Legislator Case Law & Legislation
463/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and procedural error regarding civil damages claim.

Case Number 463/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on civil damages. The appellant argued the lower court failed to consider her health issues and the defendant's fault, claiming abuse of right. The court held these facts did not justify the claim as abusive and dismissed the procedural error argument since the lower court had already ruled the abuse claim invalid. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 para. 1 and 2 of Law 5638/1932; Article 2 para. 1 of Law 17-7/13-8-1923: The exercise of a legal right is not considered abusive merely because the circumstances of the parties are adverse or the claim is not fully supported by the facts, provided the claim is not manifestly unfounded or intended to disrupt legal order.

Keywords

AI generated
abuse of right civil damages procedural error appeal dismissal legal costs health conditions fault attribution

Cited Legislation

AI generated
Article 1 paragraphs 1 and 2 of Law 5638/1932
Article 2 paragraph 1 of Law 17-7/13-8-1923
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraphs 183 and 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 463 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 463/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τασόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Δ. του Δ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Συμεωνίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6052/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-11-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 5638/1932, 2 παράγραφος 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ' ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου, αφενός, και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης), αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (ολικώς ή μερικώς) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου.

Σε περίπτωση που αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται ολοσχερής απόσβεση της απαίτησης του κάθε δικαιούχου έναντι της τράπεζας, ενώ ο συνδικαιούχος, που δεν έκανε την ανάληψη, έχει δικαίωμα αναγωγής, κατά εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν έκανε ανάληψη του ποσού, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 290/2020, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1/2018).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 331/2021, 261/2020, ΑΠ 670/2020).

Για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, και όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης από τον εναγόμενο σε βάρος του οποίου η αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου, προς απόκρουση της έφεσης, και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με λόγο έφεσης (ΑΠ 1741/2017, Α.Π. 312/2016, 1153/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 (1 κατά τη νοηματική του εκτίμηση) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες, ειδικότερα, στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, αλλά έκρινε αυτήν ορισμένη και νόμιμη, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής το αναγκαίο για την θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στοιχείο, ήτοι η ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, που δικαιολογεί την απαίτηση της αναιρεσίβλητης προς απόδοση από την αναιρεσείουσα ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης, που η τελευταία ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό, και όχι μόνον του αναλογούντος στην αναιρεσίβλητη μεριδίου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί αοριστίας για την ως άνω αιτία της αγωγής, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, είχε προταθεί νομίμως από την αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης.

Επί πλέον, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διότι από την επισκόπηση της έφεσης της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι η τελευταία στην κατ' έφεση δίκη δεν προέβαλε με λόγο έφεσης τον ανωτέρω περί αοριστίας ισχυρισμό της, επί του οποίου στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης.

Ανεξαρτήτως αυτών, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίστηκε με αυτή, α) ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα μητέρα της, ως ασκούσα την επιμέλεια του προσώπου της, λόγω του ότι ήταν τότε ανήλικη, κατέθεσε, στις 9-11-2004 και 20-10-2005, το ποσό των 13.200,00 ευρώ και 19.840,00 ευρώ, αντίστοιχα, στον αναφερόμενο κοινό λογαριασμό, που τηρούνταν στην Τράπεζα ...

