464/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 464 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated464/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 464 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 464 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 464/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΠΑΕΓΑΕ" και ήδη "ΕΘΝΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ Α.Ε.", ενταύθα εδρευούσης και νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπηλιόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπεκιάρη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2577/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/1/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 20/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 31.10.1953 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΠΑΕ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" και η οποία ισχύει όπως τροποποιήθηκε με την από 14.4.1988 ΕΣΣΕ, συστήθηκε Κοινός Ειδικός Λογαριασμός Επικουρήσεως (ΕΛΕΠ), ο οποίος έχει σαν σκοπό την παροχή μηνιαίας συντάξεως στους απασχολουμένους στην αναιρεσείουσα μισθωτούς, που αποχωρούν από την εργασία τους σύμφωνα με τους όρους αυτής. Κατά το άρθρο 3 της εν λόγω ΕΣΣΕ στον άνω Ειδικό Λογαριασμό μετέχουν υποχρεωτικά και αυτοδίκαια όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι καθώς και όλοι οι προσλαμβανόμενοι υπάλληλοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 6 αυτής δικαιούνται επικουρήσεως (συντάξεως): α) Ι. .
ΙΙ..
ΙΙΙ .. οι αποχωρού-ντες που λαμβάνουν πλήρη σύνταξη από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα ..., β) οι απολυόμενοι από την Π.Α.Ε.Γ.Α.Ε. (αναιρεσείουσα) για σπουδαίο λόγο....καθώς και οι αποχωρούντες της υπηρεσίας εφόσον και στις δύο περιπτώσεις έχουν συμπληρώσει εικοσιπενταετή (25) τουλάχιστον επικουρήσιμη υπηρεσία κατά την απόλυση ή αποχώρηση καθώς και το 55ο έτος της ηλικίας. Εξάλλου, με το άρθρο έβδομο του ν.2436/1996 ορίσθηκαν τα εξής: 1. Μέσα σε 4 μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος, μετατάσσονται μέχρι 150 υπάλληλοι από το τακτικό ή και αορίστου χρόνου με διετή τουλάχιστον συνεχή υπηρεσία προσωπικό της Προνομιούχου Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος (Π.Α.Ε.Γ.Α.Ε.) σε υπηρεσίες και λοιπούς φορείς της παρ. 1 του άρθρου 9 του Νόμ.2266/1994 (ΦΕΚ 218Α) στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, που εδρεύουν στο νομό όπου υπηρετεί ο μετατασσόμενος υπάλληλος. 2. Η μετάταξη γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Ανάπτυξης και του εποπτεύοντος τον φορέα στον οποίο γίνεται η μετάταξη Υπουργού, ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Π.Α.Ε.Γ.Α.Ε. σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και αν, δεν υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις, σε προσωποπαγείς θέσεις που συνιστώνται με την απόφαση της μετάταξης. 3. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 19, 20 και 23 του άρθρου 9 του Νόμ. 2266/1994. Ορίζεται δε με την παρ. 20 του άρθρου 9 του τελευταίου νόμου ότι οι μετατασσόμενοι υπάλληλοι υπάγονται ως προς την κύρια και επικουρική ασφάλιση στους φορείς που υπάγεται το προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία γίνεται η μετάταξη. Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου εβδόμου του ν.2436/1996 που, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση αυτού, θεσπίσθηκαν για την απορρόφηση μέρους του προσωπικού της αναιρεσείουσας εταιρίας ώστε να μην απολυθεί και παραμείνει άνεργο, μετά την συρρίκνωση των δραστηριοτήτων της εξαιτίας της καταργήσεως των τελωνειακών δασμών από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνάγεται ότι με την θεσπιζόμενη μετάταξη, η εργασιακή σχέση του προσωπικού της αναιρεσείουσας που αυτή αφορά, μεταφέρεται κατ΄ επιταγή του νόμου στο νέο φορέα, στον οποίο συνεχίζεται με τη μορφή της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αποκόπτεται δε εφεξής κάθε εργασιακός δεσμός του προσωπικού αυτού με την αναιρεσείουσα, της μετάταξής του ισοδυναμούσας με αποχώρηση αυτού εκ της τελευταίας. Κατά συνέπεια, ο μετατασσόμενος μισθωτός, εξομοιούμενος με αποχωρούντα εκ της υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, δικαιούται την από την άνω ΕΣΣΕ προβλεπόμενη επικουρική σύνταξη, εφόσον κατά το χρόνο της μετάταξής του είχε θεμελιώσει δικαίωμα λήψης αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη, ερήμην της αναιρεσείουσας εκδοθείσα απόφασή του, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, δέχθηκε μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην υπηρεσία της πρώτης των εναγομένων την 10.9.1965 ως υπάλληλος ότι την 1.1.1967 εμονιμοποιήθη σαν λογιστής έκτοτε δε και μέχρι την 31.7.1997, ότε απελύθη απ΄ αυτήν, αφού με απόφαση του ΔΣ επροτάθη η μετάταξή του, η οποία εγένετο με την υπ΄ αριθμ. Φ.47126/ΑΑ 564346/12.6.1997/ΓΕΑ/Β5/1 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσια Διοίκησης - Αποκέντρωσης, Ανάπτυξης και Οικονομικών (ΦΕΚ 144/5/14.7.1997), προσέφερε ανελλιπώς σ΄ αυτήν τις υπηρεσίες του. Ότι με την από 31.10.1953 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία κατηρτίσθη μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του δεύτερου αυτών, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, συνεστήθη κοινός ειδικός λογαριασμός επικουρήσεως, ο οποίος έχει την παροχή μηνιαίας συντάξεως στους δικαιούχους που αποχωρούν από την εργασία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής. Ότι τον Ειδικό Λογαριασμό διαχειρίζεται επταμελής Επιτροπή, συγκροτούμενη κατά τους όρους της ΣΣΕ, κατά το άρθρο δε 17 αυτής σαν εκπρόσωπος του Ειδικού Λογαριασμού ορίζεται η πρώτη των εναγομένων που ενεργεί πάντα σύμφωνα με τις αποφάσεις της Δ/κής Επιτροπής. Ότι το δικαίωμα επικουρήσεως (συντάξεως) σύμφωνα με το άρθρο 6 αυτής (ΣΣΕ) έχουν και οι "...αποχωρούντες της υπηρεσίας εφόσον...έχουν συμπληρώσει 25 έτη επικουρήσιμη υπηρεσία κατά την απόλυση ή αποχώρηση, καθώς και το 55ο έτος της ηλικίας (άρθρ. 6 παρ. 1β περ. 3α). Ότι σύμφωνα με τα αμέσως ανωτέρω, ο ενάγων από την 1.1.1967....και μέχρι την κατά τα άνω απόλυσή του (31.7.1977) κατέβαλε ανελλιπώς το ποσοστό επί των τακτικών του αποδοχών...και συμπλήρωσε το 55ο έτος της ηλικίας του την 31.7.1997. Επομένως είχε συμπληρώσει περισσότερα των 25 ετών, το 55ο έτος της ηλικίας του και είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας λόγω της κατά τα άνω μετατάξεώς του και είχε όλες τις κατά τη σύμβαση προϋποθέσεις για την απονομή επικούρησης. Ότι την 1.7.1999 υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1α, στην πρώτη εναγομένη, αίτηση μετά σχετικής βεβαιώσεως περί αποχωρήσεως από την υπηρεσία του με αίτημα την απονομή επικούρησης, πλην όμως αυτή δια του άνω ειδικού λογαριασμού επικούρησης, ως ούτος εκπροσωπείται, ηρνήθη να του χορηγήσει ταύτην...Τέλος ότι η πρώτη εναγομένη αρνείται να του καταβάλει την άνω επικούρηση από την 1η Αυγούστου 1999 που υπέβαλε τη σχετική αίτηση, δηλαδή μετά την αποχώρησή του, καταλήγει δε το άνω δικαστήριο ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η πρώτη εναγομένη έπρεπε να του έχει καταβάλει 185.000 δρχ. μηνιαίως από 1.8.1999 και μέχρι σήμερα και ότι όσον αφορά το δεύτερο εναγόμενο δεν προέκυψε υποχρέωσή του αναγνώρισης και καταβολής του άνω αιτουμένου ποσού στον ενάγοντα, αφού ούτε από διάταξη νόμου, ούτε από την ειδική ΣΣΕ προκύπτει κάτι τέτοιο, γι΄ αυτό η αγωγή πρέπει ν΄ απορριφθή ως προς αυτό για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως. Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις άνω διατάξεις του ν.2436/1996 και της από 31.10.1953 ΕΣΣΕ. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο δε δεύτερος κατά το μέρος που πλήττει την ίδια απόφαση και για παραβίαση των διατάξεων του νόμου περί διαδοχικής ασφάλισης, οι οποίες δεν προσδιορίζονται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 16 αρ. 6 και 663 αρ. 5 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι διαφορές μεταξύ οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως και των ασφαλισμένων τους από τη σχέση ασφαλίσεως υπάγονται στην καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Και ναι μεν κατά το άρθρο 7 του ν.702/1977 οι ασφαλιστικές διαφορές μεταξύ των ασφαλισμένων και των φορέων οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως υπάγονται, ως διοικητικές διαφορές ουσίας, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου, εξακολουθούν όμως να υπάγονται στα πολιτικά δικαστήριο και να δικάζονται από το μονομελές πρωτοδικείο κατά την εργατική διαδικασία οι ασφαλιστικές διαφορές όταν ο ασφαλιστικός φορέας δεν είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 702/1990 ΝοΒ 39.1090). Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, όπως προκύπτει από την απόφασή του, ότι η ένδικη αγωγή περιέχει διαφορά από τη σχέση ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος στον Ειδικό Λογαριασμό Επικουρήσεως (ΕΛΕΠ) που εκπροσωπείται από την αναιρεσείουσα, η οποία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΑΕ). Κρίνοντας επομένως ότι αυτή υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και στην καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, δικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αριθμ. 4, 5 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης.
Οι ειδικοί λογαριασμοί που συνιστώνται με σ.σ.ε. μεταξύ των εργοδοτών και των εργαζομένων και έχουν σαν σκοπό την παροχή βοηθήματος ή επικουρικής σύνταξης στους τελευταίους, τη σύσταση των οποίων προβλέπει η νομοθεσία στα πλαίσια των ασφαλιστικών οργανισμών και για ασφαλιστικές παροχές (άρθρ. 4 παρ. 7 ΑΝ 1022/1946), δεν έχουν νομική προσωπικότητα για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι νόμιμες κατά περίπτωση διατυπώσεις ούτε αποτελούν ένωση προσώπων προς επιδίωξη σκοπού, αλλά πρόκειται μόνο για συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για συγκεκριμένο σκοπό, στερούμενοι εντεύθεν της ικανότητας να είναι διάδικοι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. β΄ Κ.Πολ.Δ. Κατά συνέπεια σε τέτοιο Λογαριασμό, που ορίσθηκε με την συστατική του πράξη να εκπροσωπείται από τον εργοδότη, ο τελευταίος νομιμοποιείται να ενάγει και να ενάγεται στις διαφορές που προκύπτουν από τη λειτουργία του Λογαριασμού για τους ασφαλισμένους ή τρίτους. Ενόψει αυτών ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την ένδικη αγωγή έναντι της αναιρεσείουσας, ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολογία και εσφαλμένη υπαγωγή των παραδοχών της κατά τη λογική ακολουθία τους, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, σε σχέση με την παθητική νομιμοποίηση αυτής ενόψει των άνω παραδοχών της περί του τρόπου διαχειρίσεως του άνω Λογαριασμού και της εκπροσωπήσεως αυτού και του λόγου απόρριψης της αγωγής έναντι του δευτέρου των εναγομένων Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΠΑΕ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.1.2005 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΑΕΓΑΕ" και ήδη "ΕΘΝΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΑΕ", για αναίρεση της 2577/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