Legislator Case Law & Legislation
464/2006 AI generated

464/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 464/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Οκτωβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9624/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2967/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

464/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν.3741/1929 συνάγεται ότι στην οριζόντια ιδιοκτησία ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.

Keywords

AI generated
public space deprivation of existing use action for exclusion from co-ownership common property rezoning of building area detailed site development
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 464 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 464/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Μ. του Κ. και 2. Ν. Μ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπόμπορα.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Γ., ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων παιδιών του Γ. Κ. και Σ. Κ., κατοίκων ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βλάση Λούπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε τις από 20 Ιανουαρίου 2006 αποφάσεις, στις οποίες αναφέρει ότι η ως άνω φερομένη ως ανήλικη Σ. Κ. του Α. ενηλικιώθηκε πλέον και εκπροσωπείται από τον ίδιο δια πληρεξουσίου εγγράφου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Οκτωβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9624/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2967/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Νοεμβρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν.3741/1929 συνάγεται ότι στην οριζόντια ιδιοκτησία ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.

Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ν.3741/1929 προκύπτει ότι εκτός από τα ειδικώς αναφερόμενα σ’ αυτή κοινόχρηστα πράγματα, μεταξύ των οποίων και η στέγη της οικοδομής, κοινόχρηστο πράγμα είναι και κάθε άλλο, ο κατά τη φύση του προορισμός του οποίου έγκειται στην εξυπηρέτηση των πλειόνων ιδιοκτητών δια της κοινής χρήσης αυτού.

‘ Ετσι η κλίμακα της οικοδομής η οποία ως εκ της εκ κατασκευής φύσης της προορίζεται δια τη μετακίνηση των πλειόνων ιδιοκτητών από όροφο σε όροφο ή στο δώμα περιλαμβάνεται στα κοινόχρηστα πράγματα της οικοδομής. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν.3741/1929 κατά την οποία επί των ηλιακών δωμάτων (ηλιακωτών) εφαρμόζεται ό,τι και επί της στέγης, προκύπτει ότι το ηλιακωτό δώμα, εξομοιούμενο με τη στέγη, αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα της οικοδομής.

Ηλιακωτό δώμα δε είναι και το ανοικτό μέρος της οικοδομής που επεκτείνεται από το δάπεδο ενός ορόφου μέχρι του κατακορύφου επιπέδου των όψεων του κτιρίου, αποτελεί δε πλάκα οροφής του κάτω απ’ αυτό ορόφου ή διαμερίσματος. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες, με τον όρο ότι δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών και δεν μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό αυτών.

Η διαφορετική συμμετοχή των συνιδιοκτητών στη χρήση κοινοχρήστου μέρους της οικοδομής ή ο αποκλεισμός του κοινοχρήστου χαρακτήρα του και η περιέλευση αυτού αποκλειστικά σε ένα ή περισσότερους ιδιοκτήτες είναι δυνατή λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 του ν.3741/1929 αλλά προϋποθέτει κατά το άρθρο 13 παρ.1 αυτού, συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων (Σ.Μ.) ο οποίος είχε στην κυριότητά του ένα οικόπεδο που βρίσκεται στη διασταύρωση των αναφερόμενων οδών του Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης κατασκεύασε επ’ αυτού, κατά το έτος 1975, οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο ορόφους και δώμα με μικρή αποθήκη επ’ αυτού, την οποία στη συνέχεια με το αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήγαγε στις διατάξεις της οριζόντιας ιδιοκτησίας.

‘ Ότι ακολούθως με το αναφερόμενο συμβόλαιο μεταβίβασε με γονική παροχή, στη θυγατέρα του Ι. Μ. (δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων), 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπογείου και του ισογείου, ολόκληρο τον δεύτερο όροφο και την αποθήκη της ταράτσας και το δικαίωμα της καθ’ υψος επεκτάσεως της οικοδομής, ταυτόχρονα δε, με το αναφερόμενο συμβόλαιο, μεταβίβασε με γονική παροχή στη θυγατέρα του Ν.

