463/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated463/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα τα ακόλουθα: "Στις 14-4-1994, καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 463 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 463/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Καρακόιδα και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Έ. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Κοκοτό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 917/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2072/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση (αιτιολογημένη ή μη) της αγωγής έντασης κ.λ.π. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 662/2014), Ολ.ΑΠ 469/1984).
Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από τοάρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα έλαβε υπόψη μη προβληθέντα από την αναιρεσίβλητη, θεμελιωτικό του αγωγικού αιτήματος, ισχυρισμό "περί μη παραλαβής της από 10.7.2009, προς αυτήν αποσταλείσας από την ίδια (αναιρεσείουσα) επιστολής, με την οποία η τελευταία προέβαινε στην κατ’ άρθρο 6§2 ν. 2496/97 καταγγελία της μεταξύ τους ασφαλιστικής συμβάσεως".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτοβαθμίων αλλά και των κατ’ έφεση (σελ. 55 και 89 αντίστοιχα) προτάσεων της αναιρεσιβλήτου και ιδίως από τη διαλαμβανομένη σ’ αυτές αναφορά οπ. "......η παραπάνω καταγγελία του ασφαλιστή (αναιρεσείουσας) για να παράγει τα αποτελέσματά της είναι αναγκαία η περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται δε να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει.
Στην προκειμένη περίπτωση παρότι υποβλήθηκε αίτημα για επίδειξη εγγράφων από τα οποία να προκύπτει η νόμιμη ειδοποίηση μας για την καταβολή των ασφαλίστρων ουδέν προσκομίσθηκε....", προκύπτει η, με την παραπάνω διατύπωση, πρόταση του θεμελιωτικού του περί ακυρότητος της γενομένης καταγγελίας αιτήματος της αγωγής και πράγματος, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ συνιστώντος, ισχυρισμού περί μη παραλαβής ουδενός εγγράφου σχετικού με την καθυστέρηση καταβολής των ασφαλίστρων εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου επομένως και της διαλαμβάνουσας την καταγγελία για το λόγο ακριβώς αυτό (της καθυστερημένης καταβολής) από 10.7.2009, επιστολής, την οποία η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι απέστειλε στην αναιρεσίβλητο, μη δυναμένης συνακολούθως της θεμελιώσεως ουδέ των από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13, 14 και 9 προβαλλομένων περαιτέρω, δια του δεύτερου και τρίτου σκέλους του ίδιου ως άνω (πρώτου) λόγου, αιτιάσεων αφού πρόκειται περί ισχυρισμού που αφενός προτάθηκε, (ως προς το παραδεκτό της προβολής του οποίου δεν προβάλλεται σχετική αιτίαση) και αφετέρου αντιμετωπίστηκε με σχετική ως προς αυτόν παραδοχή του δικαστηρίου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. 7, 27, 31 και 32 ν. 2496/1997, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 189 επ. του ΕμπΝ και ο οποίος, κατά το άρθρο 33 §4 αυτού, εφαρμόζεται και επί των ασφαλιστικών συμβάσεων που υφίστατο κατά την έναρξη ισχύος του, προκύπτει ότι με τη σύμβαση της ασφάλισης, ο ασφαλιστής υποχρεούται, αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημίες, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανωτέρας βίας περιστατικά ή ασθένειες οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους κατά τη σύναψη της σύμβασης.
Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του ως άνω νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς, κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται, είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού-πόσου εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 1957/2013, ΑΠ 1303/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ, είτε με τμηματικές καταβολές........, ενώ κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του αυτού άρθρου, η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση.
Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στον οποίο γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου, θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης. Από τη δεύτερη παράγραφο της διάταξης αυτής προκύπτει, ότι εισάγεται διπλή υποχρέωση στον ασφαλιστή, ήτοι η καταγγελία της σύμβασης πρέπει να γίνει εγγράφως προς το λήπτη της ασφάλισης, αλλά, για να επέλθουν τα εκ του νόμου αποτελέσματα αυτής, πρέπει στο κείμενο να αναφέρονται οι συνέπειες της καθυστέρησης καταβολής ασφαλίστρου.
Για τη λύση δηλαδή της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν αρκεί μόνο η δήλωση του ασφαλιστή περί ακύρωσης ή "ελευθεροποίησης" της σύμβασης λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων, η οποία κοινοποιείται στον ασφαλισμένο, αλλά απαιτείται δήλωση περί καταγγελίας με την επισήμανση, ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά παρέλευση ενός μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ, προκύπτει, ότι η καταγγελία, για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησής του συμβαλλόμενου μέρους, η δε δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι, απλώς, από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίον απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της.
Για να παραγάγει τα αποτελέσματά της, είναι αναγκαία η περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται δε να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συνημμένο ή επί αποδείξει (ΑΠ 510/2009, ΑΠ 1951/2006 Νο Β 2007, 1154). Αν δεν γινει η προσήκουσα γνωστοποίηση, δεν υφίσταται η καταγγελία, τυχόν δε αντίθετη συμφωνία, ότι με μόνο την υπερημερία του ασφαλισμένου ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων επέρχεται αυτοδικαίως λύση της σύμβασης είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του άνω ν. 2496/1997, η οποία ορίζει ότι, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται, κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών (Ολ ΑΠ 14/2013, ΑΠ 1276/2014, ΑΠ 1488/2008, ΑΠ 1519/2006, ΑΠ 964/2003).
Εξάλλου, από τις δια’ ταξεις των άρθρων 3 παρ. 1 εδ. α, 6 εδ. α και β και 7 εδ. β και γ του ίδιου πιο πάνω νόμου (2496/1997), συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης υγείας και ζωής μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, και αφετέρου του λήπτη της ασφάλισης, ο δεύτερος υποχρεούται να δηλώσει στον πρώτο, κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, εκ μέρους του ασφαλιστή, με την έννοια ότι το περιστατικό αυτό επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Σε περίπτωση δε παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρέωσης από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα, είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά την συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης, ενώ μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται από την κατά τα παραπάνω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, και μάλιστα αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και βέβαια εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή.
Ποιες είναι, όμως, οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει δε του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική, ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, όταν αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός ο μη γνώστης της παράβασης ασφαλιστής μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κ.λ.π.) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας, σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθέμενων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων, και γι’ αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 755/2014, ΑΠ 442/2012, ΑΠ 1101/2010, ΑΠ 1961/2009).