στο όνομα αυτής (ανήλικης) και της εναγόμενης, β) ότι το ανωτέρω συνολικό ποσό των 33.040,00 ευρώ αποτελούσε την επιδικασθείσα, με δικαστικές αποφάσεις, αποζημίωση υπέρ της ανήλικης ενάγουσας, σε βάρος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... λόγω του επισυμβάντος στις 27-1-1991 τροχαίου ατυχήματος, γ) ότι η εναγόμενη, το έτος 2010, ανέλαβε από τον ως άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό το προαναφερθέν συνολικό ποσό, με το μηδενισμό αυτού, και δ) ότι το ανωτέρω συνολικό ποσό της ανήκε εξολοκλήρου πριν και μετά την ενηλικίωσή της.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, με την κύρια βάση της αγωγής της, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό αυτό νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της ενάγουσας για την απόδοση του ένδικου ποσού, που ήταν κατατεθειμένο στον αναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων, με την επίκληση εσωτερικής σχέσης που θεμελιώνει δικαίωμα επί ολοκλήρου του αναληφθέντος από την εναγόμενη χρηματικού ποσού, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην αγωγή εκτίθενται με επάρκεια η τήρηση του αναφερόμενου κοινού τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα των διαδίκων, το ότι το χρηματικό ποσό των 33.040,00 ευρώ ανήκε, κατά την εσωτερική τους σχέση, αποκλειστικά στην περιουσία της ενάγουσας και μετά την ενηλικίωσή της, η ανάληψη από την εναγομένη, το έτος 2010, του ανωτέρω ποσού από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, με τον μηδενισμό αυτού, και η άρνηση της εναγομένης να αποδώσει αυτό στην αναιρεσίβλητη.

Δεν απαιτείτο να αναφέρεται ότι η εναγόμενη, τόσο κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας όσο και το διάστημα της ενηλικότητας της ενάγουσας, δεν είχε δικαίωμα ανάληψης και ανάλωσης των χρημάτων για τις στοιχειώδεις ανάγκες και τις δαπάνες τόσο ως ανήλικης όσο και ως ενήλικης, ούτε και ότι ως έχουσα συμπληρώσει, κατά το χρόνο κατάθεσης του χρηματικού ποσού των 19.840,00 ευρώ, το 14ο έτος της ηλικίας της, και εξουσία ελεύθερης διάθεσης του κατατεθέντος αυτού ποσού, κατάρτισε συμφωνία διαχείρισης και χρήσης του ποσού αυτού από την εναγόμενη ούτε ότι υπήρχε συμφωνία να μην προβαίνει σε αναλήψεις ώστε να της αποδώσει το συνολικό ποσό, καθώς δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της ένδικης αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη ως στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων των άρθρων 1 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 5638/1932, 2 παράγραφος 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, 411, 489, 490, 491, 361 ΑΚ δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι πιο πάνω διατάξεις απαιτούν για τη θεμελίωση της αγωγής ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο τέταρτος, από τους αρ. 1 (κατ' εκτίμηση) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493, 1510 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση, την ανατροφή καθώς και την εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα (ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 1016/2019). Η διάταξη του άρθρου 1486 παρ. 2 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι το ανήλικο τέκνο, και αν ακόμη έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του δεν αρκούν για τη διατροφή του, εισάγει σημαντική εξαίρεση στο γενικό κανόνα στην παρ. 1 του ιδίου άρθρου, διότι για την κατάφαση της αδυναμίας αυτοδιατροφής του ανηλίκου τέκνου δεν υπολογίζεται το κεφάλαιο της περιουσίας του (ΑΠ 823/2000), όπως καταθέσεις του στην τράπεζα, που αναλώνεται μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικής ανάγκης και ύστερα από σχετική άδεια του δικαστηρίου και με την προϋπόθεση της διακινδύνευσης της διατροφής του υπόχρεου γονέα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1526 ΑΚ, οι γονείς δεν μπορούν, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, να επιχειρήσουν στο όνομα του τέκνου τις πράξεις που απαγορεύονται και στον επίτροπο ανηλίκου χωρίς άδεια του δικαστηρίου, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1528 ΑΚ, η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης από τους γονείς συνεπάγεται τη σχετική υπέρ του τέκνου ακυρότητα της πράξης.

Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 1529 ΑΚ, οι γονείς χρησιμοποιούν τα εισοδήματα από την περιουσία του τέκνου, την οποία διοικούν, για τη συντήρηση, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, μπορούν επίσης να τα χρησιμοποιήσουν και για τις ανάγκες της οικογένειας, στο μέτρο που αυτό κρίνεται εύλογο και ό,τι περισσεύει περιέρχεται στην περιουσία του τέκνου (παρ. 1) ενώ, σε περιπτώσεις εξαιρετικής ανάγκης μπορούν με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 1526, να χρησιμοποιούν και το κεφάλαιο της περιουσίας του τέκνου (παρ. 2).