Μ. (δεύτερη αναιρεσείουσα) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπογείου και του ισογείου και την ψιλή κυριότητα του πρώτου ορόφου, του οποίου αυτός κράτησε την επικαρπία. ‘ Ότι κατά τα έτη 1992 και 1993 η Ι. Μ. θέλοντας να αξιοποιήσει το δικαίωμα της καθ’ ύψος επέκτασης της οικοδομής και να κατασκευάσει στη ταράτσα νέο διαμέρισμα το οποίο είχε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει ως κατοικία ενιαία με εκείνη του δευτέρου ορόφου στην οποία κατοικούσε με την οικογένειά της, κατεδάφισε την προϋπάρχουσα μικρή αποθήκη και κατασκεύασε νέο κτίσμα εμβαδού περίπου 60 μ2 το οποίο σε συμφωνία και με τους λοιπούς ενδιαφερομένους (αναιρεσείοντες), προς αποφυγή υπερβολικών φορτίων της οικοδομής κλπ.

έκτισε με απλή τοιχοποιϊα ενισχυμένη με "συνάζι", εστέγασε δε αυτό με κεραμοσκεπή πάνω σε ξύλινο σκελετό. Ότι από την αρχική ταράτσα εναπόμεινε ακάλυπτος χώρος περίπου 30 μ2 ο οποίος περιβάλλει το νέο κτίσμα. 'Οτι μετά την προσθήκη του τρίτου ορόφου και προκειμένου να συνδεθεί με το δεύτερο όροφο για να αποτελέσουν ενιαίο διαμέρισμα (μεζονέτα) η Ι.

Μ. προτίμησε ως λύση την ενσωμάτωση στη κατοικία αυτή του πλατύσκαλου του δευτέρου ορόφου και της σκάλας που οδηγούσε (εκ κατασκευής της οικοδομής) από το δεύτερο όροφο στην αρχική ταράτσα. Ότι μέχρι την προσθήκη του τρίτου ορόφου στην οικοδομή υπήρχε σ’ αυτήν κοινόκτητο και κοινόχρηστο δώμα (ταράτσα). 'Οτι η πρόσβαση των συνιδιοκτητών στην ταράτσα εξασφαλιζόταν με το τμήμα του κλιμακοστασίου που βρίσκεται μεταξύ του δευτέρου ορόφου και αυτής, το μέρος δε αυτό της οικοδομής ήταν κοινόκτητο και κοινόχρηστο.

‘ Ότι η επικοινωνία με το εν λόγω τμήμα του κλιμακοστασίου γινόταν από το πλατύσκαλο του δευτέρου ορόφου, το οποίο επίσης ήταν κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της οικοδομής. 'Οτι μετά την καθ’ ύψος επέκταση της οικοδομής και την εκ των πραγμάτων τοποθέτηση κεραμοσκεπής (με τη ρητή, άτυπη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών και προς το συμφέρον πάντων, όπως το αντιλαμβάνονταν τότε) καταργήθηκε η ταράτσα στην οικοδομή και απωλέσθηκε η δυνατότητα των ενοίκων να κάνουν κοινή χρήση ταράτσας σ’ αυτήν.

‘ Ότι μετά την ενσωμάτωση της σκάλας και του πλατύσκαλου στην ενιαία κατοικία (του αρχικού δευτέρου και του νέου τρίτου ορόφου), κατέστη αδύνατη η χρησιμοποίησή τους από οποιονδήποτε άλλο εκτός από τους ενοίκους της ενιαίας κατοικίας. ‘ Ότι επίσης κατέστη αδύνατη για τους άλλους συνιδιοκτήτες της οικοδομής η πρόσβαση στον εναπομείναντα ακάλυπτο χώρο της αρχικής ταράτσας.

