Supreme Court dismisses appeal on attempt to murder due to lack of specific reasoning and inadmissible evidence review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final conviction for attempted murder with intent. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning and failed to examine mitigating circumstances, while the prosecution contended the subjective intent to kill was clear from the defendant's actions. The court rejected these claims, ruling that the lower court's assessment of intent and the rejection of mitigating factors were not arbitrary and thus did not warrant a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473(3), 510(1)(A), (D), (E) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on a lack of specific reasoning is inadmissible if the lower court's decision is not arbitrary and the contested facts are not subject to re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 463 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 463/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη (η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. .../2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή και Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου K. R. του S. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Βακωνάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 14/2023 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 18 Ιουλίου 2023 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου … , Ε. Κ. , έλαβε αριθμό .../2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2023.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, με αριθμ. ...2023, αίτηση του K. R. του S. , για την αναίρεση της υπ' αρ. 14/2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως επτά(7) ετών, ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του πιο πάνω Δικαστηρίου, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη (στις 30-6-2023) στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.2,3, 474 παρ.1 ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και την έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' ΚΠΔ).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 462 περ. β, 464, 466, 474 παρ.1, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ.1, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτήν αναιρετικών λόγων. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 περ. Δ, αλλά σε συνδυασμό και με ακυρότητα άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ και έλλειψη νομίμου βάσεως) που συνίσταται στο ότι: Η προσβαλλομένη απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του: α) περί μεταβολής της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε επικίνδυνη ή σε βαριά σωματική βλάβη του παθόντος , β) της τέλεσης της πράξης σε κατάσταση άμυνας κατά το άρθρο 22 Π.Κ. συνδυαστικά με πιθανή υπέρβαση των ορίων αυτής κατά άρθρο 23 Π.Κ. , γ) του μειωμένου καταλογισμού του κατηγορουμένου κατά άρθρο 36 παρ.1 Π.Κ. και δ) της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2, περ. ε που συνίσταται στο ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους προβαλλόμενους από τον κατ/νο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Προϋποτίθεται όμως ότι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατ/νο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (ΑΠ 355/2019, ΑΠ 635/2019, ΑΠ 61/2017). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 §1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας η οποία δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μεταβολή κατηγορίας, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ).
Τέτοια μεταβολή υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα. Αντίθετα, δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν το Δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο διώχθηκε και έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τέλεσης αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξης ως ιστορικού γεγονότος, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση, ότι ο ακριβέστερος αυτός προσδιορισμός δεν καθιστά την πράξη ουσιωδώς διάφορη από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η δίωξη (ΑΠ 1017/2020).
Κατά το άρθρο 34 ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, αυτός δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Ενώ, κατά το άρθρο 36 ΠΚ, αν, εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Κατά τις διατάξεις αυτές, ως νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών νοείται κάθε μορφής παραφροσύνη ή φρενοπάθεια ή ολιγοφρενία, που προέρχεται από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, ενώ ως διατάραξη της συνείδησης νοείται κάθε μορφής ψυχική διατάραξη, η οποία δεν συνδέεται με παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, εμφανίζεται σε ψυχικώς υγιή άτομα και είναι από τη φύση της παροδική. Έτσι, αν, λόγω μιας από τις προαναφερόμενες ψυχικές καταστάσεις, ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τον άδικο χαρακτήρα της, ή να συμμορφωθεί με την αντίληψή του αυτή, η πράξη στην πρώτη περίπτωση δεν καταλογίζεται στον δράστη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση επιβάλλεται μειωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 ΠΚ. (Α.Π. 360/2020, Α.Π. 354/2019).
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, δηλαδή της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, ακόμα και κατά την κράτησή του, πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, χωρίς να αρκεί η απλή, καλή και συνήθης συμπεριφορά, όπως η εργασία και η ομαλή οικογενειακή ζωή χωρίς παραβατικότητα και μόνο, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο της έλλειψης παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν και άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, με εξαίρεση την παραβίαση των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1004/2025, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 28/2021, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 20/2020, ΑΠ 1346/2015).
Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων (τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου, από την ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν πρωτόδικα και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :
"Τις πρώτες πρωινές ώρες της 30-9-2018, σε κατάστημα καφέ - μπαρ με την επωνυμία "DYNAMITE", στον χώρο της εμποροπανήγυρης του Άργους Ορεστικού, διασκέδαζαν ως παρέα οι Κ. Κ. του Ν. (παθών), Ν. Κ. του Ν. , Β. Α. του Σ. , Σ. Β. του Κ. και Ε. Μ. , μαζί με άλλους συνδαιτημόνες τους. Στο εν λόγω κατάστημα διασκέδαζε παράλληλα και ο κατηγορούμενος, K. R. , με την παρέα του. Ο τελευταίος κοιτούσε επίμονα προς την ως άνω πρώτη παρέα και δη προς την Ε. Μ. Περί ώρα 12.30 - 01.00 π.μ. , ο εκ των ανωτέρω Σ. Β. πλησίασε τον κατηγορούμενο K. R. και παραπονέθηκε σ' αυτόν ότι κοιτά επίμονα προς την παρέα τους, σε βαθμό που ήταν ενοχλητικό. Ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι δεν κοιτάει αυτόν και πήγε στο τραπέζι τους, όπου ρώτησε τον ανωτέρω Β. Α. αν έχει πρόβλημα που κοιτάει, ο οποίος του απάντησε ότι έχει, οπότε ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε "πάμε έξω". Κατόπιν, εξήλθαν του ως άνω καταστήματος ο κατηγορούμενος K. R. , οι Β. Α. και Σ. Β. , ενώ τους ακολούθησαν οι Κ. Κ. και Ν. Κ.
Εκεί ο K. R. λογομάχησε έντονα αρχικά με τους Β. Α. και Σ. Β. και στη συνέχεια με τον Κ. Κ. , στον οποίο επίσης είπε στα αλβανικά να φύγει και να πάει στην παρέα του και όταν ο τελευταίος του απάντησε ότι αυτή είναι η παρέα του, ο κατηγορούμενος είπε επί λέξει στους Κ. Κ. , Σ. Β. και Β. Α. "αυτό θα το πληρώσετε, τώρα θα δείτε τι θα πάθετε".
Σημειώνεται ότι οι παραπάνω γνωριζόντουσαν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, οι αδελφοί Κ. και ο Σ. Β. είναι συγχωριανοί. Επίσης, πριν από έξι (6) χρόνια, ο κατηγορούμενος χτύπησε τον ανήλικο τότε Ν. Κ. επειδή εξαιτίας του, κατά τη διάρκεια παιχνιδιού τους, έπεσε και χτύπησε στο σαγόνι ο γιός του κατηγορουμένου, οπότε και ο Κ.
Κ. διαμαρτυρήθηκε σ' αυτόν και ζήτησε εξηγήσεις, χωρίς όμως να δοθεί συνέχεια, ενώ ο κατηγορούμενος με τον Β. Α. έκαναν παλαιότερα παρέα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι όλοι τους φοβόντουσαν τον κατηγορούμενο, επειδή είναι μεγαλύτερος σε ηλικία, προκαλούσε φασαρίες και πρόσφατα είχε αποφυλακιστεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών.
Στη συνέχεια οι ανωτέρω επέστρεψαν εντός του κατά τα ανωτέρω καταστήματος, πλην του κατηγορουμένου, ο οποίος αποχώρησε νευριασμένος. Αργότερα, περί ώρα 3.00 π.μ., έτερο πρόσωπο αλβανικής καταγωγής, ονόματι "...", αγνώστων λοιπών στοιχείων, το οποίο νωρίτερα διασκέδαζε μαζί με τον κατηγορούμενο, ειδοποίησε τον Κ.
Κ. ότι τον ζητά ο K. R. Τότε ο Κ. Κ. , κρατώντας το μπουκάλι της μπύρας που έπινε, εξήλθε του καταστήματος, ακολουθούμενος από τον αδελφό του, Ν. Κ. και τους Σ. Β. και Β. Α. Έξωθεν στην πίσω πλευρά του καταστήματος, σε σημείο κοντά σε σταθμευμένη καντίνα, ανέμενε ο κατηγορούμενος. Ο Κ. Κ. τον ρώτησε τι ήθελε και τότε ο τελευταίος άρχισε να του βρίζει την οικογένεια και του είπε "θα σου γαμήσω ό,τι έχεις και δεν έχεις".
Ο Κ. Κ. άφησε την μπύρα, κινήθηκε προς τα πίσω και τότε ο κατηγορούμενος τον έπιασε από το λαιμό. Μόλις είδε αυτό ο Ν. Κ. , φοβούμενος για τον αδελφό του, χτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο τον κατηγορούμενο, με σκοπό να τον απομακρύνει από τον αδελφό του. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος άρχισε να χτυπάει τον Κ. Κ. με γροθιές και κλωτσιές σε όλο του το σώμα και ο τελευταίος ανταπέδωσε τα χτυπήματα.