Συνεπώς, η χρησιμοποίηση του κεφαλαίου της περιουσίας του ανήλικου τέκνου, για δαπάνες που αφορούν το ίδιο το τέκνο ή την υπόλοιπη οικογένεια, επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικής ανάγκης και ύστερα από σχετική δικαστική άδεια, και εφόσον το κεφάλαιο χρησιμοποιήθηκε για την ανάγκη του τέκνου, δεν υπάρχει υποχρέωση απόδοσης των δαπανηθέντων στο τέκνο.

Οι δαπάνες που γίνονται από τους γονείς για την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου ανήκουν στο περιεχόμενο της διατροφής, που βαρύνουν τους γονείς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1493 εδ.β, 1486 παρ. 2 και για αυτές δεν δημιουργείται αξίωση απόδοσης από τα τέκνα. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 6052/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την κύρια βάση της, και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 33.040 ευρώ, το οποίο είχε αναλάβει από τον τηρούμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους, καθόσον κρίθηκε ότι αυτό ανήκει εξολοκλήρου στην αναιρεσίβλητη, με βάση την εσωτερική τους σχέση, και στη συνέχεια, η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 107/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα επανέφερε, με λόγο έφεσης, τον πρωτοδίκως προβληθέντα, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρισμό της, ότι το ανήκον στην αναιρεσίβλητη κεφάλαιο της αποζημίωσης ποσού 33.040,00 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στον τηρούμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους, ανάλωσε η ίδια για την κάλυψη αναγκών της αναιρεσίβλητης και δη το ποσό 19.040,66 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα που η αναιρεσίβλητη ήταν ανήλικη, ως ασκούσα την επιμέλεια του προσώπου της, ήτοι 10.282,66 ευρώ για δαπάνες διατροφής και 8.758 ευρώ για δικαστικά έξοδα σχετικών δικών για λογαριασμό της σε βάρος του πατέρα της, για τη διεκδίκηση της απαίτησης αυτής για διατροφή, και το υπόλοιπο ποσό των 14.000 ευρώ για την κάλυψη αναγκών της κατά το χρονικό διάστημα μετά την ενηλικίωσή της.

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 28-7-2001 η ενάγουσα - εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη), ηλικίας 10 ετών τότε, ο επίσης ανήλικος αδελφός της, ο πατέρας της Δ. Δ. και η μητέρα της, εναγόμενη - εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), υπέστησαν ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα, ενώ επέβαιναν στο οικογενειακό τους αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο πατέρας της εφεσίβλητης και με αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου.

Οι γονείς της ενάγουσας, τότε, ενεργώντας για λογαριασμό της, λόγω της ανηλικότητάς της, κατέθεσαν αγωγή αποζημίωσης για το ατύχημα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4196/2004 απόφαση, η οποία έκανε μερικά δεκτή την αγωγή.

Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, την 29.10.2004 η ως άνω ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στους γονείς της για λογαριασμό της, το ποσό των 16.500 €. Την 9.11.2004 η εναγομένη, έχουσα την επιμέλεια της ενάγουσας, κατέθεσε στον υπ' αριθμ. 9853113 τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα ..., το ποσόν των 13.200 €, αφού πρώτα αφαίρεσε τα δικαστικά έξοδα.

Στον παραπάνω λογαριασμό συνδικαιούχος ήταν και η ενάγουσα/εφεσίβλητη θυγατέρα της, ενώ η εναγομένη /εκκαλούσα χρησιμοποιούσε το λογαριασμό αυτό και για τις δικές της οικονομίες. Κατά της ως άνω απόφασης, οι γονείς της ενάγουσας/εφεσίβλητης άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7706/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε ατομικά στην ενάγουσα για το πιο πάνω επισυμβάν αυτοκινητικό ατύχημα το ποσό των 36.050 ευρώ.

Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, η ασφαλιστική εταιρία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο του πατέρα της ενάγουσας, κατέβαλε στους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της το επιπλέον ποσό των 25.601,58 ευρώ. Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέθεσε στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό στις 20.10.2005 το ποσό των 19.840 €.

Συνολικά, δηλαδή, η εναγομένη κατέθεσε για λογαριασμό της ενάγουσας στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους το ποσό των 33.040 € (13.200 +19.840), ως αποζημίωση της από το πιο πάνω ατύχημα.... Εξαιτίας του πιο πάνω αυτοκινητικού ατυχήματος, κλονίστηκαν και οι σχέσεις των δύο συζύγων, με αποτέλεσμα την 2.6.2004 να επέλθει οριστικά διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους λόγω της αποχώρησης του Δ.

Δ. από τη συζυγική οικία. Στο πλαίσιο αυτό, με την 2490/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των δύο ανήλικων τέκνων στην εναγομένη/εκκαλούσα, ενώ με την υπ' αριθ. 350/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, της ανατέθηκε οριστικά η επιμέλεια τους. Τα ανήλικα διέμεναν μέχρι την ενηλικίωσή τους με την εναγομένη.

Η ενάγουσα/εφεσίβλητη, ειδικότερα, ενηλικιώθηκε στις 27.1.2009 και συνέχισε να διαμένει με την εναγομένη μέχρι και τις 16.10.2010, οπότε υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο ΚΑΤ, προς αποκατάσταση της στρέβλωσης των δακτύλων της από το ατύχημα. Μετά την επέμβαση μετεγκαταστάθηκε στο σπίτι του πατέρα της, γεγονός που προκάλεσε ουσιαστικά τη ρήξη των σχέσεών της με τη μητέρα της.

Τότε, αναζήτησε από αυτήν και το πιο πάνω ποσά της αποζημίωσης της από το τροχαίο ατύχημα (33.040 €), αλλά εκείνη αρνήθηκε να της το καταβάλει λέγοντάς της ότι δεν έχει τα χρήματα. Κατόπιν αυτού η ενάγουσα απευθύνθηκε στην Τράπεζα, όπου διαπίστωσε ότι ο λογαριασμός, στον οποίο ήταν συνδικαιούχος με τη μητέρα της είχε μηδενιστεί και κλείσει με πρωτοβουλία της μητέρας της.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι, λίγους μήνες νωρίτερα, στις 12-4-2010, η εναγομένη πράγματι μηδένισε τον ως άνω κοινό με την ενάγουσα λογαριασμό, ο οποίος κατά τον πιο πάνω χρόνο είχε υπόλοιπο 70.702 ευρώ. Στην πράξη αυτή προέβη λόγω της επελθούσας στο μεταξύ χειροτέρευσης των μεταξύ τους σχέσεων αλλά και προκειμένου να αποτρέψει την ενήλικη στο μεταξύ ενάγουσα να αναλάβει από τον κοινό λογαριασμό το ποσό των 33.040 ευρώ, που δικαιούνταν ως αποζημίωσή της από το τροχαίο ατύχημα.

Δηλαδή η εναγομένη προέβη στην ανάληψη των χρημάτων για λόγους ισχυρών συζυγικών διαφορών και αντεκδίκησης του πρώην συζύγου της, ο οποίος είχε καταφέρει στο μεταξύ να προσεταιριστεί την εύνοια της κόρης τους. Η ενέργεια αυτή της εναγομένης να μηδενίσει το λογαριασμό έγινε χωρίς δικαίωμα, έγκριση ή οποιαδήποτε συμφωνία με την ενάγουσα, όπως πλήρως αιτιολογημένα δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας κάθε αντίθετο ισχυρισμό της εναγομένης - εκκαλούσας.