Το ότι ο ασφαλισμένος παραβίασε την προσυμβατική του υποχρέωση για αληθή περιγραφή των (αντικειμενικά) ουσιωδών στοιχείων ή περιστατικών του κινδύνου, οφείλει να αποδείξει ο ασφαλιστής, διότι αποτελεί ένσταση που μπορεί να την προβάλει κατά τη συζήτηση (ο ασφαλιστής), προκειμένου να απαλλαγεί από τη συμβατική του υποχρέωση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.1 του Κ.ΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι, κατά νόμο το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2119/2014).
Με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 167 ΑΚ, 6 εδαφ. α, β, 7 εδαφ. β, γ ν. 2496/97 η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, (επικυρώνοντας την ομοίως αποφηναμένη υπ’ αριθμ. 917/2015 πρωτόδικη απόφαση του Πολ.
Πρωτ. Αθηνών) την κατ’ αυτής ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή της αναιρεσιβλήτου περί αναγνωρίσεως αφενός της ακυρότητος της γενομένης από την ίδια (αναιρεσείουσα) καταγγελία της μεταξύ τους υφισταμένης ασφαλιστικής συμβάσεως και αφετέρου της υποχρεώσεως αυτής (αναιρεσείουσας), ως ασφαλίστριας, στην προς την αναιρεσίβλητη παροχή απαλλαγής από την καταβολή των ασφαλίστρων για το από Ιανουάριου του 2009 και εφεξής χρονικό διάστημα, δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζων πρόταση) των ως άνω διατάξεων, αφενός την ακυρότητα της γενομένης απ’ αυτήν (αναιρεσείουσα) καταγγελίας και αφετέρου τη μη συνδρομή περιπτώσεως άρσεως της περί απαλλαγής ασφαλίστρων υποχρεώσεως της (αναιρεσείουσας) παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα τις αντίθετες αντίστοιχα παραδοχές.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα τα ακόλουθα: "Στις 14-4-1994, καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", σύμβαση ασφάλισης ζωής, σοβαρών ασθενειών, θανάτου και διαρκούς ανικανότητας από ατύχημα και ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης, με ισόβια διάρκεια των καλύψεων, για την οποία εκδόθηκε το με αριθμό .../18.4.1994 ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με το εν λόγω ασφαλιστήριο η ενάγουσα ασφαλίστηκε για τις εξής επιμέρους καλύψεις:
ισόβιος ασφάλεια ζωής (πρόγραμμα παράλληλης σύνταξης), απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων (Προσάρτημα 2), σοβαρές ασθένειες (Προσάρτημα 3Α), θάνατος και διαρκής ανικανότητα από ατύχημα (Προσάρτημα 5) και ευρεία νοσοκομειακή περίθαλψη "..." (Προσάρτημα ...). Στο προσάρτημα 2 της σύμβασης, με τίτλο "απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων λόγω ανικανότητας", στο άρθρο 1, προβλέφθηκε ότι, σε περίπτωση ολικής ανικανότητας για εργασία του ασφαλιζόμενου, που οφείλεται σε σωματική βλάβη ή ασθένεια που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του προσαρτήματος, ο συμβαλλόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση περαιτέρω καταβολής των ασφαλίστρων τόσο της βασικής ασφάλειας ζωής, όσο και των τυχόν προσαρτημάτων του ασφαλιστηρίου, ενώ στο άρθρο 2 περ.
β, γ, ορίστηκε ότι θεωρούνται ως, ασθένεια, κάθε αρρώστια που δεν υπήρχε πριν από την ημερομηνία έκδοσης ή επαναφοράς σε ισχύ του προσαρτήματος (περ. β) και ως ολική ανικανότητα, η πλήρης ανικανότητα του ασφαλισμένου να ασκεί το επάγγελμα που ασκούσε κατά το χρόνο που εκδηλώθηκε η ανικανότητά του (με την επιφύλαξη των οριζομένων στο παρακάτω άρθρο 4) ή άλλο ανάλογο προς τα προσόντα και τη μόρφωσή του και η οποία ανικανότητα διαρκεί επί 6 συνεχείς μήνες τουλάχιστον και πάντως υπό τον όρο ότι κατά το διάστημα της ανικανότητας του αυτής δεν απασχολείται σε οποιαδήποτε εργασία ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα με αμοιβή ή για κέρδος....(περ.
γ). Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του ίδιου προσαρτήματος ορίστηκε ότι η εταιρεία απαλλάσσει το συμβαλλόμενο από την υποχρέωση καταβολής οποιασδήποτε δόσης ασφαλίστρων που γίνεται απαιτητή κατά τη διάρκεια της ολικής ανικανότητας του ασφαλισμένου, ενώ στο άρθρο 4 του προσαρτήματος αυτού, ορίστηκαν τα εξής: α) Κατά τη σύναψη της ασφάλισης ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος να περιγράψει με ειλικρίνεια στην εταιρία την κατάσταση της υγείας του, τις συνθήκες του επαγγέλματος του και γενικά να δηλώσει όλα τα περιστατικά που είναι απαραίτητα για να εκτιμήσει η εταιρία τον κίνδυνο που αναλαμβάνει.
Αν ο ασφαλιζόμενος κάνει ψευδή δήλωση ή αποσιωπήσει γνωστά περιστατικά σ’ αυτόν, η εταιρία απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις της από το προσάρτημα, εφόσον η δήλωση ή η αποσιώπηση είναι τέτοιας φύσεως, ώστε η εταιρία, εάν γνώριζε την αλήθεια, δεν θα δεχόταν να συνάψει την ασφάλιση ή δεν θα τη δεχόταν με του:
ίδιους όρους υποχρεωμένος να δηλώνει στην εταιρία κάθε (μεταβολή του επαγγέλματος του και της διεύθυνσης της εργασίας ή κατοικίας του. Σε περίπτωση μεταβολής του επαγγέλματος του ασφαλιζόμενου, θα αναπροσαρμόζεται το ασφάλιστρο του προσαρτήματος, σύμφωνα με τους πίνακες ασφαλίστρων της εταιρίας. Αν, όμως, το νέο επάγγελμα τον καθιστά σύμφωνα με τους κανόνες της εταιρίας μη ασφαλίσιμο, το προσάρτημα διακόπτεται αυτόματα.
