463/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated463/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 463 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 463/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Λ. Λ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αγγελική Αβαρλή Κυριαζή Των αναιρεσίβλητων:1. Σ. Κ. του Ι., 2.Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Δαμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 3. Μαρίας Ρογγότη του Γεωργίου, κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. 5646/11-2-2009 και 382/8-1-2015 αγωγές των ήδη αναιρεσειβλήτων και του αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10039/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1351/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-12-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).
Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. Ρ. του Γ. τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 24-10-2018, όσο και κατά την προκείμενη νέα δικάσιμο της 20-2-2019, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.
Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχαν επισπεύσει οι παριστάμενες δύο πρώτες των αναιρεσίβλητων και ότι η απολιπόμενη τρίτη αναιρεσίβλητη είχε κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο (24-10-2018) νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από την υπ' αριθμ. ...38 Γ'/16-4-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Θ.
Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενες αναιρεσίβλητες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 27-12-2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1351/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 24-10-2018 και κλήση προς την τρίτη αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτήν.
Επομένως, αφού η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ΚΠολΔ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1 εδ. α ΑΚ. σαφώς συνάγεται ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη εφόσον αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί απ' αυτόν. Ο νόμος απαίτησε την καθ' ολοκληρία γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης από το χέρι του ίδιου του διαθέτη προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, μη επιτρέποντας την επέμβαση ξένης χειρός σ' αυτήν, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ' αρχής μέχρι τέλους, το οποίο επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη υπογραφή του διαθέτη (Α.Π.579/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 9/2016).
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, σχετικά με τις δύο ένδικες αγωγές των διαδίκων, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των επίμαχων ιδιόγραφων διαθηκών της διαθέτιδας Π. Λ., μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 30-6-2006, απεβίωσε, στη Θεσσαλονίκη, όπου κατοικούσε εν ζωή, η Π.
χήρα Α. Λ., το γένος Κ. Χ.. Ακολούθως, εμφανίστηκαν δύο διαθήκες, οι οποίες φέρεται ότι συντάχθηκαν από αυτή και συγκεκριμένα, η από 30- 10-2005 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. 1754/10-11-2006 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτό διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 25066/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 39165/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν αιτήσεων των δύο πρώτων εφεσιβλήτων και η από 10- 3-2006 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ.367/23-2-2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 7191/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατόπιν αιτήσεων του εκκαλούντος.
Με την πρώτη από τις παραπάνω (επίδικες) διαθήκες, η ως άνω αποβιώσασα φέρεται να εγκαθιστά κληρονόμους της τις ενάγουσες της πρώτης αγωγής - 1η και 2η των εναγομένων της δεύτερης αγωγής, οικογενειακές φίλες της, καθώς και την 3η εναγόμενη της δεύτερης αγωγής, ανηψιά της (ήδη εφεσίβλητες), ενώ με τη δεύτερη, εγκαθιστά κληρονόμο της τον εναγόμενο της πρώτης αγωγής και ενάγοντα της δεύτερης, ήδη εκκαλούντα, αδελφό του προαποβιώσαντος συζύγου της.
Ειδικότερα, το κείμενο της από 30-10-2005 διαθήκης, έχει ως εξής: "η Λ. Π. αφήνο μετα το θάνατο μου το ποσοστό από την ετερία τα ακίνητα που έχο στη …. στο δρόμο ... τα χοράφια που έχο στην …. και στήν …. στη …. και το μιράδι μου από την κληρονομιά του θίου μου Ι. Χ. που πέθανε το 1979 από μισά στη Σ. Κ. και στη Κ. Κ. που μεγαλόσαμε μαζή και αγάπησα και με κίταζαν και με βοηθούσαν τόσα χρόνια το μαγαζή στο δρόμο ….
το αφήνο στην ανηψιά μου γιατρό Μ. Ρ. το μαγαζή είναι στην ….". Εξάλλου, το περιεχόμενο της από 10-3-2006 διαθήκης, έχει ως εξής: "Εγώ η Π. Λ. ύστερα απο πολι σκέψη αφήνο στον κουνιάδο μου Λ. Λ. το ποσοστό μου από την ετερία που είναι τα μαγαζιά στην .... Η απόφασι μου ηταν και επιθημία του αντρα μου να τα δοσο μετα τον θανατο μου γιατί τον στάθηκε στην αροστια του εος τον θανατο του.