Ειδικότερα, δε ο ισχυρισμός της περί ανάλωσης του κρίσιμου ποσού για την κάλυψη αναγκών της τότε ανήλικης θυγατρός της είναι νόμω αβάσιμος, καθόσον η ανάληψη του κεφαλαίου του ανηλίκου απαιτεί,... την συνδρομή περιστάσεων εξαιρετικής ανάγκης και σχετική άδεια του Δικαστηρίου, προϋπόθεση (άδεια Δικαστηρίου), η οποία όμως ουδόλως συντρέχει εν προκειμένω και της οποίας δεν γίνεται επίκληση.

Περαιτέρω δε ουδεμία ειδικότερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αποδείχθηκε για τη διαφορετική κατανάλωση του κρίσιμο χρηματικού ποσού, όπως ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε και η εκκαλουμένη. Άλλωστε, τυχόν οικονομικές διαφορές της εναγομένης με τον πρώην σύζυγό της και πατέρα της ενάγουσας, με αντικείμενο την καταβολή διατροφής από μέρους του, δεν δικαιολογούν την άρνησή της να καταβάλει στην κόρη της την αποζημίωση που της επιδικάστηκε συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος.

Περαιτέρω, η εναγομένη επαναφέρει και με λόγο έφεσης την απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της εφεσίβλητης θυγατρός της να διεκδικήσει το κρίσιμο ποσό της αποζημίωσης, ένσταση, η οποία ορθά απορρίφθηκε πρωτοδίκως καθόσον οι διαφορές της εκκαλούσας με τον πρώην σύζυγό της αλλά και οι δαπάνες για την αποκατάσταση της υγείας της συνεπεία του εξ υπαιτιότητας του πρώτου τραυματισμού της από το αυτοκινητικό ατύχημα, ουδόλως επηρεάζουν την αυτοτελή και ανεξάρτητη αξίωση της ενάγουσας - εφεσίβλητης θυγατρός της στην επιδικασθείσα υπέρ αυτής αποζημίωση, την οποία ουδόλως οφείλει κατά νόμον αλλά ούτε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να εισφέρει υπέρ της μητρός της χωρίς πρόθεση δωρεάς υπέρ αυτής.

Αλλά ούτε και συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας μπορεί να αποδοθεί εις βάρος της από τις όποιες δικαστικές ή εξώδικες διαμάχες των πρώην συζύγων έστω και για την διατροφή της, όπως ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε και η εκκαλουμένη απορρίπτοντας την σχετική ένσταση της εναγομένης....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της, από την εσωτερική σχέση, και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσό των 33.040,00 ευρώ, που ανήκε εξ ολοκλήρου στην τελευταία, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1529 εδ. β' του ΑΚ, που ορίζει ότι οι γονείς μπορούν να χρησιμοποιούν για τις ανάγκες του ανηλίκου και της οικογένειας, τα εισοδήματα από την περιουσία του τέκνου, την οποία διοικούν, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) το ένδικο χρηματικό ποσό, που ανέλαβε η αναιρεσείουσα από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, αποτελούσε κεφάλαιο της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, και καταβλήθηκε ως αποζημίωση αυτής, από την ασφαλιστική εταιρεία στην αναιρεσείουσα ως έχουσα την επιμέλεια την επιμέλεια του προσώπου της τότε ανήλικης αναιρεσίβλητης, και κατατέθηκε από εκείνη στον πιο πάνω κοινό λογαριασμό τους, β) κατά το χρόνο της ανάληψης, το εν λόγω χρηματικό ποσό δεν είχε διατεθεί από την αναιρεσείουσα για την κάλυψη των αναγκών διατροφής της αναιρεσίβλητης είτε ως ανήλικης είτε ως ενήλικης, και ότι η τελευταία εξακολουθούσε, με βάση την εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων διαδίκων, να είναι αποκλειστικός δικαιούχος του ποσού αυτού, γ) η ανάληψη των χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό έγινε από την αναιρεσείουσα για λόγους ισχυρών συζυγικών διαφορών και αντεκδίκησης του πρώην συζύγου της αναιρεσείουσας, και δ) η ενέργεια αυτή της αναιρεσείουσας να μηδενίσει το λογαριασμό έγινε χωρίς δικαίωμα, έγκριση ή οποιαδήποτε συμφωνία με την αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα, με βάση τις παραδοχές αυτές, να δικαιούται η αναιρεσίβλητη να αναζητήσει από την αναιρεσείουσα το αναληφθέν από αυτή χρηματικό ποσό, το οποίο της ανήκε εξ ολοκλήρου κατά την ως άνω εσωτερική σχέση.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1529 εδ β ΑΚ, αφού έπρεπε να αποφανθεί ότι η ανάλωση για λογαριασμό της ανήλικης του κεφαλαίου της περιουσίας της έγινε για την κάλυψη αναγκών της, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές), από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 478/2021, ΑΠ 753/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή ανάλωσε για την κάλυψη αναγκών της αναιρεσίβλητης, ως ανήλικης και ως ενήλικης, το ανήκον σ' αυτή κεφάλαιο της αποζημίωσης ποσού 33.040 ευρώ, που είχε κατατεθεί στον τηρούμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους, με επάλληλη (κατ' εκτίμηση κύρια και επικουρική) αιτιολογία.

