463/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 463 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated463/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 463 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 463 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 463/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Ανστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αρχικώς, 1. του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δούκα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 2. του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" ως καθολικού διαδόχου του ενταχθέντoς κλάδου υγείας σε εντός του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως προς τους με α/α 1ο, 4ο, 5ο, 7ο, 9ο, 10ο, 11ο, 16ο, 17ο, και 18ο των αναιρεσιβλήτων, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Κ. του Μ., 2.Α. Κ. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Κ. Μ. του Ι., 4. Δ. Μ. του Χ., 5. Ε.-Α. Φ. του Ν., 6.Θ. Ρ.-Θ. του Κ., 7. Ι. Μ. του Τ., 8. Α. Κ. του Γ., 9. Ε. Κ. του Α., 10. Π. Κ. του Γ., 11. Ι. Ζ. του Π., 12. Ε. Α. του Ε., 13. Α. Τ. του Ν. 14. Α. Τ. του Γ., 15. Χ. Σ. του Π., 16. Χ. Π. του Μ., 17. Ι. Π. του Σ., 18. Β. Θ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι (πλην του 2ου) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2183/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 11-1-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 Ν.3994/2011, 104,108,110 παρ. 2,498 παρ. 1,568 παρ. 1,2 και 576 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι: α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον ‘ Αρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δικές εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, δ) αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί, ή δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος και δη με πληρεξούσιο δικηγόρο, έχοντα ρητή κατά τον ως άνω χρόνο πληρεξουσιότητα, ο ‘ Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον άλλο διάδικο η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Συνακόλουθα, στη συζήτηση προχωρεί (ο ‘ Αρειος Πάγος) σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 3 του ως άνω Κώδικα, αν ο κατά τα άνω μη εμφανισθείς στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του είτε από τον αντίδικό του. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β’ του ιδίου άρθρου, που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ ΑΠ14/2015). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 34,35 ΑΚ και 62,63,313 παρ. 1δ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατ’ άρθ. 573 παρ. 1 αυτού και στην δίκη της αναίρεσης προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος πεθάνει πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατός του επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση απόφασης. Η διακοπή δηλαδή της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση αυτή δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ’ αυτής απόφασης, όταν δηλαδή δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε επομένως στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, να απευθύνεται σε κάθε περίπτωση κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο με την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αίτηση αναίρεσης. H αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ολ. ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1165/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενα, τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η κρινόμενη από 4-10-2006 αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος κατά την δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά του Α. Κ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε την 3-9-2000 και κληρονομήθηκε από τη νόμιμη εν ζωή σύζυγό του Ε. Μ. του Κ. και το τότε ανήλικο τέκνο τους Μ. Κ., ως μόνες πλησιέστερες συγγενείς του (βλ. την υπ’ αριθ. ...2000 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος του Δήμου Βασιλικής του Νομού Τρικάλων). Τα ανωτέρω ουδόλως αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Κατά την συζήτηση δε της κρινόμενης αίτησης, δεν παρέστησαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού αντί του προαναφερθέντος ενάγοντος - αναιρεσίβλητου Α. Κ. του Γ. οι ως άνω κληρονόμοι του. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προέκυψε γνωστοποίηση του θανάτου του ως άνω Α. Κ. κατά το προ της άσκησης της αίτηση αναίρεσης χρονικό διάστημα στο αναιρεσείον, εκ τούτου δε συνάγεται ότι το τελευταίο δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του διαδίκου αυτού πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία επομένως είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας ουδόλως προκύπτει ότι οι νόμιμοι κληρονόμοι του κατά τα άνω θανόντος δευτέρου αναιρεσιβλήτου Α. Κ. και ήδη απολιπόμενοι διάδικοι κλητεύθηκαν για την ορισθείσα αρχικώς δικάσιμο της 25-1-2011, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη νομίμως από τη σειρά του σχετικού πινακίου για την 15-11-2011, κατά την οποία δικάσιμο ανεβλήθη και πάλι νομίμως για την δικάσιμο της 6-11-2012, οπότε ανεβλήθη νομίμως εκ νέου για την δικάσιμο της 14-5-2013, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη για την 3-2-2015, οπότε η υπόθεση ανεβλήθη εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, εξεταζομένου δε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο του στοιχείου αυτού, πρέπει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων να χωρισθεί η υπόθεση για τις μη κλητευθείσες ως άνω κληρονόμους του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προς αυτές.
Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον που επισπεύδει τη συζήτηση υπ’ αριθ. .../24-11-2010, .../23-11-2010, .../23-11-2010, .../10-6-2010, .../11-6-2010, .../23-11-2010, .../14-6-2010, .../23-11-2010, .../11-6-2010, .../10-6-2010, .../14-6-2010, ...24-11-2010, .../25-11-2010, .../14-6-2010, .../24-11-2010, .../11-6-2010, .../11-6-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γ. Π. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 25-1-2011, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη νομίμως, αντιμωλία των διαδίκων πλην του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. από τη σειρά του σχετικού πινακίου για τη δικάσιμο της 15-11-2011, κατά την οποία δικάσιμο ανεβλήθη και πάλι νομίμως εκ του πινακίου αντιμωλία των αυτών ως άνω διαδίκων για τη δικάσιμο της 6-11-2012, οπότε η υπόθεση ανεβλήθη νομίμως εκ νέου εκ του πινακίου αντιμωλία των αυτών διαδίκων για την δικάσιμο της 14-5-2013, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη νομίμως εκ του πινακίου αντιμωλία των αυτών διαδίκων για την 3-2-2015, οπότε η υπόθεση ανεβλήθη και πάλι, νομίμως εκ του πινακίου αντιμωλία των ανωτέρω διαδίκων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και με παραγγελία του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε ένα, αντιστοίχως των αναιρεσίβλητων, (πλην του δευτέρου εξ αυτών Α. Κ.), οι οποίοι κληθέντες νομίμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του σχετικού πινακίου όλοι (πλην του δευτέρου απολιπομένου κατά τα ανωτέρω) μη παραστάντες αυτοπροσώπως, εκπροσωπήθηκαν από την δικηγόρο Αλεξάνδρα Κωστούλα, ως πληρεξούσια αυτών κατά την δήλωσή της. Από τα στοιχεία όμως του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή πληρεξουσιότητας προς την ως άνω δικηγόρο εκ μέρους των αφού δεν προσκομίζονται ούτε σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις, ούτε ιδιωτικά έγγραφα με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής των προς αυτήν, από τα οποία να προκύπτει ότι παρείχαν στην ως άνω παραστάσα την εντολή και πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο ούτε κατά τις μετ’ αναβολή, εκ του πινακίου, ορισθείσες άνω δικασίμους. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ρηθείσα δικηγόρος στερείται παντελώς πληρεξουσιότητας και εξουσίας εκπροσωπήσεώς τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης. Συνακόλουθα, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι είναι δικονομικώς απόντες, πρέπει όμως η υπόθεση να εξετασθεί σαν να ήταν και αυτοί παρόντες κατά τα προεκτεθέντα (άρθρ. 576 παρ. 1,3 ΚΠολΔ), καθόσον αυτοί κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, έκτοτε δε η υπόθεση ανεβλήθη εκ του πινακίου, οπότε κατ’ άρθρ. 226 § 4 δεν απαιτείτο νέα κλήση αυτών και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, ίσχυε ως κλήτευση όλων των άνω αναιρεσιβλήτων.
Με την κρινόμενη από 4-10-2006 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ. 2183/2000 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Παρά το ότι δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι εκδόθηκε θετική γνωμοδότηση του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με το βάσιμο των λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εν τούτοις, ενόψει του ότι πρόκειται για υπόθεση στην οποία αντικείμενο της διαφοράς είναι περιοδικές παροχές, ο Άρειος Πάγος θα πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεδομένου ότι και αν ακόμη είχε εκδοθεί μη θετική σχετική γνωμοδότηση θα έπρεπε μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως να έχει περιέλθει στο Δικαστήριο τούτο, εκτός της μη θετικής αυτής γνωμοδοτήσεως του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ. σωρευτικώς, και έγκριση αυτής από τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 12 παρ. 2 ν. 2298/1995, όπως η παράγραφος αυτή τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, και παρ. 3 εδ. β’ σε συνδυασμό με την 179/1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών - βλ. σχετ. Α.Σ.Δ. 32/1999), πράγματα όμως τα οποία επίσης δεν προκύπτουν από το φάκελο της δικογραφίας. [ΑΕΔ 32/1999. ΑΠ 1111/2009].
Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχή της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 3/1997) επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.Α.Π. 13/2003, ΑΠ 593/2006), και δεν μπορούν να επιχειρηθούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες, όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων δημιουργούμενη ανισότητα. Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών. Ούτε επιτρέπεται, η σύγκριση να γίνεται επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Τέλος, με το άρθρο 43 του ν. 1193/1981 (Α’ 220) ορίσθηκε ότι "Εις τας Επισκέπτριας Αδελφάς, τας Αδελφάς Νοσοκόμους και τας Μαίας των Κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού των". Με τη διάταξη αυτή το εν λόγω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας χορηγήθηκε μόνον στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμες και τις μαίες που υπηρετούν στο Υπουργείο (ήδη) Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (ΑΠ 1227/2013, ΣτΕ 1797/2011, 2486/2001, 656/2002, 848/2003). Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως μπορεί να επεκτείνεται, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και στους νοσοκόμους και τις αδελφές νοσοκόμες των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, οι οποίοι εργάζονται σ’ αυτά ως μέλη του νοσηλευτικού τους προσωπικού. Σε αντίθεση, όμως, προς τα ανωτέρω, οι ιατροί του Ι.Κ.Α., ως εκ του είδους και της φύσεως της εργασίας που παρέχουν, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχολήσεως και απολαβών έναντι των νοσοκόμων του Υπουργείου Υγείας και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Επομένως, ανεξαρτήτως αν η προπαρατεθείσα διάταξη εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του ν. 2470/1997 (Α’ 40), πάντως, καθ’ ο μέρος αυτή δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, (βλ. ΣτΕ 1797/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης, προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο. Με την αγωγή, επί της οποίας η προσβαλλόμενη, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-1-1999 υπηρέτησαν στο εναγόμενο νπδδ με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), ως ιατροί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο υποκατάστημα Νίκαιας. Ότι το εναγόμενο δεν τους χορήγησε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού τους, το οποίο λαμβάνουν οι νοσοκόμοι που υπηρετούν στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, βάσει του άρθρου 43 ν. 1193/1981, όσο και οι επισκέπτριες αδελφές νοσοκόμοι και οι μαίες, που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου ή κοινής ωφελείας ιδιωτικού δικαίου. Ότι το εν λόγω επίδομα δικαιούνται βάσει των Συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία (άρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), "επειδή προδήλως η δική τους εργασία, ως ιατρών, ως βοηθοί των οποίων εργάζονται οι λαμβάνοντες το ένδικο επίδομα νοσοκόμοι, παρέχεται υπό τις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας και άρα δικαιούνται το επίδομα" αυτό. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν, προς αποκατάσταση της Συνταγματικής αρχής της ισότητας να τους επιδικασθούν τα καθοριζόμενα στην αγωγή, για κάθε ένα χρηματικά ποσά, για την αιτία αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όλοι οι ενάγοντες κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-1-1999 υπηρέτησαν στο εναγόμενο ως ιατροί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτό στο υποκατάστημα της. Οι ενάγοντες ως εργαζόμενοι υπό τις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες με τις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμους και τις μαίες και ως αμειβόμενοι όπως οι διοικητικοί υπάλληλοι έπρεπε να λαμβάνουν και αυτοί το επίδομα του άρθρου 43 ν. 1193/1981 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Η διαφορετική μεταχείριση τους και η εξαίρεση τους από τη λήψη του επιδόματος αυτού δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος... Εντούτοις, καθ’ ολο τον ανωτέρω χρόνο, παρανόμως το εναγόμενο δεν τους χορήγησε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού τους μισθού το οποίο ελάμβαναν και λαμβάνουν τόσο οι νοσοκόμοι που υπηρετούν στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών βάσει του άρθρου 43 ν. 1193/1981, όσον και όλες οι επισκέπτριες αδελφές νοσοκόμοι και μαίες, που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου ή κοινής ωφελείας ιδιωτικού δικαίου βάσει πλειάδος ευνοϊκών δικαστικών αποφάσεων, με το αιτιολογικό ότι και αυτές παρέχουν υπηρεσίες νοσηλείας, οι οποίες συνεπάγονται ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν τίθεται από το νόμο καμμιά επιπλέον προϋπόθεση ως προς την ειδικότερη φύση της παρεχόμενης εργασίας. Η δική τους εργασία ως ιατρών, ως βοηθοί των οποίων εργάζονται οι λαμβάνοντες το επίδομα νοσοκόμοι, παρέχεται υπό τις αυτές ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας και άρα δικαιούνται το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 30% επί του εκάστοτε βασικού μισθού τους, κατ’ εφαρμογή και στην περίπτωση τους για λόγους ισότητας του άρθρου 43 ν. 1193/1981,..." Κατέληξε δε ότι: "Κατά συνέπεια η αγωγή αυτή είναι νόμιμη ...και πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει (εκτός από το έτος 1993, διότι η απαίτηση τους για το έτος αυτό έχει υποπέσει σε παραγραφή...)". Με την κρίση του αυτή το Πρωτοδικείο παραβίασε τον ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνα, ο οποίος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στην ένδικη διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες ιατροί το ΙΚΑ και οι αδελφές νοσοκόμοι - υπάλληλοι του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών. Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη την συγκεκριμένη παροχή (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας), απομωνούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών τους. Επομένως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως νόμιμη (και εν μέρει κατ’ ουσία βάσιμη) ενώ αυτή ήταν μη νόμιμη και κατά της οποίας απόφασης δεν ασκήθηκε έφεση (βλ. το υπ’ αρ. 1391/2009 πιστοποιητικό πολιτικών ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών). Πρέπει λοιπόν, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 ν. 4139/2013: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση, για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και 2 μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Επομένως, εφόσον η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, πλην των κληρονόμων του δευτέρου κατά τα προεκτεθέντα, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη. Οι αναιρεσίβλητοι, πλην των κληρονόμων του δευτέρου εξ αυτών, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 176, 179 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και τους κληρονόμους αυτού.
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης του ΝΠΔΔ με την με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) για αναίρεση της 2.183/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας κληρονόμους του δευτέρου των αναιρεσίβλητων Α. Κ..
Αναιρεί κατά τα λοιπά την υπ’ αριθ. 2.183/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς (πλην του δευτέρου) αναιρεσίβλητους.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 1-2-1999 (αριθ. καταθ. 460/1999) αγωγή των άνω αναιρεσιβλήτων (πλην του δευτέρου).
Απορρίπτει την από 1-2-1999 αγωγή ως προς αυτούς ως μη νόμιμη και
Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