463/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 463 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Με το ν. 2687/1999, συστάθηκαν δύο νέες ανώνυμες εταιρείες και έπαυσε να υφίσταται η εταιρεία του ν. 735/1977 («ΔΕΘ Α.Ε.») και συγκεκριμένα, α) η «ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.», και β) η «ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 463 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Με το ν. 2687/1999, συστάθηκαν δύο νέες ανώνυμες εταιρείες και έπαυσε να υφίσταται η εταιρεία του ν. 735/1977 («ΔΕΘ Α.Ε.») και συγκεκριμένα, α) η «ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.», και β) η «ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΗΕΙΕΧΡΟ Α,Ε.». Μετά την κατάργηση και τη «διάσπαση» της στις παραπάνω εταιρείες, οι τελευταίες υπεισήλθαν και οι δύο και όχι μόνον η πρώτη, ως διάδοχοι στη θέση της αρχικής, οι δε συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στην πρώην «ΔΕΘ ΑΕ» δεν λύθηκαν με τη διαδοχή, αλλά συνεχίστηκαν με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, όπως και πριν την υπεισέλευση της καθεμίας εκ των ως άνω εταιρειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδας, την οποία διαδέχτηκαν και με τη διαδοχή καθιερώθηκε αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Η προστασία δε αυτή των εργαζομένων περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και το δικαίωμα τους για αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεως.
Αριθμός 463/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Λ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ - HELEXPO ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 21-2-2007 υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του "Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης" (Ε.Κ.Θ.) και του "Συλλόγου Εργαζομένων στις ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ - HELEXPO ΑΕ", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27343/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2407/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-8-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1497/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 8-7-2011 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το αρ. 81 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει την δίκη, κατά δε το αρ. 82 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους, πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αίτησης είτε αυτοτελώς (αρ. 563 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να επιδίδεται και στον έχοντα σε οποιονδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, για να ενημερώνεται και αυτός για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και ν' ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, αφού και αυτός είναι διάδικος και χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 8410, 8412, 8413 και 8417/21-11-2011, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (24-1-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στα προσθέτως, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρεμβάντα νομικά πρόσωπα 1) "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης (Ε.Κ.Θ.) και 2) σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος εργαζομένων στις Ελληνικές Εκθέσεις - HELEXPO Α.Ε.". Επομένως, εφόσον αυτά δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988, με τον οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση, διαιτησία, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 98/50, αντίστοιχη, των Ε.Κ. προς προσαρμογή δε σ' αυτή εκδόθηκε το 178/2002 π.δ., στο άρθρο 3 του οποίου ορίζεται ότι "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Μετά τη μεταβίβαση ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση της, με οποιοδήποτε τρόπο, μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, αυτό δε ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως και είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε. από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να επιδιώκει τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό. Καθιερώνεται δηλαδή η αρχή της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως της εργασιακής σχέσεως, στο σύνολό της, με αποτέλεσμα να διασώζεται αυτή, καθ' όλο το περιεχόμενό της, διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχιση στην απασχόληση και την αποφυγή χειροτερεύσεως της θέσης του μισθωτού (Ολ.