Συγκεκριμένα, με την κύρια επάλληλη αιτιολογία το Εφετείο διέλαβε ότι "..στις 12-4-2010, η εναγομένη... μηδένισε τον ως άνω κοινό με την ενάγουσα λογαριασμό...., Στην πράξη αυτή προέβη λόγω της επελθούσας στο μεταξύ χειροτέρευσης των μεταξύ τους σχέσεων αλλά και προκειμένου να αποτρέψει την ενήλικη στο μεταξύ ενάγουσα να αναλάβει από τον κοινό λογαριασμό το ποσό των 33.040 ευρώ, που δικαιούνταν ως αποζημίωσή της από το τροχαίο ατύχημα.

Δηλαδή η εναγομένη προέβη στην ανάληψη των χρημάτων για λόγους ισχυρών συζυγικών διαφορών και αντεκδίκησης του πρώην συζύγου της, ο οποίος είχε καταφέρει στο μεταξύ να προσεταιριστεί την εύνοια της κόρης τους. Η ενέργεια αυτή της εναγομένης να μηδενίσει το λογαριασμό έγινε χωρίς δικαίωμα, έγκριση ή οποιαδήποτε συμφωνία με την ενάγουσα...

Περαιτέρω δε ουδεμία ειδικότερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αποδείχθηκε για τη διαφορετική κατανάλωση του κρίσιμο χρηματικού ποσού,... τυχόν οικονομικές διαφορές της εναγομένης με τον πρώην σύζυγό της και πατέρα της ενάγουσας, με αντικείμενο την καταβολή διατροφής από μέρους του, δεν δικαιολογούν την άρνησή της να καταβάλει στην κόρη της την αποζημίωση που της επιδικάστηκε συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος".

Συνεπώς, με την αιτιολογία αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ανήκον στην αναιρεσίβλητη ποσό του κοινού λογαριασμού, που προερχόταν από την καταβληθείσα από την ασφαλιστική εταιρεία αποζημίωση, δεν είχε αναλωθεί από την αναιρεσείουσα για την κάλυψη αναγκών διατροφής της αναιρεσίβλητης είτε ως ανήλικης είτε ως ενήλικης, αλλά εξακολουθούσε να υπάρχει και κατά το χρόνο της ανάληψης των χρημάτων, η οποία έγινε για άλλους και όχι για τους επικαλούμενους από την αναιρεσείουσα λόγους, ήτοι προκειμένου να αποτραπεί η αναιρεσίβλητη να αναλάβει το πιο πάνω ποσό, εξ αιτίας των ισχυρών συζυγικών διαφορών και για αντεκδίκηση του πρώην συζύγου της αναιρεσείουσας.