Αμέσως, ο Β. Α. , λόγω της παλιάς τους γνωριμίας, πλησίασε τον κατηγορούμενο για να του μιλήσει και να τον ηρεμήσει. Ο κατηγορούμενος, όμως, έβγαλε ένα μαχαίρι από το μανίκι του και απευθυνόμενος στον Β. Α. του είπε "φύγε, θα σε σκοτώσω". Τότε ο Α. τον έσπρωξε και έπεσε ο κατηγορούμενος στα κάγκελα που βρισκόντουσαν πίσω του.
Αμέσως όμως σηκώθηκε, ο Α. φώναξε "φύγετε, κρατά μαχαίρι" και ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε τον Κ. Κ. με το μαχαίρι που κρατούσε στο σημείο της καρδιάς. Ο τελευταίος, ο οποίος δεν αντιλήφθηκε αρχικά, λόγω της έντασης της στιγμής, το χτύπημα, πήγε παραδίπλα για να πάρει μία πέτρα και να επιτεθεί στον κατηγορούμενο, δεν τα κατάφερε όμως, είδε το αίμα στα ρούχα του, κατάλαβε τότε ότι μαχαιρώθηκε και κατέρρευσε.
Την στιγμή εκείνη, ήτοι αφού ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε τον Κ. Κ. , ο L. F. (κατηγορούμενος και αυτός πρωτόδικα έχοντας κριθεί ένοχος για επικίνδυνη σωματική βλάβη σε απόπειρα και τετελεσμένη σε βάρος του Ν. Κ. Και στου Σ. Β. , αντίστοιχα, ο οποίος διασκέδαζε και αυτός στο ίδιο καφέ - μπαρ, σε άλλο τραπέζι όμως και με άλλη παρέα, επενέβη στο επεισόδιο, περιέσφιξε τον Σ.
Β. στο λαιμό, κάνοντάς του σχετική λαβή (κεφαλοκλείδωμα), έως ότου εκείνος έπεσε στο έδαφος αναίσθητος, όπου συνέχισε να τον χτυπάει. Στη συνέχεια μάλιστα όταν ο Σ. Β. συνήλθε και προσπάθησε να σηκωθεί, ο άνω ο L. F. τον χτύπησε πάλι στο πρόσωπο, ενώ χτύπησε με γροθιές και κλωτσιές στο πρόσωπο και στο σώμα και τον Ν.
Κ. Στη συνέχεια, ο Ν. Κ. μαζί με τον Β. Α. , ο οποίος ενώ είχε φύγει από το σημείο του επεισοδίου, επέστρεψε με το αυτοκίνητό του, μετέφεραν αιμόφυρτο στο Κέντρο Υγείας Άργους Ορεστικού τον παθόντα Κ. Κ. , από όπου διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Καστοριάς. Εκεί διαγνώσθηκε ότι λόγω αναφερόμενου ξυλοδαρμού και αναφερόμενου μαχαιρώματος στο πρόσθιο τοίχωμα του αριστερού ημιθωρακίου, αυτός έφερε εκδορές γόνατος δεξιά, μικρά κεφαλαιματώματα στο τριχωτό της κεφαλής, οίδημα τραχήλου και θλαστικό τραύμα στο αριστερό ημιθωράκιο.
Επίσης, επειδή διαπιστώθηκε κατά τον κλινικοεργαστηριακό έλεγχο αιμοπερικάρδιο, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του, μεταφέρθηκε αμέσως στην πλησιέστερη εφημερεύουσα καρδιοχειρουργική κλινική στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γεώργιος Παπανικολάου", όπου διαγνώσθηκε ότι πάσχει από τρώση αριστερής κοιλίας καρδιάς από τέμνον και νύσσον όργανο μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό και θλαστικό τραύμα αριστερού ημιθωρακίου, υποβλήθηκε δε αυθημερόν σε επιτυχή καρδιοχειρουργική επέμβαση, ήτοι συρραφή της αριστερής κοιλίας της καρδιάς με μέση στερνοτομή υπό γενική αναισθησία (βλ.
σχετ. την από 01-10-2018 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Καστοριάς και τη με αριθμ. πρωτ. ...2018 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου"). Τέλος, ο κατηγορούμενος μετά την πράξη του τράπηκε σε φυγή και περί ώρα 10.50' της 30-09-2018 προσήλθε αυτοβούλως και παραδόθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Άργους Ορεστικού.
Τα παραπάνω προκύπτουν από τις καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Απολογηθείς ο κατηγορούμενος πρωτόδικα υποστήριξε ότι χτύπησε τον Κ. Κ. αμυνόμενος και ότι δεν ήθελε να εμπλακεί με τους ανωτέρω λόγω του ότι ήταν πρόσφατα αποφυλακισμένος με αναστολή.