Α.Π. 5/1994). Περαιτέρω, το νομικό πρόσωπο, που συστάθηκε με το ν. 4184/1930 "περί οργανώσεως και διοικήσεως της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης", με την επωνυμία "Διεθνής Έκθεσις Θεσσαλονίκης", με το ν.δ. 2407/1953 χαρακτηρίσθηκε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 735/1977 συστάθηκε ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία "Διεθνής Α.Ε." και με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι "από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου το Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου "Διεθνής Έκθεσις Θεσσαλονίκης" (ΔΕΘ) καταργείται. Η ΔΕΘ Α.Ε. υποκαθίσταται αυτοδικαίως και άνευ άλλης τίνος διατυπώσεως εις πάντα εν γένει τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΘ, της τοιαύτης μεταβιβάσεως εξομοιουμένης προς καθολικήν διαδοχήν". Για την περίπτωση εξόδου από την υπηρεσία του προσωπικού του ανωτέρω νομικού προσώπου, με το άρθρο 22 του ίδιου νόμου (735/1977) ορίστηκε, ότι "1. Εις το πάσης φύσεως τακτικόν υπαλληλικόν και εργατοτεχνικόν προσωπικόν της ΔΕΘ Α.Ε. ..., εξερχόμενον της υπηρεσίας, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, είτε υπό της ΔΕΘ Α.Ε., είτε υπό του ιδίου ή δι' οιονδήποτε άλλον λόγον καταβάλλεται αποζημίωσις, ίση προς την οριζομένην υπό του άρθρου 11 του από 27-11-1956 β.δ/τος "περί εγκρίσεως του οργανισμού των υπηρεσιών της ΔΕΘ" δι' ωρισμένας περιπτώσεις απολύσεως τακτικού προσωπικού της ΔΕΘ, εφ' όσον το ως άνω εξερχόμενον εκ της υπηρεσίας προσωπικόν έχει συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον παρά τη ΔΕΘ και τη ΔΕΘ Α.Ε. υπηρεσίαν, άλλως αποζημιούται κατά τας κοινάς διατάξεις. 2. Δια τον υπολογισμόν του χρόνου υπηρεσίας, προς καταβολήν της αποζημιώσεως, χρόνος μείζων του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος". Ακολούθησε ο Κανονισμός Προσωπικού Λειτουργίας Υπηρεσιών της ΔΕΘ Α.Ε., που εγκρίθηκε με την Ε7-1763/11-3/1-4-1971 Α.Υ. Εμπορίου και στο άρθρο 27 παρ. 1 και 4 ορίζει ότι, "... Η μετά της ΔΕΘ υπαλληλική σχέσις λύεται: α) λόγω συμπληρώσεως 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας, β) λόγω ορίου ηλικίας, του καθοριζομένου υπό του αντιστοίχου Ασφαλιστικού Φορέως δια την χορήγησιν πλήρους συντάξεως ... τα της ασφαλίσεως του προσωπικού των νομίμων αποζημιώσεων και της συνταξιοδοτήσεως αυτού, διέπονται υπό των αντιστοίχων διατάξεων του οικείου Ασφαλιστικού Φορέως, ως και των ειδικών διατάξεων των σχετικών νόμων και διαταγμάτων ...", ο Κανονισμός δε αυτός τροποποιήθηκε με την Ε7-1058/9/26-4-1982 Α.Υ. Εμπορίου, κατά την οποία "αι ελάχισται πρόσθεται αποδοχαί δια την παροχήν εργασίας κατά τας ημέρας Κυριακών ή εορτών, δια νυκτερινήν εργασίαν, καθώς και τα δώρα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματα αδείας ή έτερα, αποδοχαί ή αποζημιώσεις, είναι αι προβλεπόμενοι από τας διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, μη δυνάμεναι να υπολείπονται των αντιστοίχων των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ., εφ' ών εφαρμόζεται ο δημοσιοϋπαλληλικός Κώδιξ ...". Στη συνέχεια με το ν. 2687/1999, για την "αναμόρφωση και εκσυγχρονισμό της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης", συστάθηκαν δύο νέες ανώνυμες εταιρείες και έπαυσε να υφίσταται η εταιρεία του ν. 735/1977 ("ΔΕΘ Α.Ε.") και συγκεκριμένα, α) η "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", η οποία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ν. 2414/1996 και β) η "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε.", η οποία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920. Με το άρθρο 4 του νόμου αυτού ρυθμίζονται θέματα προσωπικού της "ΔΕΘ Α.Ε." και ορίζεται ότι το προσωπικό που υπηρετεί στη "ΔΕΘ Α.