Αν δεν δηλώσει οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή, η εταιρία απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση από την ασφάλεια, εφόσον η μεταβολή ή αλλαγή μεγαλώνει τους κινδύνους που διατρέχει ο ασφαλιζόμενος και η εταιρεία δεν θα δεχόταν την ασφάλιση, εάν γνώριζε τη νέα κατάσταση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έχει γεννηθεί το έτος 1969 και το επάγγελμα που ασκούσε, σύμφωνα και με τη δήλωσή της κατά το χρόνο σύναψης της ως άνω σύμβασης, ήταν εκείνο τής δικηγόρου, γραμμένης στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.
Κατά το έτος, 1996, σε ηλικία 27 ετών, διαγνώστηκε ότι έπασχε από την ασθένεια "σκλήρυνση κατά πλάκας", με πρώτες διαταραχές στην όραση και στη βάδιση, πάθηση, η οποία κατά την επόμενη πενταετία εμφάνισε σταδιακή επιδείνωση, κυρίως ως προς την όραση. Ακολούθως το έτος 2003 παρουσίασε σοβαρή διαταραχή της όρασης, δυσχέρεια βάδισης, εύκολη κόπωση και κυστικές διαταραχές, λόγω δε της ανικανότητας που της είχε επιφέρει η πάθησή της αυτή, ήταν αδύνατον να εργαστεί (βλ.
τις από 19- 3-1996, 29-5-1996 ιατρικές βεβαιώσεις του ιατρού - νευρολόγου στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, Ε. Κ. και την απ(^23-10- 2014 ιατρική γνωμάτευση του ίδιου ιατρού). Για την αντιμετώπιση της πάθησής της υποβλήθηκε σε θεραπεία με βλαστοκύτταρα, στη ... Γερμανίας. Έτσι, λόγω της άνω κατάστασης της υγείας της, δεν ήταν σε θέση να ασκήσει και το επάγγελμα της δικηγόρου που ασκούσε μέχρι τότε, με αποτέλεσμα δυνάμει της με αριθμ. ....9.2005 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Εκκαθάρισης Μητρώου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, να διαγραφεί από τα Μητρώα του ΔΣΑ, λόγω της μη κατάθεσης των ετήσιων δηλώσεων, που προβλέπονται στον Κώδικα περί Δικηγόρων των ετών 2003-2005 και λόγω μη άσκησης δικηγορίας, από 1.3.2003, οπότε επήλθε και η αυτοδίκαιη διαγραφή της από τα Μητρώα Ασφαλισμένων του Ταμείου Υγείας Δικηγόρων Αθηνών.
Στη συνέχεια, το έτος 2008, διαγνώστηκε ότι έπασχε και από καρκίνο του μαστού και υποβλήθηκε σε μαστεκτομή, χωρίς να είναι δυνατή η υποβολή της σε χημειοθεραπεία, λόγω της θεραπείας με βλαστοκύτταρα, την οποία ακολουθούσε για την αντιμετώπιση της σκλήρυνσης. Κατά τον ίδιο χρόνο η τελευταία πάθησή της είχε επιδεινωθεί σε βαθμό που δεν ήταν ικανή, ούτε ασφαλής να βαδίζει και να μετακινείται χωρίς συνοδό, εξαιτίας της επιδείνωσης της όρασής της και της σταστικοαταξικής δυσλειτουργίας των άνω και κάτω άκρων.
Η πάθησή της αυτή είναι προϊούσα και της έχει προκαλέσει βλάβες μη αντιστρεπτές, λόγω δε του μη αναστρέψιμου της πάθησης, επιβαρύνεται συνεχώς (βλ. την άνω από 23.10.2014 ιατρική γνωμάτευση και τα από 8.4.2007, 11.4.2007, 10.10.2007, 2.11.2007, 3.12.2007, 29.1.2008, 14.8.2009 τιμολόγια παροχής ιατρικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των ασθενειών της πολλαπλής σκλήρυνσης κατά πλάκας και του καρκίνου του μαστού με μετάσταση στους λεμφαδένες, στη Γερμανική γλώσσα, προσκομιζόμενα σε νόμιμη μετάφραση από τη Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών).
Η ίδια ήδη βρίσκεται καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο, χωρίς δυνατότητα αυτοεξυπηρέτησης, παρουσιάζει δε απώλεια όρασης, σε ποσοστό 95%. Έτσι, έχοντας περιέλθει σε πλήρη ανικανότητα άσκησης τόσο του επαγγέλματος που ασκούσε όταν συμβλήθηκε με την εναγομένη, όσο και οποιασδήποτε άλλης εργασίας ή επαγγέλματος αναλόγου των προσόντων και της μόρφωσής της, με αμοιβή ή για κέρδος, τον Ιανουάριο του έτους 2009 υπέβαλε αίτηση στην εναγομένη, με την οποία ζήτησε την ενεργοποίηση του άνω όρου απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, ενώ παράλληλα ζήτησε την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για νοσοκομειακά έξοδα και δαπάνες για τη νοσηλεία της σε κλινικές του εξωτερικού (Γερμανία).
Η εναγομένη, όμως, επέστρεψε σ’ αυτή τα σχετικά δικαιολογητικά, στις 12.1.2009, δηλώνοντας με το υπό την ίδια ημερομηνία έγγραφό της, ότι, "το περιστατικό δεν θα αποζημιωθεί, διότι αφορά εξετάσεις και θεραπεία εκτός νοσηλείας στο εξωτερικό", ενώ όσον αφορά την απαλλαγή της από την πληρωμή ασφαλίστρων λόγω ανικανότητας προς εργασία, για την ενεργοποίηση του σχετικού όρου, ζήτησε από την ενάγουσα να της προσκομίσει απόφαση συνταξιοδότησής της από τον ασφαλιστικό της φορέα.
Τέτοια, όμως, απόφαση δεν υπήρχε, διότι η τελευταία μετά τη διαγραφή της από τα Μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από το έτος 2003, είχε διαγραφεί αυτοδικαίως και από τα Μητρώα του ασφαλιστικού της φορέα. Στη συνέχεια, το Φθινόπωρο του ίδιου έτους, όταν η ενάγουσα υπέβαλε στην εναγομένη νέα δικαιολογητικά (τιμολόγια, ιατρικές και νοσοκομειακές βεβαιώσεις), ζητώντας την καταβολή των δαπανών που είχε καταβάλει για τη νοσηλεία της και τη θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε σε νοσοκομείο της Γερμανίας, με διάγνωση "καρκίνος του στήθους με σκλήρυνση πολλαπλή (M/S), θεραπεία adjuvant για μεταστάσεις λεμφαδένων", η εναγομένη αρνήθηκε να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, ισχυριζόμενη ότι είχε καταγγείλει τη σύμβαση ασφάλισης, λόγω της μη καταβολής ασφαλίστρων, από 14.8.2009.