Οι υπερασπιστικοί του, ωστόσο, ισχυρισμοί, τους οποίους προέβαλε και ο συνήγορος υπεράσπισής του, δεν κρίνονται πειστικοί, δεδομένου ότι, εάν πράγματι επιθυμούσε να αποφύγει την οποιαδήποτε εμπλοκή, το αναμενόμενο θα ήταν μετά την αποχώρησή του από το κατάστημα να μην επανέλθει. Αντίθετα, εκείνος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επανήλθε και προκάλεσε την εκ νέου συνάντηση, τουλάχιστον, με τον Κ.
Κ. , όπως ρητά κατέθεσαν όλοι οι αυτόπτες εξετασθέντες μάρτυρες, έχοντας, μάλιστα, στον ενδιάμεσο χρόνο προμηθευτεί το μαχαίρι με το οποίο εντέλει έπληξε τον Κ. Κ. Περί αυτού άπαντες οι εξετασθέντες μάρτυρες, κατέθεσαν ότι πλησίον του σημείου του συμβάντος δεν υπήρχε πάγκος με διατιθέμενα προς πώληση, μαχαίρια, οπότε δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι ευρισκόμενος σε άμυνα άρπαξε δήθεν αυτό από κάποιον διπλανό πάγκο.
Αντίθετα, το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων συνηγορεί υπέρ του ότι ο κατηγορούμενος, K. R. , προμηθεύτηκε εκ των προτέρων το μαχαίρι αυτό με σκοπό να πλήξει θανάσιμα τον Κ. Κ. , όπως και έπραξε, μόλις τον συνάντησε.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε άμυνα, επειδή δέχθηκε επίθεση, αποδυναμώνεται ουσιαστικά από το γεγονός ότι ουδέποτε διαπιστώθηκε να φέρει τυχόν σωματικές βλάβες προκληθείσες από τον Κ. Κ. ή από κάποιον άλλον εκ των παρισταμένων στο συμβάν, αντίθετα όπως ο ίδιος είπε απολογούμενος πρωτόδικα "Δεν έπαθα τίποτα". Σημειώνεται ότι τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ο Ν. Κ. χτύπησε τον κατηγορούμενο με γροθιά στο πρόσωπο, αφού τούτο έλαβε χώρα μετά την επίθεση του τελευταίου προς τον αδελφό του και είχε μόνο σκοπό την υπεράσπιση του τελευταίου.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις της άμυνας με υπέρβαση των ορίων της, όπως επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος και πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του αυτός ως αβάσιμος. Από τα παραπάνω, κατέστη προφανές ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε την παραπάνω πράξη, ευρισκόμενος σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε κάποιο επεισόδιο ικανό να προκαλέσει στον ως άνω κατηγορούμενο ψυχική υπερδιέγερση τέτοια, που να φθάνει στο σημείο αποκλεισμού της σκέψης του, δηλαδή της δυνατότητας στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη και που απωθούν από αυτήν.
Σημειώνεται ότι το χτύπημα που δέχθηκε από τον Ν. Κ. δεν ήταν ικανό να τον φέρει σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος είχε προσχεδιάσει τον εγκληματικό του σκοπό, βρισκόταν σε απολύτως ήρεμη ψυχική κατάσταση και απλώς ανέμενε τον Κ. Κ. για να δράσει και να εκτελέσει το εγκληματικό του σχέδιο.
Ο δόλος δε του κατηγορουμένου για την ανθρωποκτονία την οποία επιχείρησε είναι αυταπόδεικτος από τον τρόπο που τελέσθηκε η πράξη, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και το ζωτικό σημείο του σώματος του παθόντος που επλήγη. Ο ως άνω κατηγορούμενος έπληξε τον παθόντα Κ. Κ. με μαχαίρι στην καρδιά, αυτός δε από τύχη δεν απεβίωσε και τούτο επειδή διακομίσθηκε εγκαίρως σε νοσηλευτικά ιδρύματα και υποβλήθηκε αυθημερόν σε επιτυχή χειρουργική επέμβαση.
Η συνειδητή θέληση του ανωτέρω κατηγορουμένου να προκαλέσει το θάνατο του Κ. Κ. προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός, αφού προμηθεύτηκε το μαχαίρι, κάλεσε αυτόν να τον συναντήσει έξω από το κατάστημα που διασκέδαζαν και προέβη σε λίαν πρόσφορη και κατάλληλη για να πετύχει το σκοπό του ενέργεια, η οποία σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης θα επέφερε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, οπωσδήποτε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο του παθόντος τούτου, αφού το πλήγμα ανθρώπου με μαχαίρι στην καρδιά άγει με βεβαιότητα στη θανάτωση του πληγέντος.