Ε." του ως άνω νόμου 735/1977, μεταφέρεται και συνεχίζει να υπηρετεί με την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους στη νέα "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." (η εταιρεία αυτή αναφέρεται ως εταιρεία του άρθρου 1). Το προσωπικό αυτό μπορεί μέσα σε προθεσμία δύο μηνών, να ζητήσει τη μεταφορά του, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε άλλες κενές θέσεις ή σε προσωποπαγείς θέσεις. Είναι όμως δυνατόν, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, μερικοί απ' αυτούς, να επιλεγούν από το Διοικητικό Συμβούλιο της "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΗΕLΕΧΡΟ ΑΕ" (η εταιρεία αυτή αναφέρεται ως εταιρεία του άρθρου 2) και να μεταφερθούν στην εταιρεία αυτή και να συνεχίσουν με την ίδια εταιρεία πλέον την εργασιακή τους σχέση. Εξάλλου, κατά άρθρο 4 παρ. 8 του ν. 2687/1999, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3581/2007, ορίζεται ότι, "Ο όρος συνέχιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων της εταιρείας "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε.", που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, αφορά στην αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας τους, στην εταιρεία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ΑΕ" του ν. 735/1977 από την οποία μεταφέρθηκαν. Για τους εργαζόμενους που μεταφέρθηκαν στην εταιρεία "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." και αποκλειστικά ως προς την αποζημίωση κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, οι εταιρείες "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." και "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." υποχρεούνται, αφού ληφθούν από τα Διοικητικά Συμβούλια αυτών οι σχετικές αποφάσεις, να χορηγήσουν πρόσθετη αποζημίωση, επιπλέον της προβλεπόμενης στις γενικές ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου, έως τη συμπλήρωση του ποσού που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 735/1977, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποχωρούντες έχουν συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον υπηρεσία στις ανωτέρω δύο εταιρείες. Η πρόσθετη αυτή αποζημίωση βαρύνει αναλογικά, για τα έτη προϋπηρεσίας στην εταιρεία "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." την ίδια, και για τα έτη προϋπηρεσίας στην ενιαία εταιρεία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." του ν. 735/1977, την εταιρεία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." του ν. 2687/1999. Η ανωτέρω διάταξη, η οποία είναι ερμηνευτική του ν. 735/1977 και αποτελεί ενιαίο σύνολο με το νόμο αυτό, και την οποία οφείλει να εφαρμόσει ο Άρειος Πάγος ορίζει, ως προς τη χορήγηση της πρόσθετης αποζημιώσεως, σε περίπτωση αποχωρήσεως από την υπηρεσία των υπαλλήλων των ως άνω εταιρειών, που έχουν τουλάχιστον εικοσαετή υπηρεσία σ' αυτές, ότι η υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως αυτής επιμερίζεται στις εταιρείες που έχει εργασθεί ο αποχωρών υπάλληλος και βαρύνεται η καθεμία απ' αυτές, ήτοι η "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." και η "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας που έχει σε καθεμία απ' αυτές ο εν λόγω υπάλληλος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι, μετά τη νομοθετική κατάργηση της εταιρείας του ν. 735/1977 και τη "διάσπασή" της σε δύο νέες εταιρείες, που συστάθηκαν με το ν. 2687/1999, οι τελευταίες υπεισήλθαν και οι δύο και όχι μόνον η εταιρεία του άρθρου 1, ως διάδοχοι στη θέση της αρχικής, οι δε συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στην πρώην "ΔΕΘ ΑΕ" δεν λύθηκαν με τη διαδοχή, αλλά συνεχίστηκαν με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, όπως και πριν την υπεισέλευση της καθεμίας εκ των ως άνω εταιρειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδας, την οποία διαδέχτηκαν και με τη διαδοχή καθιερώθηκε αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Η προστασία δε αυτή των εργαζομένων περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και το δικαίωμά τους για αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησεως (ΑΠ. 788/2011). Περαιτέρω, με το άρθρο 8 εδ. β' και γ' του ν. 