Δίνο ακόμα τα χρήματα που εχο στην Εθνική τράπεζα γιατί ηταν χρήματα της ετεριας". Σχετικά με τη γνησιότητα της τελευταίας, από 10-3-2006 διαθήκης, αποδείχθηκαν τα εξής: Η γραφολόγος Α. Κ. - Σ., που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 35049/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού έλαβε υπόψη της, όπως η ίδια αναφέρει, συγκριτικό υλικό που πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις, δηλαδή, επαρκές ποσοτικά και κατάλληλο ποιοτικά, αποφάνθηκε ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στην επίδικη διαθήκη, δεν έχει χαραχθεί από το χέρι της Π.
Λ., αλλά είναι πλαστή. Ειδικότερα, η ως άνω γραφολόγος, στην παραπάνω έκθεσή της, επισημαίνει ότι, από τη γραφολογική ανάλυση και αντιπαραβολή της υπό κρίση υπογραφής της διαθέτιδας με τις γνήσιες υπογραφές του συγκριτικού υλικού, διαπίστωσε "αδικαιολόγητη" διαφοροποίηση ως προς τη δομική κατασκευή των γραμμάτων "α, μ, ν" και ως προς τις πρόσθετες επιδιορθωτικές χαράξεις, καθώς στις γνήσιες υπογραφές της χαράσσονται αυθόρμητα, ατημέλητα και αδέξια, ενώ στην υπό κρίση υπογραφή εμφανίζονται προσεκτικά
τοποθετημένες, επιπροσθέτως δε διαπίστωσε ότι από την κρινόμενη υπογραφή απουσιάζει η αυξομείωση της χροιάς του γραφικού νήματος και οι οξύληκτες απολήξεις που εισχωρούν από το προηγούμενο γράμμα στο επόμενο, που αποτελούν ιδιαίτερο γνώρισμα των γνησίων υπογραφών της διαθέτιδας, καθώς και η φυσικότητα χάραξης των γραφικών κινήσεων, η γραφική αστάθεια και η γραφική δυσχέρεια των γνησίων υπογραφών της.
Η ίδια γραφολόγος δεν διατύπωσε άποψη ως προς τη γραφή και αριθμογραφή (ημερομηνία) του κειμένου της επίδικης διαθήκης, λόγω έλλειψης συγκριτικού υλικού. Σημειωτέον ότι, για την απόφανσή της περί της πλαστότητας της υπογραφής που τέθηκε στην ως άνω διαθήκη, δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη. Στο ίδιο συμπέρασμα, ως προς την υπογραφή στην ανωτέρω διαθήκη, κατέληξε και η γραφολόγος Γ.
Ν., στην υπ' αριθμ. έκθ. κατάθεσης 22/4-2- 2011 έκθεσή της, "με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας", όπως κατά λέξη αναφέρει σ' αυτή, ενώ, ως προς τη γραφή και αριθμογραφή της επίμαχης διαθήκης δεν εκφέρει άποψη, λόγω ελλείψεως συγκριτικού υλικού, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι υπάρχουν ουσιώδεις ενδείξεις ότι το σύνολο της εν λόγω διαθήκης χαράχθηκε από το ίδιο πρόσωπο.
Ειδικότερα, καθόσον αφορά στην υπογραφή της παραπάνω διαθήκης, η ως άνω γραφολόγος επισημαίνει ότι αυτή παρουσιάζει σποραδικές ενδείξεις αστάθειας (σύμπλεγμα "Π" και "Λ") και γραφικό τρόμο (κατά τη χάραξη του γράμματος "α"), ευρήματα που δεν συνιστούν, κατά την άποψή της, παθολογικά στοιχεία πραγματικής αυθεντικής γραφής, αλλά προσπάθεια απομίμησης της τελευταίας.
Τούτο διότι, εξετάζοντας τα δείγματα γνησίων υπογραφών (γραμματικού τύπου) της διαθέτιδας, διαπίστωσε "ενδείξεις αστάθειας, δυσκολίας, εν μέρει και αποπροσανατολισμού της χάραξης, ακόμη και σε υπογραφές που χαράχθηκαν το έτος 2000, χωρίς, ωστόσο, η γραφή να αλλοιώνεται σε βαθμό μη ταυτοποίησής της στο φορέα της.