Για τη συμπεριφορά αυτή της εναγομένης διαμαρτυρήθηκε η ενάγουσα με την από 3.9.2010 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην εναγομένη, στις 11.10.2010. Ειδικότερα, με την εξώδικη αυτή διαμαρτυρήθηκε για την άρνηση της εναγομένης να της καταβάλει τα αιτούμενα ποσά, με τη εκ μέρους της δικαιολογία ότι το συμβόλαιό της έχει καταστεί "ελεύθερο", ήτοι ότι δεν ισχύει, επειδή δεν έχει καταβάλει τα ασφάλιστρα, ακολούθως δε, αφού επικαλέστηκε, ότι έχει γνωστοποιήσει σ’ αυτή εγκαίρως και νομίμως τη μόνιμη ολική ανικανότητα προς εργασία, στην οποία έχει περιέλθει, κάλεσε την εναγομένη να προχωρήσει στην επανεργοποίηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της, σχετικά με την απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, λόγω μόνιμης ολικής ανικανότητας προς εργασία και να της καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση, με βάση τα τιμολόγια, τα οποία είχε καταθέσει.
Στη συνέχεια, επειδή η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στην άνω πρόσκληση, η ενάγουσα επέδωσε σ’ αυτή, στις 25.1.2012, τη νέα από 15.12.2011 εξώδικη δήλωσή της - πρόσκληση, με την οποία αφού διαμαρτυρήθηκε και πάλι για τη συμπεριφορά της, δηλώνοντα, ότι είχε ήδη προσκομίσει βεβαίωση του ασφαλιστικού της φορέα για την αυτοδίκαιη διαγραφή της από αυτόν, υπέβαλε αντίστοιχα αιτήματα με την παραπάνω εξώδικη.
Με την ίδια εξώδικη συγκοινοποίησε και την από 15.9.2011 βεβαίωση του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητων Απασχολούμενων (Τομέας Υγείας Δικηγόρων Αθηνών), με την οποία βεβαιώνεται, ότι η ενάγουσα μετά τη διαγραφή της από τα Μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών στις 1.3.2003, με την άνω με αριθμό ....9.2005 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Εκκαθάρισης Μητρώου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, διαγράφτηκε συγχρόνως και αυτοδικαίως και από τα Μητρώα των ασφαλισμένων του την ίδια ημερομηνία.
Επομένως, η εναγομένη, λόγω της μόνιμης ολικής ανικανότητας προς εργασία της ενάγουσας, ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε ενεργοποίηση του όρου απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα όρο της σύμβασης ασφάλισης. Η εναγομένη, όμως, δεν προέβη στην ενεργοποίηση αυτή, αντίθετα κατάγγειλε τη σύμβαση ασφάλισης, επικαλούμενη ως λόγο τη μη εμπρόθεσμη καταβολή ασφαλίστρων, γεγονός που δήλωσε η ίδια στην ενάγουσα μέσω της ασφαλιστικής της συμβούλου.
Η καταγγελία αυτή ήταν αντίθετη στα συναλλακτικά ήθη, αφού ουδέποτε ενημέρωσε με οποιοδήποτε τρόπο την ενάγουσα, ότι δεν είχε ενεργοποιήσει τον όρο περί απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων και η τελευταία, η οποία δεν είχε οχληθεί για την καταβολή τους πίστευε ότι πράγματι η εναγομένη είχε ενεργοποιήσει τον όρο αυτό.
Περαιτέρω, η ίδια καταγγελία δεν ήταν έγκυρη, λόγω της μη τήρησης από την εναγομένη των προϋποθέσεων εγκυρότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997, όπως αυτές αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη και συγκεκριμένα διότι δεν έλαβε χώρα επίδοση στην ενάγουσα της σχετικής καταγγελίας. Η εναγομένη βεβαίως ισχυρίζεται, ότι προέβη, νομίμως, σε καταγγελία της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω μη πληρωμής από την ενάγουσα των ασφαλίστρων, με την προσκομιζόμενη από 10.7.2009 επιστολή, που απέστειλε σ’ αυτή, μέσω Ταχυδρομείου, στην κατοικία της στη διεύθυνση που είχε δηλώσει, στη Γλυφάδα επί της οδού ....
Στην άνω επιστολή, που απευθύνεται προς την ενάγουσα, αντίγραφο της οποίας προσκομίζεται με επίκληση από την εναγομένη, η τελευταία αναφέρει ότι, "εκκρεμεί οφειλή με ημερομηνία την 12.4.2009 και δόσης ασφαλίστρου ευρώ 1.974,45" και ότι κατόπιν τούτου της γνωστοποιεί ότι, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2496/1997, η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής της παραπάνω οφειλής θα έχει ως αποτέλεσμα τη μετατροπή της ασφάλισής της σε "ασφάλιση ελεύθερη περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων", μετά την πάροδο ενός μηνός που αρχίζει δύο εργάσιμες ημέρες από την ημέρα της ειδοποίησής της από το ταχυδρομείο και την παραλαβή της επιστολής, καθώς και ότι συνέπεια της μετατροπής αυτής θα είναι ότι το ασφαλιστήριο της....θα εξακολουθεί να ισχύει μόνο για την κάλυψη της βασικής ασφάλειας ζωής και για μειωμένο ασφαλιζόμενο κεφάλαιο, το ύψος του οποίου θα είναι 1.846,29, ότι συμπληρωματικές καλύψεις ατυχήματος, ασθένειας και νοσοκομειακής περίθαλψης που τυχόν υπάρχουν στο ασφαλιστήριο της θα ακυρωθούν από τον παραπάνω χρόνο και ότι ταυτόχρονα θα παύσει η υποχρέωσή της για την πληρωμή μελλοντικών ασφαλίστρων.
Η παραπάνω, όμως, επιστολή, δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε στην ενάγουσα. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η παράδοση στην ενάγουσα τέτοιας επιστολής, ούτε καν παράδοση στο Ταχυδρομείο και εγχείριση από τον ταχυδρόμο ειδοποίησης για την παραλαβή της, δεδομένου ότι η εναγομένη πέραν της άνω επιστολής, ουδέν άλλο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει αναφορικά με την αποστολή και παραλαβή της άνω γραπτής δήλωσης καταγγελίας της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω μη καταβολής ληξιπρόθεσμων ασφαλίστρων, και, συνακόλουθα, δεν επέφερε τα προβλεπόμενα από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997 έννομα αποτελέσματα, τη λύση, δηλαδή, της ασφαλιστικής σύμβασης, μετά πάροδο μηνός από την κοινοποίησή της.