Ο επελθών δε σε καίριο σημείο του σώματος τραυματισμός του θύματος στο πλαίσιο της ανθρωποκτόνου πρόθεσης σύμφωνα με τα ανωτέρω αποτελεί χωρίς αμφιβολία αρχή εκτέλεσης της ανθρωποκτονίας και από την άποψη αυτή απόπειρα της τελευταίας, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος προχώρησε αμέσως στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και στη δολοφονική επίθεση προαποφασισμένος προς τούτο και υπό ήρεμη ψυχική και διανοητική κατάσταση.
Εξάλλου δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκονταν σε διαταραχή της πνευματικής του κατάστασης λόγω μέθης, ισχυρισμό που προβάλλει ο ίδιος αλλά και ο συνήγορός του, διότι ανεξαρτήτως από την κατανάλωση ποσότητας αλκοόλ πριν από το επεισόδιο, σημειωτέον ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται το ποσοστό του οινοπνεύματος στο αίμα του κατηγορουμένου, αυτό δεν τον οδήγησε σε απώλεια συνείδησης και μη αντίληψης των πεπραγμένων του και το γεγονός αυτό προκύπτει από την εν γένει συμπεριφορά που αυτός επέδειξε πριν, κατά και μετά την τέλεση της άνω πράξης του.
Ειδικότερα, από τη σειρά των γεγονότων, όπως έλαβαν χώρα και αναφέρθηκαν παραπάνω, τον τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορουμένου κατά τη διάπραξη της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης, τη διαφυγή του από τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος και τη φροντίδα του για την άμεση "απαλλαγή" του από το όπλο του εγκλήματος, το οποίο δεν βρέθηκε μέχρι σήμερα, φανερώνουν ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ευρισκόμενος σε πλήρη διαύγεια.
Υπό τη θεώρηση αυτή των πραγμάτων, ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε την παραπάνω πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας και πνευματικής διαύγειας με ανθρωποκτόνο δόλο. Με την παραδοχή δε αυτή, περί του υποκειμενικού στοιχείου, του συντρέχοντος στο πρόσωπο του κατηγορουμένου σε σχέση με το προαναφερόμενο έγκλημα, προδήλως δεν μπορεί να γίνει λόγος περί μεταβολής της κατηγορίας ταύτης σε αυτή της επικίνδυνης ή της βαριάς σωματικής βλάβης σε βάρος του παθόντος, όπως αβάσιμα ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, ισχυρίζεται, αφού ακριβώς το υποκειμενικό στοιχείο είναι που διαφοροποιεί τα τρία αδικήματα και, εν προκειμένω, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν σκόπευε απλώς τον τραυματισμό του παθόντος, αλλά ενήργησε κατά τρόπο που έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του, αδιαφορών και αποδεχόμενος το αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος.
Με τα ως άνω θεμελιώνεται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθ. 42, 244 § 1 του Π.Κ.) και πρέπει, απορριπτομένων των άνω αντίθετων ισχυρισμών του κατηγορουμένου να κηρυχθεί αυτός ένοχος της άνω πράξης.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του κυρωθέντος με το 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19) Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης.
Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του τέτοιος ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων 5 τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης.
Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίον ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του (ΑΠ 379/2013, ΑΠ 217/2011, ΑΠ 613/2010 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2: α) η υπό στοιχείο γ' που συνίσταται στο ότι "ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, β) η υπό στοιχείο δ' που συνίσταται στο το ότι "επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης και γ) η υπό στοιχείο ε' που συνίσταται στο το ότι "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του" Η αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, υπό καθεστώς ελευθερίας, αλλά ακόμη (ιδιαίτερα μετά την ισχύ του νέου Π.Κ.) και κατά την κράτησή του στις φυλακές, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, καθώς και ηθικής και ψυχικής μεταστροφής του, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξεως του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 425, 215, 153/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 γ', δ' και ε' του Π.Κ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον, με όσα εκτέθηκαν αφενός καμία ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος δεν υπήρξε προηγουμένως και αφετέρου δεν αποδείχθηκε ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα, επιδεικνύοντας μεταστροφή του χαρακτήρα του.
"Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με το ακόλουθο διατακτικό:
".....ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ομόφωνα ένοχο του ότι στο χώρο της εμποροπανήγυρης τους Άργους Ορεστικού, και ειδικότερα, έξω από το κατάστημα - μπαρ με την επωνυμία "DYNAMITE", την 30η.09.2018, τέλεσε ποινικό αδίκημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο, με στερητική της ελευθερίας ποινή και με χρηματική ποινή. Συγκεκριμένα: Στον παραπάνω τόπο και χρόνο και περί ώρα 03.20' π.μ. και ενώ είχε αποφασίσει ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να διαπράξει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος αυτού, πλην όμως, η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του. Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε βάρος του παθόντος (ον) Κ. (επ) Κ. του Ν. και της Β. , έβαλε εναντίον του με το όπλο που έφερε, δηλαδή, ένα μαχαίρι, άγνωστων λοιπών χαρακτηριστικών και τον τραυμάτισε σοβαρά στην αριστερή θωρακική χώρα, με σκοπό να τον σκοτώσει, προκαλώντας του τρώση αριστερής κοιλίας της καρδιάς, θλαστικό τραύμα αριστερού ημιθωρακίου, εκδορές γόνατος δεξιά, μικρά κεφαλαιματώματα στο τριχωτό της κεφαλής, οίδημα τραχήλου.
Πλην όμως, το κακούργημά του δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά διότι ο ανωτέρω παθών με τη βοήθεια τρίτων προσώπων μεταφέρθηκε άμεσα στο νοσοκομείο, με τη δε άμεση μεταφορά του στο νοσοκομείο και την έγκαιρη επέμβαση των γιατρών που ενήργησαν άμεσα καρδιοχειρουργική επέμβαση αποφεύχθηκε ο θάνατος του παθόντος, μη καταφέρνοντας για το λόγο αυτό να ολοκληρώσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που είχε αποφασίσει να τελέσει.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς".
Με βάση τις αναφερόμενες στο σκεπτικό (σε συνδυασμό με το διατακτικό) παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18, 26, 27, 42 παρ. 1,51,52, 53, 57, 79 και 299 παρ. 1, όπως η τελευταία διάταξη ίσχυσε με το νέο (μετά την 1-7-2019) Π.Κ. , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα δε στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι: Το δικαστήριο κατέληξε στη δικανική του κρίση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου, από την ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν πρωτόδικα και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία.
Επίσης κατέληξε στη βεβαία δικανική κρίση ότι (κατά λέξη) "... από τη σειρά των γεγονότων, όπως έλαβαν χώρα και αναφέρθηκαν παραπάνω, τον τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορουμένου κατά τη διάπραξη της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης, τη διαφυγή του από τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος και τη φροντίδα του για την άμεση "απαλλαγή" του από το όπλο του εγκλήματος, το οποίο δεν βρέθηκε μέχρι σήμερα, φανερώνουν ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ευρισκόμενος σε πλήρη διαύγεια.
Υπό τη θεώρηση αυτή των πραγμάτων, ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε την παραπάνω πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας και πνευματικής διαύγειας με ανθρωποκτόνο δόλο ..." Σχετικά δε με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σημειώνονται τα ακόλουθα: Α) Όσον αφορά την αιτίαση περί μεταβολής της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε επικίνδυνη ή σε βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, η προσβαλλομένη δέχθηκε (κατά λέξη) ότι: "...
ο ως άνω κατηγορούμενος έπληξε τον παθόντα Κ. Κ. με μαχαίρι στην καρδιά, αυτός δε από τύχη δεν απεβίωσε και τούτο επειδή διακομίσθηκε εγκαίρως σε νοσηλευτικά ιδρύματα και υποβλήθηκε αυθημερόν σε επιτυχή χειρουργική επέμβαση. Η συνειδητή θέληση του ανωτέρω κατηγορουμένου να προκαλέσει το θάνατο του Κ.
Κ. προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός, αφού προμηθεύτηκε το μαχαίρι, κάλεσε αυτόν να τον συναντήσει έξω από το κατάστημα που διασκέδαζαν και προέβη σε λίαν πρόσφορη και κατάλληλη για να πετύχει το σκοπό του ενέργεια, η οποία σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης θα επέφερε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, οπωσδήποτε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο του παθόντος τούτου, αφού το πλήγμα ανθρώπου με μαχαίρι στην καρδιά άγει με βεβαιότητα στη θανάτωση του πληγέντος.
Ο επελθών δε σε καίριο σημείο του σώματος τραυματισμός του θύματος-στο πλαίσιο της ανθρωποκτόνου πρόθεσης σύμφωνα με τα ανωτέρω αποτελεί χωρίς αμφιβολία αρχή εκτέλεσης της ανθρωποκτονίας και από την άποψη αυτή απόπειρα της τελευταίας, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος προχώρησε αμέσως στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και στη δολοφονική επίθεση προαποφασισμένος προς τούτο και υπό ήρεμη ψυχική και διανοητική κατάσταση.