Όταν συναντώνται οι επιδιορθωτικές χαράξεις/επιχαράξεις, τότε οι υπογραφές παύουν να είναι ευανάγνωστες και επέρχεται "χειροτέρευση" της εικόνας γραφής. Κατά τη συγκριτική αντιπαραβολή της υπό κρίση υπογραφής με τις γνήσιες υπογραφές της Π. Λ. διαπιστώθηκαν ουσιώδεις και αδικαιολόγητες ανομοιότητες.
Ειδικότερα, οι επιδιορθωτικές χαράξεις στην υπό κρίση υπογραφή συντελούνται με επιμέλεια και ακρίβεια, οι οποίες δεν συνάδουν με τη συνολική εικόνα της ποιότητας χάραξης της υπό κρίση υπογραφής, αλλά ούτε και με τη γραφική ευχέρεια της Π. Λ., όπως αυτή διαγράφεται στα πολυάριθμα δείγματα γνήσιων υπογραφών που εξετάστηκαν".
Στο ίδιο συμπέρασμα, σχετικά με την επίμαχη υπογραφή και μάλιστα, με βεβαιότητα, κατέληξαν και οι γραφολόγοι Δ. Σ. και Χ. Κ.-Π., οι οποίοι, επιπροσθέτως, εξέφρασαν άποψη και για τη γραφή της εν λόγω διαθήκης, αποφαινόμενοι ότι και αυτή, με βαθμό υψηλής πιθανολόγησης, χαράχθηκε από τη διαθέτιδα, αφού συνέκριναν τη γραφή της διαθήκης με γνήσιες υπογραφές της διαθέτιδας, ενώ, επιπροσθέτως, η δεύτερη των ανωτέρω γραφολόγων συνέκρινε τη γραφή της εν λόγω διαθήκης με τη γραφή της από 30-10-2005 ένδικης διαθήκης.
Αντίθετα, οι γραφολόγοι Ε. Α. και Μ. Φ.-Ξ., καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στην παραπάνω διαθήκη έχει χαραχθεί από την Π. Λ., χωρίς να εκφέρουν άποψη για τη γνησιότητα της γραφής στην ίδια διαθήκη, λόγω έλλειψης κατάλληλου συγκριτικού υλικού. Ειδικότερα, η Ε. Α., η οποία κατέληξε στο παραπάνω συμπέρασμα, σχετικά με την υπογραφή της διαθέτιδας, με πιθανολόγηση, λόγω ελλείψεως πρόσφατου συγκριτικού υλικού, αναφέρει, στην από 10-4-2008 έκθεσή της, ότι η υπό κρίση υπογραφή, συγκρινόμενη με τις γνήσιες υπογραφές της Π.
Λ., προσδιορίζεται από τα γραφολογικά χαρακτηριστικά που εξατομικεύουν τη γνήσια υπογραφική της χάραξη, δηλαδή, φέρει το μορφότυπο των γνησίων υπογραφών της διαθέτιδας και χαρακτηρίζεται από ελαφρώς τρομώδη χάραξη, όπως και οι γνήσιες υπογραφές της και εντάσσεται στο πλαίσιο ποικιλομορφίας των γνησίων υπογραφών της Π.
Λ., ενώ η γραφική πίεση τόσο στην υπό κρίση υπογραφή όσο και στις γνήσιες υπογραφές της Π. Λ., φέρει διακυμάνσεις, από κανονική έως αδύναμη, οι δε εντάσεις είναι στα ίδια σημεία. Εξάλλου, η γραφολόγος Μ. Φ.- Ξ., στην από 3-7-2009 έκθεσή της, διατυπώνει την άποψη ότι η υπογραφή στην ως άνω επίδικη διαθήκη, φέρει όλα τα γραφολογικά χαρακτηριστικά των γνησίων υπογραφών της Π.