Κατόπιν αυτών, ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγομένης, που προβλήθηκε πρωτόδικα και επαναφέρεται με την έφεσή της, περί νόμιμης, δηλαδή, εκ μέρους της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, με την αποστολή της άνω επιστολής στην ενάγουσα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η εναγομένη με τους διαλαμβανόμενους στην έφεσή της ισχυρισμούς, ισχυρίζεται, όπως και πρωτοδίκως ότι η ίδια αφαίρεσε από την ασφαλιστική σύμβαση το προσάρτημα απαλλαγής ασφαλίστρων, αμέσως μόλις έλαβε γνώση της επικαλούμενης από την ενάγουσα ανικανότητας, το Σεπτέμβριο του έτους 2011 και ότι το έτος 2009, όταν ζητήθηκε από την ενάγουσα η ενεργοποίηση του όρου απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, δεν είχε πλήρη γνώση της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας, δεδομένου ότι η τελευταία είχε προσκομίσει ανεπαρκή στοιχεία και ότι η ίδια διατηρούσε την πεποίθηση, ότι η ενάγουσα ασκούσε το επάγγελμά της, γι’ αυτό και της απέστειλε την άνω από 10.7.2009 επιστολή.
Επίσης, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα διέκοψε από δική της πρωτοβουλία το επάγγελμά της, για λόγους άσχετους με την υγεία της, καθόσον η ίδια επέλεξε επειδή κατοικεί με την οικογένειά της στην Αυστραλία, να μην εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην Ελλάδα έτσι ώστε να μην επιβαρύνεται με τις σχετικές υποχρεώσεις στα Ασφαλιστικά Ταμεία και στο Δικηγορικό Σύλλογο και για το λόγο αυτό καταργήθηκε ο κίνδυνος που η ίδια ανέλαβε να καλύψει μέσω του Προσαρτήματος 2 της ασφαλιστικής σύμβασης.
Οι ισχυρισμοί της, όμως, αυτοί δεν κρίνονται βάσιμοι, καθόσον όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα από τις αρχές του Ιανουαρίου του έτους 2009 γνωστοποίησε στην εναγομένη την κατάσταση της υγείας της, υποβάλλοντας σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις και πιστοποιητικά για το είδος της ασθένειάς της, η οποία συνεπαγόταν μόνιμη ολική αδυναμία προς άσκησή του επαγγέλματος της, ως δικηγόρου, οπότε και ζήτησε την απαλλαγή της από την καταβολή ασφαλίστρων, παράλληλα δε ζήτησε, όπως ήδη εκτέθηκε, και την ασφαλιστική αποζημίωση για ιατρικές εξετάσεις και νοσηλεία της στο εξωτερικό για την άνω πάθησή της.
Ακολούθως, η εναγομένη, όσον αφορά την αιτούμενη απαλλαγή ζήτησε απόφαση του συνταξιοδοτικού φορέα της ενάγουσας, χωρίς να αμφισβητήσει την πάθησή της ή να αξιώσει επιπλέον πιστοποιητικά για το είδος της ασθένειας και την επίδρασή της στη δυνατότητα απόκτησης εισοδήματος της ενάγουσας από το άνω επάγγελμα ή από άλλο αντίστοιχο των προσόντων της και της μόρφωσης της αυτό.
Η διακοπή δε του επαγγέλματος της ενάγουσας, ήδη από το έτος 2003 ήταν συνέπεια της αδυναμίας της να ασκήσει αυτό και δεν οφειλόταν σε άλλους λόγους, όπως η μόνιμη εγκατάσταση της ενάγουσας στην Αυστραλία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη. Άλλωστε, μόνιμη διαμονή της ενάγουσας στην Αυστραλία και μάλιστα στο έτος 2003, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε.
Η ενάγουσα βεβαίως γεννήθηκε στην Αυστραλία, ζει όμως, στην Ελλάδα, όπου τέλεσε το γάμο της, με το σύζυγό της, έλληνα υπήκοο και ασκούσε το επάγγελμα της δικηγόρου, ως μέλος του ΔΣΑ, επισκέπτεται δε κατά καιρούς την Αυστραλία, όπου ζουν κατά διαστήματα οι γονείς της. Όμως, το γεγονός αυτό, ουδόλως συνδέεται με τη διακοπή της επαγγελματικής της δραστηριότητας, η οποία (διακοπή) όπως ήδη αναφέρθηκε, οφείλεται αποκλειστικά στην άνω πάθησή της και τη συνεπεία αυτής μόνιμη ολική ανικανότητα προς εργασία.
Κατόπιν αυτών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατάργηση του κινδύνου και μη επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη. Εξάλλου, η προπεριγραφείσα κατάσταση της υγείας της ενάγουσας, η οποία καθιστά αυτή ολικά ανίκανη για κάθε εργασία ανάλογη της μόρφωσής της και των προσόντων της, αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες ιατρικές βεβαιώσεις, στοιχεία ικανά για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης από το Δικαστήριο, έτσι ώστε να μην κρίνεται αναγκαία η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης προς διακρίβωση της κατάστασης αυτής, αφού πρόκειται περί θέματος που μπορεί να αντιληφθεί το Δικαστήριο από τις υπόλοιπες αποδείξεις, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος της ενάγουσας, το οποίο υποβάλλεται το πρώτον, με την ένδικη έφεση (βλ.
και ΑΠ 119/2016, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ). Επίσης, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα παρέβη από δόλο την υποχρέωση της από το άρθρο 4β του Προσαρτήματος 2 της σύμβασης ασφάλισης, να δηλώσει κάθε μεταβολή του επαγγέλματός της, στην οποία (μεταβολή) περιλαμβάνεται και η διακοπή του επαγγέλματός της από το έτος 2003, με συνέπεια την αυτόματη διακοπή του άνω προσαρτήματος και την απαλλαγή της (εναγομένης) από κάθε υποχρέωση από την ασφάλεια, σύμφωνα με τον άνω συμβατικό όρο και τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 6 του ν. 2496/1997.