Εξάλλου δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκονταν σε διαταραχή της πνευματικής του κατάστασης λόγω μέθης, ισχυρισμό που προβάλλει ο ίδιος αλλά και ο συνήγορός του, διότι ανεξαρτήτως από την κατανάλωση ποσότητας αλκοόλ πριν από το επεισόδιο, σημειωτέον ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται το ποσοστό του οινοπνεύματος στο αίμα του κατηγορουμένου, αυτό δεν τον οδήγησε σε απώλεια συνείδησης και μη αντίληψης των πεπραγμένων του και το γεγονός αυτό προκύπτει από την εν γένει συμπεριφορά που αυτός επέδειξε πριν, κατά και μετά την τέλεση της άνω πράξης του.
Ειδικότερα, από τη σειρά των γεγονότων, όπως έλαβαν χώρα και αναφέρθηκαν παραπάνω, τον τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορουμένου κατά τη διάπραξη της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης, τη διαφυγή του από τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος και τη φροντίδα του για την άμεση "απαλλαγή" του από το όπλο του εγκλήματος, το οποίο δεν βρέθηκε μέχρι σήμερα, φανερώνουν ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ευρισκόμενος σε πλήρη διαύγεια.
Υπό τη θεώρηση αυτή των πραγμάτων, ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε την παραπάνω πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας και πνευματικής διαύγειας με ανθρωποκτόνο δόλο. Με την παραδοχή δε αυτή, περί του υποκειμενικού στοιχείου, του συντρέχοντος στο πρόσωπο του κατηγορουμένου σε σχέση με το προαναφερόμενο έγκλημα, προδήλως δεν μπορεί να γίνει λόγος περί μεταβολής της κατηγορίας ταύτης σε αυτή της επικίνδυνης ή της βαριάς σωματικής βλάβης σε βάρος του παθόντος, όπως αβάσιμα ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, ισχυρίζεται, αφού ακριβώς το υποκειμενικό στοιχείο είναι που διαφοροποιεί τα τρία αδικήματα και, εν προκειμένω, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν σκόπευε απλώς τον τραυματισμό του παθόντος, αλλά ενήργησε κατά τρόπο που έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του, αδιαφορών και αποδεχόμενος το αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος.
Με τα ως άνω θεμελιώνεται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθ. 42, 244 § 1 του Π.Κ.) και πρέπει, απορριπτομένων των άνω αντίθετων ισχυρισμών του κατηγορουμένου να κηρυχθεί αυτός ένοχος της άνω πράξης....".
Β) Όσον αφορά την αιτίαση περί της τέλεσης της πράξης σε κατάσταση άμυνας κατά το άρθρο 22 Π.Κ. συνδυαστικά με πιθανή υπέρβαση των ορίων αυτής κατά άρθρο 23 Π.Κ. , η προσβαλλομένη δέχθηκε κατά λέξη ότι: "... περί αυτού άπαντες οι εξετασθέντες μάρτυρες, κατέθεσαν ότι πλησίον του σημείου του συμβάντος δεν υπήρχε πάγκος με διατιθέμενα προς πώληση, μαχαίρια, οπότε δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι ευρισκόμενος σε άμυνα άρπαξε δήθεν αυτό από κάποιον διπλανό πάγκο. Αντίθετα, το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων συνηγορεί υπέρ του ότι ο κατηγορούμενος, K. R. , προμηθεύτηκε εκ των προτέρων το μαχαίρι αυτό με σκοπό να πλήξει θανάσιμα τον Κ. Κ. , όπως και έπραξε, μόλις τον συνάντησε.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε άμυνα, επειδή δέχθηκε επίθεση, αποδυναμώνεται ουσιαστικά από το γεγονός ότι ουδέποτε διαπιστώθηκε να φέρει τυχόν σωματικές βλάβες προκληθείσες από τον Κ. Κ. ή από κάποιον άλλον εκ των παρισταμένων στο συμβάν, αντίθετα όπως ο ίδιος είπε απολογούμενος πρωτόδικα "Δεν έπαθα τίποτα". Σημειώνεται ότι τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο Ν. Κ. χτύπησε τον κατηγορούμενο με γροθιά στο πρόσωπο, αφού τούτο έλαβε χώρα μετά την επίθεση του τελευταίου προς τον αδελφό του και είχε μόνο σκοπό την υπεράσπιση του τελευταίου.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις της άμυνας με υπέρβαση των ορίων της, όπως επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος και πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του αυτός ως αβάσιμος. Από τα παραπάνω κατέστη προφανές ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε την παραπάνω πράξη, ευρισκόμενος σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε κάποιο επεισόδιο ικανό να προκαλέσει στον ως άνω κατηγορούμενο ψυχική υπερδιέγερση τέτοια, που να φθάνει στο σημείο αποκλεισμού της σκέψης του, δηλαδή της δυνατότητας στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη και που απωθούν από αυτήν. Σημειώνεται ότι το χτύπημα που δέχθηκε από τον Ν. Κ. δεν ήταν ικανό να τον φέρει σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος είχε προσχεδιάσει τον εγκληματικό του σκοπό, βρισκόταν σε απολύτως ήρεμη ψυχική κατάσταση και απλώς ανέμενε τον Κ. Κ. για να δράσει και να εκτελέσει το εγκληματικό του σχέδιο. Ο δόλος δε του κατηγορουμένου για την ανθρωποκτονία την οποία επιχείρησε είναι αυταπόδεικτος από τον τρόπο που τελέσθηκε η πράξη, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και το ζωτικό σημείο του σώματος του παθόντος που επλήγη. ...".