Λ. και ειδικότερα, έχει τον ίδιο με αυτές μορφότυπο, την ίδια πορεία, την ίδια ταχύτητα χάραξης (χαμηλή) και τον ίδιο αυτοματισμό, καθώς και την ίδια γραφική πίεση, ενώ παρατηρείται ταύτιση και στα ειδικά γραφολογικά χαρακτηριστικά, στους χαρακτήρες δομής και χάραξης. Εξάλλου, σχετικά με τη γνησιότητα της από 30-10-2005 ιδιόγραφης διαθήκης, αποδείχθηκαν τα εξής:
Η γραφολόγος Δ. Β., που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 11/2014 διάταξη του Ανακριτή του 1ου τακτικού τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, αφού έλαβε υπόψη της, όπως η ίδια αναφέρει, επαρκές συγκριτικό υλικό, αποφάνθηκε ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στην επίδικη διαθήκη, είναι γνήσια, καθώς διαπιστώθηκαν όμοια γραφολογικά χαρακτηριστικά και όμοιος γραφικός αυτοματισμός σε σχέση με τα συγκριτικά δείγματα των γνησίων υπογραφών της διαθέτιδας.
Στο ανωτέρω συμπέρασμα κατέληξε με "ασφάλεια και βεβαιότητα". Στο ίδιο συμπέρασμα, με μετρίου, όμως, βαθμού πιθανολόγηση, κατέληξε και για τη γραφή του κειμένου της επίδικης διαθήκης, δηλαδή, ότι και αυτή είναι γνήσια. Ειδικότερα, καθόσον αφορά στην υπογραφή της παραπάνω διαθήκης, η ως άνω γραφολόγος επισημαίνει ότι αυτή παρουσιάζει ταύτιση με τις συγκριτικές υπογραφές, ως προς τη δομική μορφολογία των επιμέρους χαρακτήρων (εναρκτήριο σύμβολο του "Π", γράμματα α, μ, ν, η), τη ληκτική παράφα, την οριζόντια ανάπτυξη, τη μερικώς δεξιά κλίση, την ελαφρώς ανοδική κατεύθυνση, την πίεση και ποιότητα του γραφικού νήματος και τα ιδιαίτερα ιδιωματικά στοιχεία.
Επισημαίνει, ωστόσο, ότι διαπιστώθηκε και διαφοροποίηση ως προς το σημείο έναρξης του κάθετου στελέχους του γράμματος "μ" και συγκεκριμένα, ότι σε καμία υπογραφή δεν εντοπίστηκε αντίστοιχο σημείο έναρξης από τη βάση του κεντρικού τμήματος του γράμματος, κρίνοντας, όμως, την εν λόγω διαφοροποίηση ως συμπτωματική και μη αντιφάσκουσα με τα υπόλοιπα γραφολογικά σημεία ταύτισης, ενόψει της ιδιαίτερης επιβράδυνσης που παρουσιάζει η γραφική πορεία της υπογραφής, στο πλαίσιο της προχωρημένης γραφικής αποδιοργάνωσης που έχει επέλθει κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης.
Εξάλλου, για τον έλεγχο της γνησιότητας της γραφής της παραπάνω διαθήκης, η ως άνω γραφολόγος δεν είχε στη διάθεσή της συγκριτικό υλικό, χρησιμοποίησε δε, ως συγκριτικό υλικό, γνήσιες υπογραφές της διαθέτιδας, σημειώνοντας ότι, επειδή όλες οι γνήσιες υπογραφές της διαθέτιδας είναι γραμματικού τύπου, περιέχουσες έστω και ελάχιστους γραμματικούς χαρακτήρες, είναι εφικτό και δεοντολογικά επιτρεπτό να πραγματοποιηθεί συγκριτική αντιπαραβολή μεταξύ των μεμονωμένων γραμματικών χαρακτήρων της υπογραφής (τόσο της κρινόμενης όσο και των συγκριτικών υπογραφών) και των αντιστοίχων χαρακτήρων της γραφής του κειμένου της εν λόγω διαθήκης.
Στο ίδιο συμπέρασμα, σχετικά με τη γνησιότητα της από 30- 10-2005 διαθήκης, κατέληξαν και οι γραφολόγοι Χ. Κ.-Π. και Δ. Σ., στις από 5-9-2012 και 31-10-2012, αντίστοιχα, εκθέσεις τους, συμπέρασμα το οποίο εξήγαγαν με βεβαιότητα, καθόσον αφορά στην υπογραφή της ως άνω διαθήκης και με υψηλή πιθανότητα, καθόσον αφορά στη γραφή αυτής, λόγω της έλλειψης άλλου συγκριτικού υλικού, πλην της συγκρίσεως μεταξύ της γραφής και υπογραφής στην ίδια τη διαθήκη.