Αναφορικά με τον όρο αυτό, λεκτέα τα ακόλουθα: Όπως ήδη εκτέθηκε, σύμφωνα με τον όρο 4β του προσαρτήματος 2, η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της ασφάλισης ήταν υποχρεωμένη να δηλώνει στην εταιρεία κάθε μεταβολή του επαγγέλματός της και της διεύθυνσης της εργασίας ή της κατοικίας της. Σε περίπτωση δε μεταβολής του επαγγέλματος της, συμφωνήθηκε, ότι θα αναπροσαρμόζεται το ασφάλιστρο του προσαρτήματος, σύμφωνα με τους πίνακες ασφαλίστρων της εταιρείας, ενώ αν το νέο επάγγελμα καθιστούσε αυτή σύμφωνα με τους κανόνες της εταιρίας, μη ασφαλίσιμη, ορίστηκε ότι το προσάρτημα διακόπτεται αυτόματα.
Επιπλέον, ως κύρωση της μη δήλωσης οποιασδήποτε τέτοιας μεταβολής, συμφωνήθηκε η απαλλαγή της εναγομένης από κάθε υποχρέωση από την ασφάλεια, εφόσον η μεταβολή ή αλλαγή μεγαλώνει τους κινδύνους που διατρέχει η ασφαλιζόμενη και η εταιρία δεν θα δεχόταν την ασφάλιση, εάν γνώριζε τη νέα κατάσταση. Από τη σαφή γραμματική διατύπωση και το εννοιολογικό περιεχόμενο του άνω όρου προκύπτει, ότι κρίσιμο στοιχείο για την αυτόματη διακοπή του προσαρτήματος 2 και την απαλλαγή της εναγομένης από κάθε υποχρέωση από την ασφάλεια, ήταν η μεταβολη του επαγγέλματος της ενάγουσας, το οποίο αυτή δήλωσε ότι ασκεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης, σε επάγγελμα που καθιστούσε την τελευταία μη ασφαλίσιμη και η μη δήλωση της άσκησης νέας επαγγελματικής δραστηριότητας εφόσον, όμως, η μεταβολή ή αλλαγή (του επαγγέλματος) μεγάλωνε τους κινδύνους που διατρέχει η ασφαλιζόμενη και η εταιρεία δεν θα δεχόταν την ασφάλιση, εάν γνώριζε τη νέα κατάσταση και όχι η μη δήλωση της διακοπής κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, λόγω ολικής ανικανότητας προς εργασία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, η οποία (διακοπή) άλλωστε συνιστά την ασφαλιστική περίπτωση.
Ειδικότερα, με βάση τις ρητές δηλώσεις των συμβληθέντων στον όρο αυτό ο ασφαλιζόμενος οφείλει να δηλώσει την αλλαγή του επαγγέλματός του, έτσι ώστε να αναπροσαρμοστεί το ασφάλιστρο, ενώ η αυτόματη διακοπή του προσαρτήματος 2 θα επερχόταν σε περίπτωση νέου επαγγέλματος της ενάγουσας, το οποίο καθιστούσε αυτή μη ασφαλίσιμη, σύμφωνα με τους κανόνες της εταιρίας, τους οποίους (κανόνες) πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν αναφέρει η εναγομένη.
Οι άνω δε προϋποθέσεις δεν συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση, καθόσον η ενάγουσα προέβη στη διακοπή του επαγγέλματός της, λόγω ολικής αδυναμίας της να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα, ανάλογο των προσόντων της και της μόρφωσης της, διακοπή η οποία δεν ήταν δυνατόν να προκαλέσει, ούτε αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου, ούτε καθιστούσε την ενάγουσα μη ασφαλίσιμη, περίπτωση η οποία με τον προαναφερθέντα όρο συνδέεται ρητά με νέο επάγγελμα.
Από τον παραπάνω δε όρο, δεν καταλείπεται κάποιο κενό ή αμφιβολία ως προς την βούληση των συμβληθέντων, όσον αφορά την αυτόματη διακοπή του προσαρτήματος και την απαλλαγή της εναγομένης και έτσι δεν τίθεται ζήτημα αναζήτησης της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων με ερμηνεία αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Ακ, ώστε στον όρο της δήλωσης μεταβολής του επαγγέλματος να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται και η διακοπή του επαγγέλματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη (ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 252/2010, ΑΠ 1026/2009, ΑΠ 408/2009, ΑΠ 1219/2005.
Έτσι, κατόπιν αυτών δεν υφίσταται περίπτωση αυτόματης διακοπής του προσαρτήματος και απαλλαγής της εναγομένης από κάθε υποχρέωση από την ασφάλεια, λόγω της μη δήλωσης της διακοπής του επαγγέλματος της ενάγουσας, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο, αλλά ούτε και ψευδής δήλωση της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της ασφάλισης και μάλιστα από δόλο, ώστε να συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της εναγομένης από την ασφάλεια, με βάση το άρθρο 3 παρ. 6 του ν. 2497/1997, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν δήλωσε από το έτος 2003 τη διακοπή του επαγγέλματός της και την ολική ανικανότητά της προς εργασία, δεν επιφέρει έκπτωση αυτής από το δικαίωμα να ζητήσει την ενεργοποίηση του όρου απαλλαγής από την καταβολή των ασφαλίστρων μεταγενέστερα του χρόνου, κατά τον οποίο κατέστη ολικά ανίκανη προς εργασία, αφού το γεγονός αυτό επιβάρυνε την ίδια, η οποία προέβη στην καταβολή των ασφαλίστρων, ενώ θα μπορούσε ήδη από το έτος 2003 να αξιώσει την απαλλαγή της.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, μετά από συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του, αναγνώρισε, ότι η καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης είναι άκυρη και η σύμβαση ενεργής και ότι η εναγομένη υποχρεούται να παράσχει στην ενάγουσα την προβλεπόμενη από το Προσάρτημα 2 της ασφαλιστικής σύμβασης απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων από τον Ιανουάριο του έτους 2009 και μετά, απορρίπτοντας τους άνω ισχυρισμούς της εναγομένης, αν και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται από την παρούσα (ΚΠολΔ 534), ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζει η τελευταία με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες, με τους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγους, πλημμέλειες καθόσον, μετ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διατάξεων αφενός δέχθηκε την ακυρότητα της γενομένης από την αναιρεσείουσα καταγγελίας της επιδίκου ασφαλιστικής συμβάσεως και αφετέρου αναγνώρισε τη μη συνδρομή περιπτώσεως άρσεως της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας ασφαλίστριας προς χορήγηση απαλλαγής (της καταβολής) ασφαλίστρων εκ μέρους της ασφαλισμένης αναιρεσιβλήτου δεχθείσα, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία 1.