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 ορίζεται ότι, μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπληρώσουν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν εάν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν, είτε να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198 /1955 καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 και του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Η παραπάνω διάταξη είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί και στις περιπτώσεις που η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, οπότε, η λύση της επέρχεται αυτοδικαίως, με τη συμπλήρωση του από το νόμο ή τον κανονισμό οριζόμενου ορίου ηλικίας, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση ή ο μισθωτός αποχωρήσει από την υπηρεσία του, λόγω συνταξιοδοτήσεως, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση αυτή ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία εφόσον πληρωθεί, με την καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη ή με την αποχώρηση πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αορίστου χρόνου, κι' έτσι μπορεί να εφαρμοσθεί και επ' αυτής η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 (Ολ.Α.Π. 30/2009, Ολ.Α.Π. 1110/1986). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 435/1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις ή συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 αυτού του άρθρου, που αφορούν την περίπτωση της αποχωρήσεως ή απομακρύνσεως του υπαλλήλου με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος (άρθρο 8 εδ. β' ν. 3198/1955). Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου της εύνοιας υπέρ του μισθωτού (άρθρα 680 ΑΚ 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ), αν με όρο Σ.Σ.Ε. ή Κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας, προβλέπονται ευνοϊκότεροι όροι ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως μισθωτών, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 1-11-1984 από την εταιρία µε την επωνυµία "Διεθνής Έκθεσις Θεσσαλονίκης Α.Ε.", η οποία έχει συσταθεί µε το Ν. 735/1977 ως καθολική διάδοχος του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυµία "Διεθνής Έκθεσις Θεσσαλονίκης". Η πρόσληψή του έγινε µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου. Με την ειδικότητα αυτή απασχολήθηκε στην πιο πάνω εταιρία, με διαδοχικές συµβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τις 16-12-1987, οπότε εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εταιρίας, στην κατηγορία ΜΕ2 στον κλάδο τεχνικών, ενώ αναγνωρίσθηκε η προϋπηρεσία του ως έκτακτου εργατοτεχνίτη με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στην ίδια εταιρία πριν την 1-11-1984, συνολικού χρόνου ενός έτους, ενός μηνός και δέκα εννέα ημερών. Με την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της πιο πάνω εταιρίας συνέχισε να εργάζεται σε αυτήν, με σύμβαση πλέον αορίστου χρόνου, μέχρι το έτος 1999. Τότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 2687/1999 "Αναμόρφωση και εκσυγχρονισμός της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης". Με αυτό το νόμο αφ' ενός η πιο πάνω εργοδότρια εταιρία Δ.Ε.Θ. Α.Ε. έπαυσε να υπάρχει (άρθρο 3 παρ. 3) αφότου δημοσιεύθηκαν στην Ε.Τ.Κ. οι Κ.Υ.Α. ορισμού των μελών του Δ.Σ. των δύο παρακάτω εταιριών (άρθρ. 1 παρ. 6, 2 παρ.5, 3 παρ.3 ) και αφετέρου δημιουργήθηκαν οι εταιρείες και δη α) η με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε. (Δ.Ε.Θ. Α.Ε.)" (του άρθρου 1), στους σκοπούς της οποίας, περιλαμβάνονται η ευθύνη της διοργάνωσης της ετήσιας Γενικής Έκθεσης Θεσσαλονίκης, η διοργάνωση περιφερειακών εκθέσεων και συνεδρίων ή πολιτιστικών εκδηλώσεων, η διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας της, η πρoβoλή του τουρισμού κ.λπ. (παρ. 3 του άρθρου 1) και β) η με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ -HELEXPO Α.Ε" του άρθρου 2 (αναιρεσίβλητη), στους σκοπούς της οποίας περιλαμβάνεται, η διοργάνωση, επίσης, εκθέσεων, συνεδρίων και γενικότερα εκδηλώσεων κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης (παρ. 3 του άρθρου 2). Με τη σύσταση των δύο αυτών εταιριών, το σύνολο της ακίνητης περιουσίας, καθώς και τα σήματα και λοιπά διακριτικά γνωρίσματα της πιο πάνω προηγούμενης εταιρίας (Δ.Ε.Θ. Α.Ε.), περιήλθαν χωρίς καμία διατύπωση στην εταιρία του άρθρου 1 (πρώτη), η οποία και ανέλαβε το σύνολο των υποχρεώσεων της ως άνω "Δ.Ε.Θ. Α.Ε." έναντι τρίτων (άρθρο 3 παρ. 1 και 4 ). Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της προηγούμενης εταιρίας ορίστηκε ότι θα κατανεμηθούν στις δύο νέες εταιρίες με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Μακεδονίας - Θράκης (άρθρο 3 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 2687/1999). Ωστόσο, η προαναφερόμενη πρώτη εταιρία του άρθρου 1 με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", κάνοντας χρήση της δυνατότητας που της παρείχε ο ως άνω Ν. 2687/1999 (άρθρο 3 παρ. 1), με έγγραφες συμβάσεις που καταρτίστηκαν στις 15-2-2000: α) εκμίσθωσε στην εναγόμενη εταιρία του άρθρου 2 τα αναφερόμενα ακίνητά της στη Θεσσαλονίκη και Αθήνα, για χρονικό διάστημα 15 ετών, προκειμένου η τελευταία να χρησιμοποιήσει αυτά αποκλειστικά για την εκπλήρωση των εκ του νόμου και του καταστατικού της σκοπών και ειδικότερα για τη διοργάνωση εκθέσεων, συνεδρίων και εκδηλώσεων στη Θεσσαλονίκη και αλλού, για την παροχή υπηρεσιών διαφήμισης κλπ, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε σε ποσοστό επί των ακαθαρίστων εσόδων της, β) ανέθεσε στην εναγόμενη την ευθύνη της διοργάνωσης της ετήσιας Γενικής Έκθεσης Θεσσαλονίκης (που η ίδια, κατ' άρθ. 1 παρ. 3 εδ. α' του ως άνω Ν. 2687/1999, είχε την ευθύνη) στο Εκθεσιακό Κέντρο Θεσσαλονίκης τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου και γ) παραχώρησε την αποκλειστική χρήση των σημάτων της και των δικαιωμάτων και απαιτήσεων απ' αυτά για χρονικό διάστημα 15 ετών. Ουσιαστικά, δηλαδή, η ως άνω εταιρία του άρθρου 1, με τις πιο πάνω συμβάσεις, παραχώρησε στην εναγομένη εταιρία τη χρήση των περιουσιακών της στοιχείων και την ευθύνη της διοργάνωσης τόσο της κύριας ετήσιας Γενικής Έκθεσης Θεσσαλονίκης όσο και άλλων θεματικών εκθέσεων ( INFAKOMA, AGROTlΚA, MARMIN). Παράλληλα, ο ίδιος ως άνω Ν. 2687/1999, πέρα από τη ρύθμιση των περιουσιακών στοιχείων της προηγούμενης εταιρίας του Ν. 735/1977, περιείχε και σαφείς διατάξεις (άρθ. 4) για την τύχη του προσωπικού της εταιρίας αυτής. Έτσι, κατ' αρχήν, όλο το προσωπικό της πιο πάνω εταιρίας, μεταξύ αυτών και ο ενάγων, μεταφέρθηκε και συνέχισε, με τους ίδιους όρους, την εργασία στην ως άνω εταιρία του άρθρου 1 (αρθρ. 4 παρ. 1 εδ. α' σε συνδ. με 1 παρ. 6 και 2 παρ. 5 του ως άνω νόμου). Στις 18-10-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η αναφερόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 4 Κ.Υ.Α. καθορισμού της ειδικότερης διαδικασίας της κατά των παρ. 1 εδ. β', 2 του ιδίου άρθρου είτε μεταφοράς προσωπικού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε κενές θέσεις ή σε προσωποπαγείς θέσεις Υπουργείων, Περιφερειών, Ο.Τ.Α. κ.λπ. (εδ. β' της παρ. 1) είτε μεταφοράς και συνέχισης της εργασιακής τους σχέσης, μετά από αίτηση υπαλλήλων, στην εναγόμενη εταιρία του άρθρου 2. Με τη δημοσίευση αυτής της απόφασης (αριθ. ΔΙΠΙΔΔ/Φ22Α/963/199117/8-10-1999), άρχισε η πιο πάνω διαδικασία τακτοποίησης του όλου προσωπικού και απ' αυτό άλλοι υπέβαλαν αιτήσεις μετάταξής τους σε άλλες υπηρεσίες (119 εργαζόμενοι), άλλοι υπέβαλαν αιτήσεις για μεταφορά τους και συνέχιση της εργασίας τους στην εναγομένη εταιρεία (33 εργαζόμενοι), άλλοι υπέβαλαν αίτηση εθελούσιας αποχώρησης (8 εργαζόμενοι) και οι υπόλοιποι (60) συνέχισαν να υπηρετούν µε την ίδια σχέση και τους όρους που ίσχυαν στην εταιρία του άρθρου 1. Ο ενάγων ήταν μεταξύ εκείνων των εργαζομένων που υπέβαλε την κατ' άρθ. 4 παρ. 2 αίτηση προκειμένου να συνεχίσει την εργασία του στην εναγομένη. Η τελευταία, µε απόφαση του Δ.Σ., δέχθηκε την αίτησή του και από την 1-3-2000 τον ενέταξε στο προσωπικό της. Από τότε ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του, στον ίδιο, όπως προηγουμένως, χώρο, µε τις ίδιες συνθήκες, το ίδιο αντικείμενο και τις ίδιες αποδοχές. Προσέφερε δε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 19-5-2005, οπότε η εναγομένη, µε την υπ' αριθ. 175/18-5-2005 απόφαση του Δ.