Εξάλλου, η γραφολόγος Ε. Α., στην προαναφερόμενη, από 10-4-2008 έκθεσή της, με αφορμή τον έλεγχο γνησιότητας της από 10-3-2006 διαθήκης, σημειώνει ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τη γνησιότητα της εξεταζόμενης, από 30-10-2005 διαθήκης, χωρίς, ωστόσο, να διατυπώνει κάποιο συμπέρασμα, ενόψει του δεν είχε λάβει εντολή να γνωμοδοτήσει σχετικά με τη γνησιότητα και της εν λόγω διαθήκης.
Ειδικότερα, η ως άνω γραφολόγος επισημαίνει ότι, στην από 30-10-2005 διαθήκη, εντόπισε κάποιες ενδείξεις που δημιουργούν ερωτηματικά για τη γνησιότητά της και συγκεκριμένα, δεν υπάρχει συνέπεια στην τρομώδη χάραξη, αλλά, αντίθετα, εμφανίζονται ελάχιστα σημεία τρόμου, τα οποία εναλλάσσονται με κανονική γραφή, η δε χάραξη είναι ελεγχόμενη, χωρίς τον αυθορμητισμό της φυσικής γραφής, ιδιαίτερα στο σχηματισμό του κεφαλαίου γράμματος "Π".
Τέλος, επισημαίνει το σχηματισμό του γράμματος "π" στη λέξη "αγάπησα", εκφράζοντας την υπόνοια ότι αυτό αρχικά είχε γραφεί διαφορετικά και στη συνέχεια, το άτομο που έγραψε τη διαθήκη, φρόντισε να το διορθώσει, ώστε να έχει ομοιότητα με τα υπόλοιπα "π" του κειμένου. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η Π. Λ. και ο προαποβιώσας σύζυγός της, Α., ήταν, επί τριάντα, περίπου, έτη, συγκάτοικοι της οικογένειας Κ., διαμένοντας στην ίδια πολυκατοικία, επί της οδού ...
και σε όμορα διαμερίσματα. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια πολύ στενή φιλική σχέση, ενώ το ζεύγος Λ., το οποίο δεν είχε τέκνα, αντιμετώπιζε τα τέκνα της οικογένειας Κ., δηλαδή, τις δύο πρώτες εφεσίβλητες, σαν δικά του τέκνα, συμβάλλοντας με κάθε τρόπο στην ανατροφή τους και τρέφοντας γι' αυτά εξαιρετικά αισθήματα στοργής.
Μάλιστα, για να είναι ευχερέστερη η μεταξύ τους επικοινωνία, είχαν αφαιρέσει το διαχωριστικό που υπήρχε μεταξύ των εξωστών των δύο διαμερισμάτων, ενώ για τη δεύτερη των εφεσιβλήτων, Σ. Κ., την οποία γνώρισαν από τη γέννησή της, είχαν διαμορφώσει ένα δωμάτιο, στο δικό τους διαμέρισμα, στο οποίο αυτή διέμενε και διανυκτέρευε συχνά, μέχρι και το θάνατο της Π.
Λ.. Ενδεικτικό των ιδιαίτερων σχέσεων που συνέδεαν τις δύο οικογένειες είναι και το γεγονός ότι, το έτος 2003, με το υπ' αριθμ. …08/18-3-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε. Β.-Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Π. Λ. μεταβίβασε στην πρώτη εφεσίβλητη, Σ. Κ., λόγω δωρεάς, την ψιλή κυριότητα του προαναφερόμενου διαμερίσματός της, επί της οδού …. (παρακρατώντας την επικαρπία, εφ' όρου ζωής), καθώς και της παραθεριστικής κατοικίας της, στη Ν.
….. Εξάλλου, ιδιαίτερη σχέση συνέδεε την Π. Λ. και με την τρίτη εφεσίβλητη, η οποία είναι θυγατέρα εξαδέλφης της κα l βοηθούσε, με την ιδιότητά της ως ιατρού, το ηλικιωμένο ζεύγος Λ. και αργότερα τη χήρα, Π. Λ., στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της υγείας τους. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε κάποια ιδιαίτερα στενή σχέση μεταξύ της Π.