ως προς μεν το πρώτο ζήτημα (της καταγγελίας της ασφαλιστικής συμβάσεως) τη μη συνδρομή της απαιτούμενης για την εγκυρότητα της γενομένης (από την αναιρεσείουσα) καταγγελίας, προϋποθέσεως, της περιέλευσ δηλαδή, στην ασφαλισμένη - αναιρεσίβλητη της διαλαμβάνουσας αυτήν (καταγγελία), από 10.7.2009, επιστολής της αναιρεσείουσας με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία ότι "Ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η παράδοση στην ενάγουσα τέτοιας επιστολής, ούτε καν παράδοση στο Ταχυδρομείο και εγχείριση από τον ταχυδρόμο ειδοποίησης για την παραλαβή της, δεδομένου ότι η εναγομένη πέραν της άνω επιστολής, ουδέν άλλο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει αναφορικά με την αποστολή και παραλαβή της άνω γραπτής δήλωσης καταγγελίας της μεταξύ της ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω μη καταβολής ληξιπρόθεσμων ασφαλίστρων και, συνακόλουθα, δεν επέφερε τα προβλεπόμενα από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997 έννομα αποτελέσματα, τη λύση, δηλαδή, της ασφαλιστικής σύμβασης, μετά πάροδο μηνός από την κοινοποίησή της". 2.
ως προς δε το δεύτερο ζήτημα (δέχθηκε) τη μη συνδρομή των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα περιπτώσεων άρσεως της υποχρεώσεως της προς παροχή απαλλαγής ασφαλίστρων στην ασφαλισμένη αναιρεσίβλητη (λόγω εκουσίας διακοπής της ασφαλίσεως από την αναιρεσίβλητη, μη δηλώσεως της μεταβολής του επαγγέλματος και δολίας αποκρ της εν λόγω μεταβολής), με τις υποστηρίζουσες την παραδοχή αυτή αιτιολογίες ".....Η διακοπή του επαγγέλματος της ενάγουσας, ήδη από το έτος 2003 ήταν συνέπεια της αδυναμίας της να ασκήσει αυτό και δεν οφειλόταν σε άλλους λόγους, όπως η μόνιμη εγκατάσταση της ενάγουσας στην Αυστραλία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη.
Άλλωστε, μόνιμη διαμονή της ενάγουσας στην Αυστραλία και μάλιστα από το έτος 2003, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε. Η ενάγουσα βεβαίως γεννήθηκε στην Αυστραλία, ζει όμως, στην Ελλάδα, όπου τέλεσε το γάμο της, με το σύζυγό της, Έλληνα υπήκοο και ασκούσε το επάγγελμα της δικηγόρου, ως μέλος του ΔΣΑ, επισκέπτεται δε κατά καιρούς την Αυστραλία, όπου ζουν κατά διαστήματα οι γονείς της.
Όμως, το γεγονός αυτό, ουδόλως συνδέεται με τη διακοπή της επαγγελματικής της δραστηριότητας, η οποία (διακοπή) όπως ήδη αναφέρθηκε, οφείλεται αποκλειστικά στην άνω πάθησή της και τη συνεπεία αυτής μόνιμη ολική ανικανότητα προς εργασία. Κατόπιν αυτών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για (εκουσία) κατάργηση του κινδύνου και μη επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη.
Περαιτέρω σύμφωνα με τον όρο 4β του προσαρτήματος 2, η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της ασφάλισης ήταν υποχρεωμένη να δηλώνει στην εταιρία κάθε μεταβολή του επαγγέλματός της και της διεύθυνσης της εργασίας ή της κατοικίας της. Σε περίπτωση δε μεταβολής του επαγγέλματος της, συμφωνήθηκε, ότι θα αναπροσαρμόζεται το ασφάλιστρο του προσαρτήματος, σύμφωνα με τους πίνακες ασφαλίστρων της εταιρίας, ενώ αν το νέο επάγγελμα καθιστούσε αυτή σύμφωνα με τους κανόνες της εταιρείας μη ασφαλίσιμη, ορίστηκε ότι το προσάρτημα διακόπτεται αυτόματα.
Επί πλέον ως κύρωση οποιασδήποτε τέτοιας μεταβολής, συμφωνήθηκε η απαλλαγή της εναγομένης από κάθε υποχρέωση από την ασφάλεια, εφόσον η μεταβολή ή αλλαγή μεγαλώνει τους κινδύνους που διατρέχει η ασφαλιζόμενη και η εταιρία δεν θα δεχόταν την ασφάλιση, εάν γνώριζε τη νέα κατάσταση. Από τη σαφή γραμματική διατύπωση και το εννοιολογικό περιεχόμενο του άνω όρου προκύπτει, ότι κρίσιμο στοιχείο για την αυτόματη διακοπή του προσαρτήματος 2 και την απαλλαγή της εναγομένης από κάθε υποχρέωση από την ασφάλεια, ήταν η μεταβολή του επαγγέλματος της ενάγουσας, το οποίο αυτή δήλωσε ότι ασκεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης, σε επάγγελμα που καθιστούσε την τελευταία μη ασφαλίσιμη και η μη δήλωση της άσκησης νέας επαγγελματικής δραστηριότητας εφόσον, όμως, η μεταβολή ή αλλαγή (του επαγγέλματος) μεγάλωνε τους κινδύνους που διατρέχει η ασφαλιζόμενη και η εταιρία δεν θα δεχόταν την ασφάλιση, εάν γνώριζε τη νέα κατάσταση και όχι η μη δήλωση της διακοπής κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, λόγω ολικής ανικανότητας προς εργασία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, η οποία (διακοπή) άλλωστε συνιστά την ασφαλιστική περίπτωση.
Ειδικότερα, με βάση τις ρητές δηλώσεις των συμβληθέντων στον όρο αυτό ο ασφαλιζόμενος οφείλει να δηλώσει την αλλαγή του επαγγέλματός του, έτσι ώστε να αναπροσαρμοστεί το ασφάλιστρο, ενώ η αυτόματη διακοπή του προσαρτήματος 2 θα επερχόταν σε περίπτωση νέου επαγγέλματος της ενάγουσας, το οποίο καθιστούσε αυτή μη ασφαλίσιμη, σύμφωνα με τους κανόνες της εταιρείας, του οποίους (κανόνες) πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν αναφέρει η εναγομένη.