Σ., κατήγγειλε τη σύµβαση εργασίας του, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή του, προσφέροντας ως αποζημίωση το ποσό των 12.060,49 ευρώ. Την αποζημίωσή του την υπολόγισε, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και Ν. 3198/1955, και έτσι κατέβαλε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 8 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, ποσοστό 40% της από το νόµο 2112/1920 προβλεπόμενης αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συµβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τον υπολογισµό της έλαβε υπόψη το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών τακτικών του ενάγοντος, κατά το χρόνο της καταγγελίας, ποσού 1.481,23 ευρώ και το σύνολο, της προϋπηρεσίας του (και στην προηγούμενη, δηλαδή, εταιρία του Ν. 735/1977). Ο ενάγων αρνήθηκε να εισπράξει το ποσό της αποζημίωσης, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη αποτελεί διάδοχο της ως άνω αρχικής, μέχρι την ισχύ του Ν. 2687/1999, εργοδότριας εταιρίας του Ν. 735/1977 και γι' αυτό δικαιούται, έχοντας συμπληρώσει 20ετή υπηρεσία πλήρη την αποζημίωση (τόσο, δηλαδή, μηνών όσο και τα έτη υπηρεσίας του), κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 735/1977 και του άρθρου 11 του από 27-11-1956 Β. Δ/τος, τα οποία ίσχυαν υπό την ισχύ του Ν. 735/1977 και εφαρμόζονται και στην προκειμένη περίπτωση. Μετά την άρνησή του αυτή η εναγόμενη προέβη στη δημόσια κατάθεση (άρθρο 427 επ. του ΑΚ) του παραπάνω ποσού. Ο ενάγων την ένδικη αξίωσή του τη θεμελιώνει στο, ότι η εναγομένη εταιρία έχει υποχρέωση, ως διάδοχος της αρχικής εργοδότριας εταιρίας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." του Ν. 735/1979, να του καταβάλλει αποζημίωση ίση με τις αποδοχές 23 μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 735/1977 σε συνδ. με το άρθρο 11 του από 27-11-1956 Β.Δ/τος, που έχουν εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση. Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, στην ένδικη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι πιο πάνω διατάξεις και ο ενάγων δικαιούται μόνο την αποζημίωση που ορίζεται από τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και του Ν. 3198/1955 (άρθρ. 8 παρ. 2). Και τούτο γιατί οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 735/1977 έχουν εφαρμογή όχι μόνο για την εταιρία του νόμου αυτού (την αρχική εργοδότρια), αλλά και για τη διάδοχο αυτής. Ωστόσο, διάδοχος της, τόσο κατά το Ν. 2687/1999 με τον οποίο συστάθηκε η εναγόμενη όσο και κατά τις κοινές διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και του Π.Δ/τος 578/1988, δεν είναι η εναγόμενη. Μόνη διάδοχός της είναι η εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", δηλαδή η εταιρία του άρθρου 1 του πιο πάνω Ν. 2687/1999. Ειδικότερα: Α) κατά το Ν. 2687/1999 είναι διάδοχος, γιατί σ' αυτόν αναφέρεται α) ότι η προηγούμενη εταιρία (αρχική εργοδότρια) του Ν. 735/1977 παύει να υφίσταται μετά τη δημοσίευση στην Ε.Τ.Κ. των Κ.Υ.Α. που ορίζουν τα Δ.Σ. των δύο άνω εταιριών του Ν. 2687/1999 (άρθρ. 3 παρ. 3 σε συνδ. με 1 παρ. 6 και 2 παρ. 5) και ότι η πιο πάνω εταιρία του άρθρου 1 αυτού του νόμου αναλαμβάνει το σύνολο των υποχρεώσεων της προηγούμενης εταιρίας έναντι τρίτων και οι σχετικές δίκες συνεχίζονται κατ' αυτής χωρίς καμία διατύπωση. Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι μετά την κατάργηση (από το νόμο) της προηγούμενης εταιρίας η ως άνω εταιρία "Δ.Ε.Θ. - Α.Ε." υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της προηγούμενης εταιρίας, γεγονός που την εξομοιώνει µε καθολικό διάδοχο, β) ότι οι διατάξεις των άρθρων 5, 23, 24, 25 και 26 του Ν. 735/1977 εξακολουθούν να ισχύουν (και μετά το Ν. 2687/1999 και όπου στις διατάξεις αυτές αναφέρεται η "Δ.Ε.Θ. Α.Ε." νοείται η συνιστώμενη µε το άρθρο 1 του νόµου 2687/1999 (άρθ. 3 παρ. 7). Οι διατηρούμενες αυτές διατάξεις που αναφέρονται στη διατήρηση ατέλειας σε σχέση µε τις μεταβιβάσεις ακινήτων (από φόρους, τέλη μεταγραφής κ.λπ.), στο χώρο της "Δ.Ε.Θ. Α.Ε." ως προσωρινών τελωνειακών αποθηκών κ.λπ, ισχύουν, δηλαδή, µόνο για την πιο πάνω εταιρία του άρθρου 1 και όχι και για την εναγόμενη, γ) ότι το σύνολο της ακίνητης περιουσίας, τα σήµατα καθώς και τα λοιπά διακριτικά γνωρίσµατα της προηγούμενης εταιρίας του Ν. 735/1977 περιέρχονται, χωρίς καμία διατύπωση στην εταιρία του άρθρου 1, ότι κατ' αρχήν όλο το προσωπικό της προηγούμενης εταιρίας μετά τη δημοσίευση των Κ.Υ.Α. περί ορισμού Δ.