω Εφετείου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, Χαρίλαο Βερβενιώτη, δικηγόρο διορισμένο στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, χωρίς την απαιτούμενη κατά νόμο (άρθρα 44 κα 54 παρ. 4 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος περί Δικηγόρων") σύμπραξη δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών.

Μετά τη δημοσίευση της πιο πάνω απόφασης στις 30-6-2004 και ειδικότερα, στις 7-7-2004, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την ήδη κρινόμενη από 6-7-2004 αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης και κατά ων ίδιων κεφαλαίων της τελευταίας, καθώς και κατά των ίδιων αναιρεσιβλήτων. Στο δικόγραφο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης (δεύτερης) σωρεύουν οι αναιρεσείοντες και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρου 152 και επ.

ΚΠολΔ, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή η πιο πάνω αίτηση αναίρεσης, επικαλούμενοι ότι η απόρριψη της πρώτης, από 25-1-2003, αίτησης αναίρεσής τους ως απαράδεκτης οφείλεται σε ανώτερη βία, που συνίσταται σε αποκλειστικό σφάλμα της αρμόδιας επί των ένδικων μέσων γραμματέα του Εφετείου Πατρών, η οποία ανέγραψε στην οικεία έκθεση κατάθεσής της, ότι η εν λόγω αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Βερβενιώτη, δικηγόρο διορισμένο στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ο οποίος και είχε υπογράψει την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης, ενώ στην πραγματικότητα αυτή (αίτηση αναίρεσης) κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μάρκου, δικηγόρο "παρ' Εφέταις" του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, ο οποίος και υπέγραψε την παραπάνω έκθεση κατάθεσης.

Η ήδη κρινόμενη αίτηση των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, ασκήθηκε δε παραδεκτά με το ίδιο δικόγραφο της από 6-7-2004 αίτησης αναίρεσης μέσα στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 153 του ίδιου Κώδικα τριακονθήμερη προθεσμία και γι' αυτό πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του προβαλλόμενου με αυτή λόγου.

Από το, με επίκληση, προσκομιζόμενο από τους αναιρεσείοντες ακριβές αντίγραφο της από 25-1-2003 αίτησης αναίρεσης προκύπτει, ότι το δικόγραφο αυτό, στο τελευταίο φύλλο του και κάτω από την ένδειξη "Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι" φέρει μόνο την έντυπη σφραγίδα του Χαρίλαου Π. Βερβενιώτη, δικηγόρου στον 'Αρειο Πάγο, διορισμένο στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών με αριθμό μητρώου ....

και πάνω απ' αυτή την υπογραφή του πιο πάνω δικηγόρου. Στο ίδιο φύλλο του δικογράφου της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης υπάρχει και η από 10 Φεβρουαρίου 2003 έκθεση κατάθεσης, στην οποία βεβαιώνεται από την αρμόδια γραμματέα των ένδικων μέσων του Εφετείου Πατρών Θεοδώρα Θεοδωροπούλου ότι "κατατέθηκε σήμερα η παρούσα από τον δικηγόρο Χαρίλαο Βερβενιώτη (...) και καταχωρήθηκε στο βιβλία αναιρέσεων του Εφετείου Πατρών με αριθμό 18".

Το επίμαχο δικόγραφο δεν φέρει άλλη υπογραφή εκτός εκείνης του πιο πάνω πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων και μάλιστα της υπογραφής του φερόμενου ως πληρεξούσιου επίσης δικηγόρου των ίδιων Γεωργίου Μάρκου, δικηγόρου διορισμένου στο Δικηγορικό Σύλλογο Πατρών, κάτω από την προμνημονευόμενη έκθεση κατάθεσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Με τα δεδομένα αυτά, είναι φανερό, ότι το παραπάνω δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Πατρών μόνο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Χαρίλαο Βερβενιώτη χωρίς, δηλαδή, τη σύμπραξη του πληρεξούσιου δικηγόρου των τελευταίων Γεωργίου Μάρκου. Στην ίδια κρίση κατέληξε ο 'Αρειος Πάγος και με την προηγούμενη, 908/2004, απόφασή του, με την οποία απέρριψε την κρινόμενη τότε, από 25-1-2003, αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, για το λόγο που έχει ήδη εκτεθεί, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του βιβλίου εφέσεων του Εφετείου Πατρών, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τότε οι αναιρεσίβλητοι.

Η κρίση αυτή δεν αναιρείται ούτε καν κλονίζεται από τη με επίκληση, προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες, από ...... ένορκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Κονδυλίας Βασιλ. Πααδημητρίου, βεβαίωση του δικηγόρου Γεωργίου Μάρκου, με την οποία ο ίδιος βεβαιώνει, ότι αυτός κατέθεσε το δικόγραφο της από 25-1-2003 αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Πατρών, χωρίς να αντιληφθεί ότι στην οικεία έκθεση κατάθεσης αναφερόταν ως καταθέτης του πιο πάνω δικογράφου ο δικηγόρος Χαρίλαος Βερβενιώτης, που το είχε υπογράψει, ο οποίος, επίσης, όταν παρέλαβε στην κατοχή του το δικόγραφο αυτό, δεν αντιλήφθηκε ότι στο τελευταίο εσφαλμένα φερόταν ο ίδιος ως καταθέτης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, η βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα του Εφετείου Πατρών Θεοδώρας Θεοδωροπούλου, στα καθήκοντα της οποίας αναγόταν η σύνταξη της βεβαίωσης αυτής περί του ότι δηλαδή το προμνημονευόμενο δικόγραφο κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Χαρίλαο Βερβενώτη, αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όλους, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι προσέβαλαν το παραπάνω δικόγραφο, όσον αφορά την επίμαχη βεβαίωση, ως πλαστό. 'Υστερα απ' αυτά, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση, ότι δεν συντρέχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ανώτερη βία, συνισταμένη σε σφάλμα (αβλεψία) της αρμόδιας δικαστικής υπαλλήλου, αλλά, αντίθετα, υπάρχει μόνο σφάλμα του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Χαρίλαου Βερβενιώτη, ο οποίος και κατέθεσε την από 25-1-2003 αίτηση αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Πατρών, χωρίς τη σύμπραξη του απαιτούμενου κατά νόμο (άρθρα 44 και 54 παρ. 4 του ν.δ. 3056/1954 "περί του Κώδικος περί Δικηγόρων").

δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, το οποίο, όμως, έστω και αν οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια του δικηγόρου αυτού, δεν αποτελεί λόγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 2 ΚΠολΔ, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την επισήμανση ότι η περί αυτής αίτηση θα μπορούσε να υποβληθεί αμέσως μετά τη συζήτηση στις 5-5-2004 της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης, οπότε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ανέπτυξε προφορικά τον περί απαραδέκτου της τελευταίας ισχυρισμό του, ενόψει της μη νομότυπης κατάθεσής της, έλαβε δε γνώση του απαραδέκτου αυτού ο παριστάμενος τότε πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων (Χαρίλαος Βερβενιώτης) και όχι εκπρόθεσμα, στις 7-7-2004, μετά, δηλαδή, τη δημοσίευση, στις 30-6-2004, της 908/2004 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που προπαρατέθηκε.

Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και, συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-7-2004 αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, καθώς και την από 6-7-2004, επίσης, αίτηση για αναίρεση της 1128/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