Λ. καl του εκκαλούντος, αδελφού του συζύγου της, ενόψει του ότι η κατάθεση της μάρτυρα του, Ε. Π., δεν κρίνεται πειστική, διότι περιέχει αντιφάσεις. Τούτο διότι, η ανωτέρω μάρτυρας, η οποία απασχολούνταν, μία φορά την εβδομάδα, ως οικιακή βοηθός, στην οικία του ζεύγους Λ., αφενός μεν καταθέτει ότι διέκοψε την ως άνω εργασία της, μετά το θάνατο του Α.
Λ., εξαιτίας της συμπεριφοράς της μητέρας των εφεσιβλήτων, Δ. Κ., η οποία ήθελε να την απομακρύνει από την Π. Λ. και να απομονώσει, γενικά, την τελευταία από το οικείο περιβάλλον της, αφετέρου δε διατείνεται ότι η ίδια η Δ.Κ., της είχε εκμυστηρευθεί την πρόθεσή της να αποσπάσει όλη την περιουσία της Π. Λ., προς όφελος της οικογένειάς της.
Σύμφωνα, όμως, με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η μητέρα των ως άνω εφεσιβλήτων, ακόμη και αν είχε πρόθεση να οικειοποιηθεί την περιουσία της διαθέτιδας, δεν θα αποκάλυπτε την πρόθεσή της αυτή στην ως άνω οικιακή βοηθό, την οποία, όχι μόνο δεν εμπιστευόταν, αλλά, κατά τα κατατεθέντα από την εν λόγω μάρτυρα, τη θεωρούσε εμπόδιο στα σχέδιά της, γι' αυτό και φρόντισε να την απομακρύνει.
Επιπροσθέτως, η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ότι ο σύζυγος της διαθέτιδας, πριν το θάνατό του, άφησε στην τελευταία ένα σημείωμα, με το οποίο της ζητούσε να βοηθήσει τα τέκνα του εκκαλούντος, χωρίς, ωστόσο, ο εκκαλών - ο οποίος διατείνεται ότι η διαθέτις του παρέδωσε το εν λόγω έγγραφο, μαζί με την από 10-3-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της - να το προσκομίζει, σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν αυτό είναι αληθές, δεν αποδεικνύει ότι η Π.
Λ. συμμορφώθηκε προς την επιθυμία του θανόντος συζύγου της. Άλλωστε, οι σχέσεις της τελευταίας με την οικογένεια του εκκαλούντος, όπως αποδείχθηκε, διαταράχθηκαν, μετά το θάνατο του συζύγου της, λόγω των διαφωνιών τους σχετικά με την κοινή επιχείρησή τους. Περαιτέρω, η ίδια ως άνω μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι η Π.
Λ. παρέδωσε στον εκκαλούντα, ιδιοχείρως, την από 10- 3-2006 ιδιόγραφη διαθήκη, πλην όμως, η κατάθεσή της δεν κρίνεται πειστική, ενόψει του ότι αναιρείται από την όλη συμπεριφορά του εκκαλούντος. Συγκεκριμένα, αν ο τελευταίος, κατά το χρόνο θανάτου της διαθέτιδας, είχε πράγματι στην κατοχή του την από 10-3-2006 ιδιόγραφη διαθήκη, θα την εμφάνιζε αμέσως προς δημοσίευση, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και δεν θα ενεργούσε, γενικώς, με την βραδύτητα που ενήργησε, ασκώντας την υπό κρίση αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας της έτερης των επιδίκων διαθηκών, μετά την πάροδο σχεδόν δέκα ετών από το θάνατο της διαθέτιδας και ενώ εκκρεμούσε ήδη από εξαετίας η αγωγή περί ακυρώσεως της διαθήκης που ευνοεί τον ίδιο.
Με βάση τα πραγματικά πραγματικά που προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη, από 10-3-2006 διαθήκη, δεν έχει γραφεί και χρονολογηθεί από την Π. Λ., ούτε υπογράφηκε από την ίδια, είναι δε εξ ολοκλήρου πλαστή. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε από τη διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονα και τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων, που διορίστηκαν από τον Ανακριτή, κατά τα ανωτέρω, καθώς και από τις γραφολογικές γνωματεύσεις των γραφολόγων Δ.
Σ. και Χ. Κ.-Π., οι οποίοι στηρίζονται σε συγκριτικό υλικό αδιαμφισβήτητης γνησιότητας και διατυπώνουν το συμπέρασμά τους σχετικά με την πλαστότητα της υπογραφής της διαθέτιδας, με βαθμό βεβαιότητας, δεν αναιρείται δε από τις προαναφερόμενες γραφολογικές γνωματεύσεις των γραφολόγων Ε. Α. και Μ. Φ. - Ξ., οι οποίες δεν αποφαίνονται με βεβαιότητα για τη γνησιότητα της υπογραφής της διαθέτιδας στην εν λόγω διαθήκη, αλλά περιορίζονται στην πιθανολόγηση.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι πλαστογράφος αυτής είναι ο εκκαλών, διότι δεν κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθεί από τους παραπάνω πραγματογνώμονες, το πρόσωπο που χάραξε την υπογραφή στην εν λόγω διαθήκη.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση και έκανε δεκτή την αγωγή των δύο πρώτων εφεσιβλήτων, ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών υποστηρίζει τ' αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η από 30-10-2005 ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια, ήτοι, έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, Π. Λ.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Δ. Β., που συντάχθηκε με εντολή του Ανακριτή, για τη διερεύνηση των σχετικών με τη φερόμενη πλαστότητα της εν λόγω διαθήκης αδικημάτων σε βαθμό κακουργήματος, στην οποία η ως άνω γραφολόγος αποφαίνεται με βαθμό βεβαιότητας για τη γνησιότητα της υπογραφής της διαθέτιδας και με μετρίου βαθμού πιθανολόγηση για τη γνησιότητα της γραφής της επίμαχης διαθήκης, καθώς και από τις γραφολογικές γνωματεύσεις των γραφολόγων Δ.
Σ. και Χ. Κ.-Π., στις οποίες διατυπώνεται το ίδιο συμπέρασμα. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις παρατηρήσεις που έχει διατυπώσει στην προαναφερόμενη, από 10-4-2008 γνωμοδότησή της, η γραφολόγος Ε. Α., διότι η εν λόγω διαθήκη δεν αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης της παραπάνω γραφολόγου, αφού η εντολή που είχε λάβει αφορούσε την έρευνα της πλαστότητας της έτερης των επιδίκων διαθηκών.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την αγωγή του εκκαλούντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι έφεσης, με τους οποίους αυτός υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αφενός ότι η ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως ακυρότητας της επίδικης από 30-10-2005 ιδιόγραφης διαθήκης της ως άνω διαθέτιδας είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και αφετέρου ότι η αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσία και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 10-3-2006 διαθήκης και ότι επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είχε κρίνει ομοίως, δεν έσφαλε, απορρίπτοντας ακολούθως ως ουσιαστικά αβάσιμη την ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσείοντα έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 1718 και 1721 Α.Κ., που εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της από 30-10-2005 ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδας Π.
χήρας Α. Λ., εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις σαφείς παραδοχές ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1721 Α.Κ., που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μεν από 30-10-2005 ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδας Π.
χήρας Α. Λ. έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από την ίδια τη διαθέτιδα, ώστε με βάσιμη και επαρκή αιτιολογία καταλήγει στην κρίση του το Εφετείο ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη είναι καθ' όλα έγκυρη, ενώ η από 10-3-2006 διαθήκη δεν έχει γραφεί και χρονολογηθεί από την Π. Λ., ούτε υπογράφηκε από την ίδια και είναι εξολοκλήρου πλαστή.
Επομένως, οι συναφείς τέταρτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον τέταρτο λόγο αιτιάσεις, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού του ισχυρισμού περί ακυρότητας της από 30-10-2005 ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδας Π.
Λ., για τους επικαλούμενους στην ένδικη αγωγή του λόγους, και στη στήριξη των απόψεών του ότι η εν λόγω διαθήκη δεν είναι έγκυρη, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.), πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτήν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. (Α.Π. 234/2017).