Η αιτιολογία αυτή, η οποία κατά τα ανωτέρω δεν επλήγη επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη του προβληθέντος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμού και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Παράλληλα, με την επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αφορούσε την ανάλωση ποσού στο χρονικό διάστημα της ανηλικότητας της αναιρεσίβλητης, ως μη νόμιμο, δεχόμενη ότι "ο ισχυρισμός της περί ανάλωσης του κρίσιμου ποσού για την κάλυψη αναγκών της τότε ανήλικης θυγατρός της είναι νόμω αβάσιμος, καθόσον η ανάληψη του κεφαλαίου του ανηλίκου απαιτεί,...

την συνδρομή περιστάσεων εξαιρετικής ανάγκης και σχετική άδεια του Δικαστηρίου, προϋπόθεση (άδεια Δικαστηρίου), η οποία όμως ουδόλως συντρέχει εν προκειμένω και της οποίας δεν γίνεται επίκληση". Με τους πρώτο και δεύτερο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι το ανήκον στην αναιρεσίβλητη κεφάλαιο της αποζημίωσης ποσού 33.040 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στον τηρούμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους, ανάλωσε η ίδια για την κάλυψη αναγκών της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1529 και 1526 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 135 ΑΚ, καθόσον, ενώ μπορούσε να διαγνώσει με απλό μαθηματικό υπολογισμό, ότι η αναιρεσίβλητη στις 20-10-2005, που κατατέθηκε στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό μέρος της ένδικης απαίτησης ποσού 19.840,00 ευρώ, είχε ήδη συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας της και, συνεπώς, είχε εξουσία ελεύθερης διάθεσης του ανωτέρω ποσού, παρ' όλα αυτά το Εφετείο απαίτησε άδεια του δικαστηρίου για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανάλωση του κεφαλαίου της κατάθεσης αυτής, καίτοι πρόκειται για περιουσία που εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 135 ΑΚ, την οποία η τότε ανήλικη αναιρεσίβλητη μπορούσε να διαθέσει και χρησιμοποιήσει ελεύθερα και, ως εκ τούτου, δεν είχαν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1529 και 1526 ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε με ψευδή ερμηνεία άλλως εσφαλμένη εφαρμογή.

Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα: α) κατά το πρώτο σκέλος, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1526 και 1528 ΑΚ, καθόσον το Εφετείο θεώρησε αυτεπαγγέλτως άκυρη τη διάθεση από αυτήν του ποσού των 19.040,66 ευρώ, λόγω έλλειψης σχετικής άδειας του δικαστηρίου, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε τη σχετική υπέρ αυτής ακυρότητα, και β) κατά το δεύτερο σκέλος, πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1529 εδ.

δ' ΑΚ, καθόσον απαίτησε άδεια του δικαστηρίου, για τη χρήση και ανάλωση του ποσού των 14.000 ευρώ, το οποίο ισχυρίστηκε ότι ανάλωσε για διατροφή της αναιρεσίβλητης κατά τη συνοίκησή τους μετά την ενηλικίωσή της. Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως αλυσιτελείς, διότι ανάγονται, στην επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμος, πλην, όμως, η προπαρατεθείσα κύρια αιτιολογία της, ότι το ανήκον στην αναιρεσίβλητη ποσό του κοινού λογαριασμού δεν αναλώθηκε για την κάλυψη αναγκών αυτής είτε όταν ήταν ανήλικη είτε μετά την ενηλικίωσή της, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν επλήγη αποτελεσματικώς, αφού ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, απορρίφθηκε, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της.