Σ. μεταφέρεται και υπηρετεί µε την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους στην εταιρία του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. α' και στη συνέχεια το προσωπικό αυτό μεταφέρεται είτε σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου ή Ο.Τ.Α. κ.λπ. (µε μετατάξεις) είτε στην εναγόμενη εταιρία (4 παρ. 1 εδ' β', 2) και όσοι απομείνουν συνεχίζουν να υπηρετούν µε την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους στην εταιρία του άρθρου 1 (άρθρ. 4 παρ. 3 εδ. α'), ότι το προσωπικό που προέρχεται από την πρώην Δ.Ε.Θ. Ν.Π.Δ.Δ. συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εταιρία του άρθρου 1, μέχρι τη συνταξιοδότησή του και ότι για το προσωπικό που δεν θα μεταφερθεί σε άλλες υπηρεσίες ή στην εναγόμενη εταιρία, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 735/1977, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση µε τις διατάξεις του Ν. 2687/1999 (άρθ. 4 παρ. 7). Δηλαδή και απ' αυτές τις τελευταίες διατάξεις, σε συνδυασμό µε εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 1, που ορίζει τους αναφερόμενους και παραπάνω σκοπούς της εταιρίας του άρθρου 1, προκύπτει ότι η διατήρηση αφ' ενός της ταυτότητάς της επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας, (µε το σύνολο σχεδόν των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, εννόµων σχέσεων, πραγμάτων, τεχνικών εγκαταστάσεων κ.λπ.) και αφ' ετέρου, της ταυτότητας της εργασιακής σχέσεως και του αμεταβλήτου του εργασιακού καθεστώτος από τον ίδιο το νομοθέτη, συνδέεται µόνο µε την εταιρία του άρθρου 1 και όχι µε (ή και µε) την εναγόμενη. Σ' αυτή την εταιρία του άρθρου 1 περιέρχονται το σύνολο της ακίνητης περιουσίας (συνεδριακά Κέντρα, Πύλες, περίπτερα κ.λπ.), καθώς και τα σήµατα και λοιπά διακριτικά γνωρίσματα της προηγούμενης εταιρίας, ενώ µόνο τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία αυτής (πολύ περιορισμένα μάλιστα) κατανέµονται στην πιο πάνω εταιρία και στην εναγόμενη. Αλλά και µόνο για τους εργαζόμενους (σε όλους αρχικά) στην εταιρία του άρθρου 1 ή σε όσους αποµείνουν σ' αυτή μετά την ως άνω μεταφορά του προσωπικού), ορίζεται ρητά ότι συνεχίζουν να υπηρετούν µε την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους και εξακολουθεί η εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 735/1977. Αντίθετα η συνέχιση της εργασιακής σχέσης στην εναγόμενη (εταιρία του άρθρου 2 ) δεν ήταν αυτοδίκαιη και ανεξάρτητη από τη βούληση του εργοδότη και του εργαζομένου, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της εκ του νόμου ή της σύµβασης μεταβίβασης της επιχείρησης και της μεταβολής (διαδοχής) του προσώπου του εργοδότη, αλλά προϋπόθετε, αφ' ενός αίτηση και αφετέρου επιλογή (απόφαση) του Δ.Σ. της εναγομένης. Επί πλέον, για το προσωπικό που, μετά από αίτησή του, θα μεταφερθεί στην εναγομένη, γίνεται µόνο λόγος για "συνέχιση της εργασιακής σχέσης" (και όχι και αναφορά ότι συνεχίζουν µε την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους και µε εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 735/1977) γεγονός που σημαίνει µόνο την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του στην προηγούμενη εταιρία του Ν. 735/1977. Η πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου ότι η εναγόμενη δεν είναι διάδοχος της ως άνω προηγούμενης εταιρίας κατά το Ν. 2687/1999 και ότι το προσωπικό αυτής δεν συνεχίζει µε τους ίδιους όρους όπως πριν και γι' αυτούς δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν. 735/1977 (και δη του άρθρου 22 που προσδιορίζει τις προϋποθέσεις και το ύψος της δικαιούμενης αποζημίωσης) ενισχύεται και από την μετέπειτα, µε το άρθρο 22 του Ν. 3581/2007 Φ.Ε.Κ. Α' 140/28-6-2007, προσθήκη της παραγράφου 8 στο ως άνω άρθρο 4 του Ν. 2687/1999. Αλλά και κατά τις ως άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, Π.Δ 578/1988) διάδοχος είναι η εταιρία του άρθρου 1 και όχι η εναγόμενη εταιρία (του άρθ. 2), γιατί, κατά τα παραπάνω, μόνο αυτή μπορούσε να διατηρήσει την ταυτότητα της μέχρι τότε επιχειρήσεως και την οικονομική δραστηριότητα της προηγούμενης εταιρίας, έχοντας αναλάβει το σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, εννόμων σχέσεων, πραγμάτων κ.λπ. της προηγούμενης εταιρίας. Αυτή μόνο είχε όλα τα ως άνω προνόμια της εταιρίας του Ν. 735/1977 και σ' αυτή μεταφέρθηκε αρχικά όλο το προσωπικό της παραπάνω εταιρίας, με τη δυνατότητα, απλώς μέρους αυτού (του προσωπικού ), μετά από αίτησή του, να μεταφερθεί σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. κ.λπ. ή στην εναγόμενη εταιρία. Και πράγματι τη διατήρησε την ταυτότητα της επιχείρησης και την οικονομική δραστηριότητα αυτής, χωρίς τούτο να αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως είχε από το νόμο (2687/1999) δικαίωμα, με τις ως άνω επί μέρους συμβάσεις εκμίσθωσε τα ακίνητα στην εναγόμενη, παραχώρησε σ' αυτή την αποκλειστική χρήση των σημάτων της και της ανέθεσε την ευθύνη της διοργάνωσης της ετήσιας Γενικής Έκθεσης Θεσσαλονίκης για χρονικό διάστημα 15 ετών. Η εναγόμενη κάνει από την αρχή χρήση των ως άνω ακινήτων της εταιρίας του άρθρου 1 (και πριν της εταιρίας του Ν. 753/1977) και διοργανώνει στους πιο πάνω χώρους την Ετήσια Γενική Έκθεση, στα πλαίσια των παραπάνω - και μόνο - συμβάσεων και μάλιστα που αναφέρθηκαν. Άλλωστε αυτή δεν είχε υποχρέωση από το νόμο και δεν διατήρησε αμετάβλητες τις μέχρι τότε θέσεις εργασίας, καθόσον σ' αυτή απασχολήθηκε μικρό μόνο μέρος του προσωπικού της προηγούμενης εταιρίας του Ν. 735/1977 και μάλιστα μόνο εκείνο που επιλέχθηκε, μετά από αίτηση των ίδιων των εργαζομένων, από το Δ.Σ. της εναγόμενης και έτσι γι αυτή, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης οικονομικής μονάδας. Μετά απ' αυτά και εφόσον κατά τα παραπάνω η εναγόμενη δεν είναι διάδοχος της αρχικής (ως άνω) εργοδότριας εταιρίας (του Ν. 735/1977 ), στην επίμαχη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι ειδικές - για την αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεως - διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 737/1977, αλλά μόνο οι κοινές εργατικές διατάξεις του Ν. 2112/1920 και του Ν. 3198/1955. Έτσι, λαµβάνοντας υπόψη τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου, πριν την καταγγελία, μήνα και την εν γένει υπηρεσία του ενάγοντος στην εναγομένη, αλλά και στην ως άνω προηγούμενη εργοδότρια, προσδιόρισε την αποζημίωση. Στη συνέχεια το Εφετείο καταλήγει στην κρίση ότι, εφόσον η καταγγελία της ένδικης συµβάσεως έγινε από μέρους της εναγομένης επειδή ο ενάγων είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις να λάβει σύνταξη γήρατος, ο τελευταίος εδικαιούτο ως αποζημίωση, ποσοστό 40% της πιο πάνω αποζημίωσης (άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3198/1955), 14.516,05 ευρώ, δηλαδή εδικαιούτο το ποσό των = 36.290,13 ευρώ Χ 40%. Το ποσό αυτό όφειλε να καταβάλει η εναγομένη, σύµφωνα µε τις πιο πάνω διατάξεις, στον ενάγοντα και η άρνησή της να καταβάλει ολόκληρη την αποζημίωση του άρθρου 22 του Ν. 735/1977, το οποίο, κατά τα παραπάνω, δεν έχει εφαρμογή στην επίµαχη καταγγελία, δεν αντίκειται στο νόμο και είναι δικαιολογημένη. Με βάση τα παραπάνω δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1, 22 του Ν. 435/1977, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 του ν.δ. 3198/1955, 1, 4, 5, 6 και 8 (που προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3581/2007) ν. 2687/1999, άρθρο 22 και 25 του Συντάγματος, διότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, μετά τη νομοθετική κατάργηση της εταιρείας του ν. 735/1977 και τη "διάσπασή" της σε δύο νέες εταιρείες, που συστάθηκαν με το ν. 2687/1999, οι τελευταίες υπεισήλθαν και οι δύο και όχι μόνον η εταιρεία του άρθρου 1, ως διάδοχοι στη θέση της αρχικής, οι δε συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στην πρώην "ΔΕΘ ΑΕ" δεν λύθηκαν με τη διαδοχή, αλλά συνεχίστηκαν με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, όπως και πριν την υπεισέλευση της καθεμίας εκ των ως άνω εταιρειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδας, την οποία διαδέχτηκαν και με τη διαδοχή καθιερώθηκε αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Η προστασία δε αυτή των εργαζομένων περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και το δικαίωμά τους για αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησεως. Επομένως είναι βάσιμοι οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας της (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την, με αριθμό, 2407/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