Ότι ο χώρος όμως αυτός, μετά την ανοικοδόμηση απέβαλε τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χαρακτήρα του δώματος που είχε προηγουμένως, έχοντας γίνει βεράντα του τρίτου ορόφου και προορίζεται πλέον για την αποκλειστική χρήση του εκάστοτε ιδιοκτήτη του διαμερίσματος αυτού. ‘ Ότι μετά την κατάργηση της ταράτσας, απέβαλαν τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χαρακτήρα τόσο η σκάλα που οδηγεί από το δεύτερο στον τρίτο όροφο όσο και το πλατύσκαλο του δευτέρου ορόφου καθώς και η απόληξη της σκάλας στον τρίτο όροφο, αφού τα μέρη αυτά δεν προορίζονταν πλέονα για την εξυπηρέτηση όλων των συνιδιοκτητών της οικοδομής, αλλά μόνον των ενοίκων της ενιαίας κατοικίας των διαμερισμάτων του δεύτερου και τρίτου ορόφου αυτής.

‘ Ότι αυτό δεν συνέβη επειδή τα μέρη αυτά ενσωματώθηκαν στην άνω κατοικία, αλλά πριν από την ενσωμάτωσή τους, επειδή δεν οδηγούσαν σε κάποιο κοινόκτητο χώρο και δεν μπορούσαν (κατά την εξελιχθείσα φύση των) να χρησιμοποιηθούν από τους άλλους συνιδιοκτήτες, η δε ενσωμάτωσή τους στην ενιαία κατοικία ήλθε ως συνέπεια της μεταβολής του προορισμού των και δεν προσέβαλε κάποιο δικαίωμα των εναγόντων (αναιρεσειόντων) εκ της σχέσεως της οροφοκτησίας.

Και τέλος ότι το γεγονός ότι στη βεράντα του τρίτου ορόφου εξακολουθεί να βρίσκεται κεραία τηλεοράσεως, που τοποθετήθηκε εξ αρχής και εξυπηρετεί την κατοικία του πρώτου ορόφου, δεν μπορεί να μεταβάλει τον επιγενόμενο χαρακτήρα των ως άνω μερών ως πραγμάτων αποκλειστικής χρήσεως, οι δε ιδιοκτήτες του πρώτου ορόφου θα μπορούν να διατηρούν την κεραία στη βεράντα του τρίτου ορόφου, για όσο χρονικό διάστημα θα ανέχονται την ύπαρξή της οι ιδιοκτήτες του όροφου αυτού.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, οι οποίες συνοπτικώς περιέχονται στο αναιρετήριο, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων με την οποία αυτοί ισχυριζόμενοι, μεταξύ των άλλων, ότι δια της ενσωματώσεως από τους αναιρεσιβλήτους και της δικαιοπαρόχου τους του τμήματος του κοινοχρήστου κλιμακοστασίου της οικοδομής που οδηγεί από το δεύτερο όροφο αυτής στην ταράτσα, στην ιδιοκτησία τους, στερήθηκαν της δυνατότητας χρήσης αυτού καθώς και της χρήσης του ακάλυπτου τμήματος της ταράτσας, ζήτησαν την κατεδάφιση των σχετικών κατασκευών, επαναφερομένων των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση κλπ.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, ήτοι δεχόμενο ότι το τμήμα του κλιμακοστασίου που οδηγεί από τον δεύτερο όροφο στην ταράτσα της οικοδομής, επί μέρους της οποίας κατασκευάσθηκε ο τρίτος όροφος και το ακάλυπτο μέρος της ταράτσας που κατά νόμο αποτελεί δώμα, απέβαλαν μετά την ανέγερση του επί της τελευταίας κτίσματος των αναιρεσιβλήτων και την πρόθεση αυτών και της δικαιοπαρόχου τους να καταστήσουν αυτό με το διαμέρισμά τους στο δεύτερο όροφο, ενιαία κατοικία, τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, χωρίς να δέχεται ή να έχει υπάρξει προηγουμένως συμβολαιογραφική συμφωνία, που να έχει μεταγραφεί, μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών της οικοδομής, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν και είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης κατά το μέρος αυτού που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του άνω λόγου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2967/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 8 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