Οι άνω δε προϋποθέσεις δεν συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση, καθόσον η ενάγουσα προέβη στη διακοπή του επαγγέλματός της, λόγω ολικής αδυναμίας της να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα, ανάλογο των προσόντων της και της μόρφωσής της, διακοπή η οποία δεν ήταν δυνατόν να προκαλέσει, ούτε αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου, ούτε καθιστούσε την ενάγουσα μη ασφαλίσιμη, περίπτωση η οποία με τον προαναφερθέντα όρο συνδέεται ρητά με νέο επάγγελμα.
Από τον παραπάνω δε όρο, δεν καταλείπεται κάποιο κενό ή αμφιβολία ως προς τη βούληση των συμβληθέντων, όσον αφορά την αυτόματη διακοπή του προσαρτήματος και την απαλλαγή της εναγομένης και έτσι δεν τίθεται ζήτημα αναζήτησης της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων με ερμηνεία αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ώστε στον όρο της δήλωσης μεταβολής του επαγγέλματος να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται και η διακοπή του επαγγέλματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη (ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 253/2010, ΑΠ 1026/2009, ΑΠ 408/2009, ΑΠ 1219/2005).
Έτσι, κατόπιν αυτών δεν υφίσταται περίπτωση αυτόματης διακοπής του προσαρτήματος και απαλλαγής της εναγομένης από κάθε υποχρέωση από την ασφάλεια, λόγω της μη δήλωσης της διακοπής του επαγγέλματος της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της ασφάλισης και μάλιστα από δόλο, ώστε να συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της εναγομένης από την ασφάλεια, με βάση το άρθρο 3 παρ. 6 του ν. 2497/1997, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία".
Υπό τις ως άνω πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν βρίσκουν έρεισμα εφαρμογής, οι προβαλλόμενες από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Από το συνδυασμό των άρθρων 566§2, 118£4 559 αρ. 1α, ΚΠολΔ, 173 και 200 ΑΚ, προκύπτει ότι, για το ορισμένο του από Τρίτη ων ως άνω διατάξεων προβλεπομένου αναιρετικού λόγου, όταν αυτός αφορά στη μη προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο δικόγραφο ότι το δικαστήριο της ουσίας παρόλο που διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού, ασαφείας ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 662/2014, ΑΠ 210/2008, ΑΠ 46/2003).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση της παραβιάσεως (υπό τη μορφή της μη προσφυγής) από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την ερμηνεία του 4β όρου του προσαρτήματος 2 της ασφαλιστικής συμβάσεως, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (αρ. 173 και 200 ΑΚ), κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, απορρέουσας από το ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με το αναιρετήριο αλλά ούτε άλλωστε και προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (στην οποία αντιθέτως υφίσταται ρητή παραδοχή περί του ότι "από τον παραπάνω όρο δεν καταλείπεται κάποιο κενό ή αμφιβολία προς τη βούληση των συμβληθέντων ώστε να τίθεται ζήτημα αναζήτησης της αληθούς βούλησης αυτών....") ότι το Εφετείο διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας και παρόλο αυτά δεν προσέφυγε στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 10 περ. β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως σχετικά με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ιδρύεται μόνο στην περίπτωση που η πραγματογνωμοσύνη ζητήθηκε από τους διαδίκους και το δικαστήριο δέχθηκε ότι πρόκειται για ζήτημα για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης και τέχνης (ΑΠ 1071/2006, ΑΠ 1862/2007). Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 10 περ. β (και όχι 12) ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά τον νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το νομίμως υποβληθέν από την ίδια αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την αιτία της διαγραφής, της αναιρεσιβλήτου από τα μητρώα του τομέα Υγείας Δικηγόρων, κρίνεται, απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή περί του ότι το ζήτημα για το οποίο ζητήθηκε η πραγματογνωμοσύνη απαιτούσε για την αντίληψή του ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την πληρότητα (ορισμένο) του απ’ αυτήν προβλεπομένου αναιρετικού λόγου απαιτείται η αναφορά στο αναιρετήριο δικόγραφο α) του (κατά λέξη) περιεχομένου του εγγράφου που παραμορφώθηκε και αυτού (περιεχομένου) που δέχθηκε το δικαστήριο ώστε από τη σύγκρισή τους να καθίσταται δυνατή η διαπίστωση περί της υπάρξεως ή όχι διαγνωστικού λάθους και β) ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο (ΑΠ 331/2011, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 113/2010).
Με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσης από την αναιρεσίβλητο (προς απόδειξη του περί διαγραφής της από τον Τομέα Υγείας δικηγόρων αγωγικού ισχυρισμού αυτής (αναιρεσιβλήτου) από 15.8.2011 βεβαιώσεως του εν λόγω τομέα υγείας με το να δεχθεί ως βεβαιουμένη αιτία της γενομένης διαγραφής "την προκύυπτουσα εκ της βεβαιώσεως ανικανότητα της αναιρεσιβλήτου προς εργασία λόγω ασθενείας".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος λόγω αοριστίας απορρέουσας από τη μη καταχώρηση στο αναιρετήριο δικόγραφο ολοκλήρου του περιεχομένου του φερομένου ως παραμορφωθέντος ως άνω εγγράφου, το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι (απαραδέκτως) δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα (ΑΠ 1444/2010) με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της προβαλλομένης αιτιάσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 1 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αμφίβολο, (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή, κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ. 559 περ. 11 γ’ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).
Με τον τρίτο, κατά το τρίτο σκέλος του λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, τα προς απόκρουση της κατ’ αυτής από την αναιρεσίβλητο ασκηθείσας ενδίκου αγωγής μετ’ επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα από την ίδια αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα "αντίγραφο του πιστοποιητικού γάμου της αναιρεσίβλητης και την επ’ ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα - πατέρα της τελευταίας".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η τελευταία έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα με τη ρητή αναφορά "από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι..." από την οποία, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια του ερευνομένου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το αριθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13).
Η περαιτέρω δια του τέταρτου σκέλους του ίδιου ως άνω λόγου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προβαλλομένη αιτίαση υπό την επίκληση της εκ πλαγίου παραβάσεως των ιδίων ως άνω διατάξεων λόγω ανεπαρκείας των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως "σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων που αφορούν στο κρίσιμο ζήτημα της καταστάσεως της υγείας της αναιρεσιβλήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο αναγνωρίσεως της ανικανότητας", κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη ενόψει του ότι αυτή, αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν μπορεί, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, να θεμελιώσει την προβαλλομένη ως άνω (από το άθρρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) αιτίαση.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων, [και] ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (από 28.12.2016 και με αριθμ. καταθ. .../2016) αίτηση αναιρέσεως της 2072/2016 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