Ανεξαρτήτως αυτών, ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 3 του ΚΠολΔ, του δικογράφου της αγωγής και από την εκτίμηση του περιεχομένου της, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, με την επιδίωξη της επιδίκασης του ένδικου χρηματικού ποσού των 33.040,00 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό των 19.040,66 ευρώ, με βάση την εσωτερική σχέση που συνδέει τους διάδικους, και εκθέτοντας την αυθαίρετη ανάληψη και ανάλωση του ποσού από την εναγόμενη, και τη ρητή απόκρουση της άρνησης της εναγόμενης να της αποδώσει το παραπάνω ποσό, υπέβαλε καθ' υποφορά τη σχετική ακυρότητα οποιασδήποτε διάθεσης από την εναγόμενη του χρηματικού ποσού κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας αυτής.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, ότι απαίτησε άδεια του δικαστηρίου και για την ανάλωση του ποσού των 14.000 ευρώ προς κάλυψη των αναγκών διατροφής της αναιρεσίβλητης μετά την ενηλικίωσή της, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης αφού το Εφετείο, κατά το μέρος αυτό, δεν απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμο λόγω έλλειψης δικαστικής άδειας, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι η ανάληψη από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό έγινε χωρίς δικαίωμα, έγκριση ή οποιαδήποτε συμφωνία με την ενάγουσα και μάλιστα για άλλους λόγους και όχι για την αντιμετώπιση αναγκών διατροφής της αναιρεσίβλητης.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1057/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την ένσταση σχετικής ακυρότητας της διάθεσης του ένδικου χρηματικού ποσού από την αναιρεσείουσα και απέρριψε τον ισχυρισμό της περί ανάλωσης μέρους του κατατεθειμένου στον κοινό λογαριασμό ποσού.

Και ο ερευνώμενος αυτός λόγος πλήττει την επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται, κατά τις προεκτεθείσες σκέψεις, αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται, αυτοτελώς, στην ανεπιτυχώς πληττόμενη ως άνω επάλληλη (κύρια) αιτιολογία της απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, η αναιρεσίβλητη είχε υποβάλει την ακυρότητα της διάθεσης καθ' υποφοράν με την αγωγή της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ ΑΠ 17/1995 και 62/1990).

Απαιτείται, δηλαδή, για το χαρακτηρισμό ως καταχρηστικής της άσκησης του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε, από αυτές η οποία συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για αυτόν (υπόχρεο) επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να επικαλεστεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος.

Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 62/90, ΑΠ 1058/2018, ΑΠ 155/2016).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως πρέπει να ληφθούν αθροιστικά υπόψη, ως "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφιο β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, και αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη, θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθόσον, διαφορετικά, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και, επομένως, δεν μπορεί να θεμελιώσουν τον από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.

Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 534/2020, ΑΠ 782/2014, ΑΠ 623/2011), όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 155/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς θεμελίωση της ένστασής της περί καταχρηστική άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, και δη ότι είχε προκληθεί σ' αυτήν δικαιολογημένη και εδραία πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκούσε την ένδικη αγωγή σε σχέση με ανύπαρκτο στην πραγματικότητα όφελος της, από την άσκηση της αγωγής, και ότι η ενάσκηση της αξίωσης τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, και συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες λαμβάνοντας υπόψη και τη βεβαρημένη κατάσταση της υγείας της, αρκεσθείσα στην απόρριψη της ένστασης αυτής ως μη νόμιμης, με την αιτιολογία ότι "οι διαφορές της εκκαλούσας με τον πρώην σύζυγό της αλλά και οι δαπάνες για την αποκατάσταση της υγείας της συνεπεία του εξ υπαιτιότητας του πρώτου τραυματισμού της από το αυτοκινητικό ατύχημα, ουδόλως επηρεάζουν την αυτοτελή και ανεξάρτητη αξίωση της ενάγουσας - εφεσίβλητης θυγατρός της στην επιδικασθείσα υπέρ αυτής αποζημίωση, την οποία ουδόλως οφείλει κατά νόμον αλλά ούτε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να εισφέρει υπέρ της μητρός της χωρίς πρόθεση δωρεάς υπέρ αυτής".

Ωστόσο, η επικαλούμενη ως άνω παράλειψη του Εφετείου δεν ιδρύει, τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, καθόσον, τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ως μη πληρούντα τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις ουσιαστικής ευδοκίμησης της προτεινομένης ένστασης.

Εξάλλου, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, είναι απαράδεκτος, διότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη, ενώ ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης με το οποίο, πλην άλλων, η ένσταση κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, ΑΠ 1935/2019), όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 191 παρ. 183, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-11-2018 αίτηση της Μ. Κ. του Γ. για αναίρεση της με αριθμό 107/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