Γ) Όσον αφορά την αιτίαση περί μειωμένου καταλογισμού του κατηγορουμένου κατά άρθρο 36 παρ.1 Π.Κ. , η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι:
"... Εξάλλου δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκονταν σε διαταραχή της πνευματικής του κατάστασης λόγω μέθης, ισχυρισμό που προβάλλει ο ίδιος αλλά και ο συνήγορός του, διότι ανεξαρτήτως από την κατανάλωση ποσότητας αλκοόλ πριν από το επεισόδιο, σημειωτέον ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται το ποσοστό του οινοπνεύματος στο αίμα του κατηγορουμένου, αυτό δεν τον οδήγησε σε απώλεια συνείδησης και μη αντίληψης των πεπραγμένων του και το γεγονός αυτό προκύπτει από την εν γένει συμπεριφορά που αυτός επέδειξε πριν, κατά και μετά την τέλεση της άνω πράξης του.
Ειδικότερα, από τη σειρά των γεγονότων, όπως έλαβαν χώρα και αναφέρθηκαν παραπάνω, τον τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορουμένου κατά τη διάπραξη της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης, τη διαφυγή του από τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος και τη φροντίδα του για την άμεση "απαλλαγή" του από το όπλο του εγκλήματος, το οποίο δεν βρέθηκε μέχρι σήμερα, φανερώνουν ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ευρισκόμενος σε πλήρη διαύγεια.
Υπό τη θεώρηση αυτή των πραγμάτων, ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε την παραπάνω πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας και πνευματικής διαύγειας με ανθρωποκτόνο δόλο. Με την παραδοχή δε αυτή, περί του υποκειμενικού στοιχείου, του συντρέχοντος στο πρόσωπο του κατηγορουμένου σε σχέση με το προαναφερόμενο έγκλημα, προδήλως δεν μπορεί να γίνει λόγος περί μεταβολής της κατηγορίας ταύτης σε αυτή της επικίνδυνης ή της βαριάς σωματικής βλάβης σε βάρος του παθόντος, όπως αβάσιμα ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, ισχυρίζεται, αφού ακριβώς το υποκειμενικό στοιχείο είναι που διαφοροποιεί τα τρία αδικήματα και, εν προκειμένω, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν σκόπευε απλώς τον τραυματισμό του παθόντος, αλλά ενήργησε κατά τρόπο που έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του, αδιαφορών και αποδεχόμενος το αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος.
Με τα ως άνω θεμελιώνεται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (........) και πρέπει, απορριπτομένων των άνω αντίθετων ισχυρισμών του κατηγορουμένου να κηρυχθεί αυτός ένοχος της άνω πράξης".
Δ) Όσον αφορά την αιτίαση περί ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2, περ. ε' που συνίσταται στο ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημά μετά την πράξη του, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι: "... οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 γ', δ' και ε' του Π.Κ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον, με όσα εκτέθηκαν αφενός καμία ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος δεν υπήρξε προηγουμένως και αφετέρου δεν αποδείχθηκε ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα, επιδεικνύοντας μεταστροφή του χαρακτήρα του ...". Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως από την οποία προκύπτει περαιτέρω απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ.1 περ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες αμφισβητούνται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, ως αναφερόμενες σε διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 577 παρ. 2 περ. α' σε συνδ. με άρθρ.578 του ΚΠοινΔ, όπως τροποπ. με τα άρθρα 114 και 115 του ν. 5090/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμ. ...2023 αίτηση του K. R. του S. , για την αναίρεση της υπ' αρ. 14/2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου