Legislator Case Law & Legislation
463/2009 AI generated

463/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 463/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 21 Απριλίου 1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/1994, 96/1996 προδικαστικές, 129/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6793/1998, 6620/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Αυγούστου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

463/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 11/1996).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 463 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 463/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σαλώμη Δερμάτη με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΣ Α.Ε." με τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΒΕΚ Α.Ε", που τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και εκπροσωπείται νόμιμα, από την εκκαθαρίστρια αυτής, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 21 Απριλίου 1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/1994, 96/1996 προδικαστικές, 129/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6793/1998, 6620/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Αυγούστου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 24-8-2006 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6620/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της από 5-12-2007 βεβαίωσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, με κλήση της πρώτης προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 3-12-2007, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε και η υπόθεση μεταφέρθηκε στο πινάκιο της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη με την ιδιότητα που παρίσταται. Πλην όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δε προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αλλά και οι λόγοι της έφεσης του περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, (ΑΠ 11/1996), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των προσκομιζομένων κατ' αρθ. 568 παρ. 1 του ΚΠολΔ διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 21-4-1993 αγωγή της, όπως αυτή περιορίστηκε κατά το ποσό με τις προτάσεις, ιστορούσε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, όπως εκπροσωπείται τώρα, ότι ο αναιρεσείων, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΕΜ Ε.Π.Ε." εξέδωσε υπ' αυτή την ιδιότητά του και μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, τις αναφερόμενες τέσσερις τραπεζικές επιταγές, σε διαταγή αυτής (ενάγουσας), με ημερομηνία 5/4, 11/4, 30/4 και 2/5 έτους 1992, ποσού δρχ. 12.045.551, 12.867.660, 14.428.022 και 16.338.426, αντίστοιχα, τις οποίες και της παρέδωσε και ότι όταν αυτή, (αναιρεσίβλητη), ως νόμιμη κομίστρια αυτών τις εμφάνισε, εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Γενική Τράπεζα προς πληρωμή και συγκεκριμένα στις 6/4, 13/4, 30/4 και 4/5 του έτους 1992, αντίστοιχα, οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν (καθόσον, εντός της νόμιμης προς εμφάνιση προθεσμίας, ο εκδότης τους - αναιρεσείων - τις είχεν ανακαλέσει), ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει σ' αυτή (αναιρεσίβλητη) το χρηματικό ποσό των δραχμών 45.629.659, ως αποζημίωση, για τη ζημία που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια ως άνω συμπεριφορά εκείνου σε βάρος της με τη μη πληρωμή των τεσσάρων επιταγών.

Ζήτησε, επίσης, η αναιρεσίβλητη να απαγγελθεί κατά του αναιρεσείοντος, λόγω της ως άνω αδικοπραξίας του και προσωπική κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 110/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία τάχθηκαν στην αναιρεσίβλητη τα οικεία θέματα απόδειξης, μετά δε τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 129/30-9-1998 απόφαση με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εν μέρει η αγωγή και ο αναιρεσείων υποχρεώθηκε, ενεχόμενος σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της ρηθείσας εταιρίας, ως εκ της ρηθείσας ιδιότητάς του, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως αποζημίωση, λόγω αδικαιοπραξίας από τη μη πληρωμή των επιταγών μέρος της συνολικής αξίας των μη πληρωθεισών επιδίκων επιταγών (δρχ. 45.629.659), νομιμότοκα, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, απειλήθηκε δε κατ' εκείνου και προσωπική κράτηση, διάρκειας 10 μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης αυτής, λόγω της αδικοπραξίας.

Με την υπό από 2-11-1999 έφεσή του, εκτός από την επίκληση δεδικασμένου, ο αναιρεσείων παραπονέθηκε για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ζήτησε δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής. Επικαλέσθηκε δε εκτός άλλων για την ευδοκίμηση του λόγου της έφεσής του, που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ιδιαίτερα για το γεγονός της έλλειψης: 1) Ζημίας πραγματικής στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, αλλά και 2) υπαιτιότητάς του ως προς την ανάκληση των επίδικων επιταγών το μεταγενέστερο, μετά, τη μεταπόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 12-3-1998, με βάση την οποία εκδόθηκε η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, γεγονός, της δημοσίευσης, στις 14-7-1998 της υπ' αριθμ. 6793/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις της ήδη αναιρεσίβλητης ως τότε καθ' ης η ανακοπή και της εκπροσωπούμενης από τον ήδη αναιρεσείοντα Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης, κατά την έκδοση των πιο πάνω τεσσάρων επιταγών κατά της υπ' αριθ. 96/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.

Με την τελευταία αυτή απόφαση, που κατέστη στη συνέχεια τελεσίδικη, ακυρώθηκε συνεπεία ανακοπής της ίδιας πιο πάνω Ε.Π.Ε. η υπ' αριθ. 131/1992 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που εκδόθηκε με βάση τις ίδιες τέσσερις επιταγές, για το λόγο ότι η σύμβαση πώλησης στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν και ανακλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα οι ένδικες επιταγές είχε ανατραπεί, κατόπιν της γενόμενης αναστροφής αυτής και επήλθε αυτοδίκαιη απόσβεση των υποχρεώσεων της ανακόπτουσας τότε Ε.Π.Ε.

για καταβολή του τιμήματος και κατ' επέκταση απόσβεση της υποχρέωσης της για πληρωμή των ίδιων επιταγών. Και ναι μεν η τελεσίδικη εκείνη απόφαση εκδόθηκε σε δίκη που δε συμμετείχε ο ήδη αναιρεσείων, και με αντικείμενο την απαίτηση από τις ένδικες επιταγές από τις διατάξεις των άρθρων 19, 28, 29 και 32 του Ν. 5960/1933 και όχι την ένδικη αξίωση από αδικοπραξία από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ και 79, 32 του ν. 5960/1933, ώστε δε συνέτρεχαν εκ των πραγμάτων οι προϋποθέσεις δεδικασμένου των άρθρων 324 και 325 του ΚΠολΔ για την ένδικη διαφορά.

Όμως, η ίδια εκείνη τελεσίδικη απόφαση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 329 του ΚΠολΔ και 1 παρ. 1 και 26 του ν.3190/1955, καίτοι δεν αφορούσε ατομική ευθύνη (προσωπική) του ήδη αναιρεσείοντος ως μέλους της ανακόπτουσας τότε Ε.Π.Ε., δέσμευε τα εν προκειμένω διάδικα μέρη ως προς την ανυπαρξία αντίστοιχης υποχρέωσης της ανακόπτουσας Ε.Π.Ε.

από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933, από τις τέσσερις επιταγές έναντι της αναιρεσίβλητης, συνεκτιμώμενη δε στο πλαίσιο της προκειμένης δίκης, αφορούσε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, στην έρευνα του πιο πάνω λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος τόσο την ύπαρξη πραγματικής ζημίας στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης από την ανάκληση και μη πληρωμή των ίδιων επιταγών από τον αναιρεσείοντα, όσο και τη μη ύπαρξη υπαιτιότητάς του κατά την ανάκληση των ίδιων επιταγών.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, εξετίμησε το περιεχόμενο της έφεσης του αναιρεσείοντος στο σύνολό της ως προβολή μόνο του δεδικασμένου από την πιο πάνω τελεσίδικη κρίση, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασής που είχε δεχθεί την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, χωρίς όμως να ερευνήσει καθόλου τον προαναφερθέντα λόγο της έφεση του αναιρεσείοντος, που είχε σχέση με κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την πρόκληση πραγματικής ζημίας στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και ως προς την υπαιτιότητά του κατά την ανάκληση των επίδικων επιταγών, όσο τα κρίσιμα αυτά περιστατικά συνδεόταν με την ένδικη αγωγική του ευθύνη από αδικοπραξία και τις παραδοχές της πιο πάνω υπ' αριθ. 6793/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβάλλεται κατ' ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου ειδικά με το δεύτερο λόγο του αλλά και με τους λοιπούς τρεις λόγους του, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους από τον αναιρεσείοντα ως στηριζόμενους στους αριθ. 1, 12 και 19 του ΚΠολΔ.

Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή των τεσσάρων λόγων του αναιρετήριου ως βασίμων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 6620/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