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 α' ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, ότι έσφαλε, υποπίπτοντας σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς : ''α) στηριζόμενη σε δύο εκθέσεις δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, ήτοι στην από 15-1-2015 έκθεση της δικαστικής γραφολόγου Α.
Κ.-Σ. και στην έκθεση της δικαστικής γραφολόγου Γ. Ν., καταλήγει στο παντελώς αστήρικτο συμπέρασμα ότι η από 10-3-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της Π. Λ. είναι πλαστή, αν και δεν εκφέρεται σ' αυτές ευθύ και αναντίρρητο συμπέρασμα περί της πλαστότητας της εν λόγω διαθήκης, β) δεν έλαβε υπόψη της τα τεκμηριωμένα συμπεράσματα σχετικά με τη διαθήκη αυτή, τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση της τεχνικής συμβούλου του αναιρεσείοντος Ε.
Α., η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το γραφολογικό συμπέρασμα της από 15-1-2015 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Α. Κ.-Σ. είναι λανθασμένο ως προς το σκέλος της γνησιότητας της επίδικης διαθήκης, γ) η αιτιολογία της, ότι η υπογραφή της από 10-3-2006 διαθήκης παρουσιάζει τη δυσχέρεια που είναι επακόλουθο της χωρίς αυθορμητισμό χάραξης μιας υπογραφής και ότι επιπλέον η δυσχέρεια στη γραφή οφείλεται στο προχωρημένο της ηλικίας της διαθέτιδας, είναι παραπειστική καθώς αφενός υπόκειται εξίσου εύκολα και σε αντίθετη ανάγνωση, ότι δηλαδή και η πλαστή υπογραφή συνήθως δεν είναι απολύτως όμοια με τη γνήσια υπογραφή, προκειμένου να μην εγερθούν υπόνοιες πλαστογραφίας, και αφετέρου το επιχείρημα περί προχωρημένου της ηλικίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί, πράγμα που δεν έγινε με την απόρριψη της υπ' αρ.
κατ. 382/2015 αγωγής του αναιρεσείοντος, και για την απόδειξη της πλαστότητας της από 30-10-2005 ιδιόγραφης διαθήκης της ίδιας διαθέτιδας και δ) έλαβε ως δεδομένο ότι ο αναιρεσείων δεν είχε καλές σχέσεις με τη διαθέτιδα, παρερμηνεύοντας μάλιστα και μαρτυρικές καταθέσεις'', είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο η παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου και οι πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης από τις οποίες προκύπτει το σφάλμα, το οποίο είχε επίδραση στο διατακτικό της.
Σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, και διότι οι δι' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ.
Α.Π. 12/2000). Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής καθώς και οι ισχυρισμοί που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π.469/1984).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών γραφολόγων Μ. Φ. - Ξ. και Ε. Α., σχετικά με το κύρος της από 10-3-2006 ιδιόγραφης διαθήκης της Π.
Λ., παραθέτοντας ως επιχείρημα κατά της αξιοπιστίας των ως άνω εκθέσεων το γεγονός ότι συντάχθηκαν κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος, για να καταλήξει στο αστήρικτο συμπέρασμα ότι αυτές δεν εκφράζουν βεβαιότητα για τη γνησιότητα της υπογραφής της διαθέτιδας, αλλά περιορίζονται σε πιθανολόγηση, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει, καθώς αφενός η πρώτη δικαστική γραφολόγος εκφράζεται χωρίς περιστροφές σχετικά με την εγκυρότητα της γραφής της εν λόγω διαθήκης και αφετέρου η δεύτερη δικαστική γραφολόγος σε δύο εκθέσεις της υποστηρίζει τη γνησιότητα της γραφής της διαθέτιδας, ενώ το όποιο ίχνος πιθανολόγησης οφείλεται στην απουσία επαρκούς δείγματος και συγκριτικού υλικού.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, τόσο γιατί τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν ''πράγματα'' κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, όσο και γιατί ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν είναι αυτοτελής με την ίδια πιο πάνω έννοια, αλλά συνιστά επιχείρημα του αναιρεσείοντος σχετικά με την εγκυρότητα της ως άνω από 10-3-2006 επίμαχης διαθήκης, που τείνει σε ενίσχυση της βάσης της αγωγής του.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ήδη ισχύει, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2017 αίτηση του Λ. Λ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1351/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