Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected claim as legally unfounded without examining facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to examine specific evidence and provided insufficient reasoning for rejecting the claim based on Articles 920, 929, 931, and 932 of the Civil Code. The court ruled that an appeal based on Article 559 of the Code of Civil Procedure is inadmissible when the lower court rejects a claim as legally unfounded without conducting a factual inquiry.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(11)(c), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging failure to examine evidence or lack of specific reasoning is inadmissible when the lower court rejects the claim as legally unfounded without conducting a factual inquiry.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 462 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 462/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ραχήλ Κρητικού. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Aθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-03-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3507/2015 του ιδίου Δικαστηρίου και 4684/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4684/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία, μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αρχικώς αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", της οποίας, λόγω διάσπασης δι' αποσχίσεως του κλάδου των τραπεζικών εργασιών της με σύσταση νέας εταιρίας, καθολική διάδοχος τυγχάνει η παριστάμενη και νομίμως εκπροσωπούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε." ("Επωφελούμενη"), η οποία υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "Διασπώμενης" αρχικώς αναιρεσίβλητης στις 20.3.2020, όταν και καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ η υπ' αρ. 31847/2020 Απόφαση της ΓΓ Εμπορίου & Προστασίας του Καταναλωτή, που ενέκρινε την εν λόγω διάσπαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4601/2019 και του ν. 2515/1997 (όπως ισχύουν), και η οποία νομίμως συνεχίζει, αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση, την, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκκρεμή δίκη (άρθρ. 70 παρ. 3 ν. 4601/2019) και χωρίς να επέρχεται, λόγω της διάσπασης, διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, ενώ δεν αμφισβητείται η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου (ΑΠ 512/2011, 1196/2018, 917/2020) και αποδεικνύεται, άλλωστε, από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την ήδη αναιρεσίβλητη υπ' αρ. πρωτ. 31909/20.3.2020 Ανακοίνωση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 11.10.2017, χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής, και η αίτηση κατατέθηκε στις 04.10.2018, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευσή της. Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνα συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του [...]. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι μία από τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της και, συνακόλουθα, για την ύπαρξη αξιώσεως από αυτήν, είναι η απόδειξη ζημίας, η οποία προκαλείται αιτιωδώς από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα πιο πάνω αγαθά, ήτοι της πίστης, του επαγγέλματος ή του μέλλοντος του θιγόμενου προσώπου.
Με βάση το άρθρο 920 ΑΚ ο θιγόμενος μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία, κατ' άρθρο 932 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί, επιπλέον, να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα και σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια.
Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη. Αυτό συμβαίνει, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ (ΑΠ 718/2017, 179/2011). Πέραν τούτων, το πεδίο εφαρμογής της ΑΚ 59 περιλαμβάνει αποκλειστικά προσβολές του δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, ενώ η ΑΚ 932 παρέχει ικανοποίηση και της ηθικής βλάβης που προκαλείται από αδικοπραξία που στρέφεται κατά της περιουσίας.
Ωστόσο, και οι δύο αυτές διατάξεις ανήκουν στις οριζόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες επιτρέπεται, σύμφωνα με την ΑΚ 299, η χρηματική ικανοποίηση για μη περιουσιακή ζημία (ΑΠ 1643/2018, 474/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι θεσπίζεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος να αποκαταστήσει κάθε περιουσιακή και μη περιουσιακή ζημία τρίτου που προκλήθηκε από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος κατά την υπηρεσία του. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 736/2012).
Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, κατά την έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία η πιστοδότρια τράπεζα, ασκεί το συμβατικό της δικαίωμα να κλείνει οποτεδήποτε τον ανοιγέντα αλληλόχρεο λογαριασμό κατά την ίδια αυτής κρίση, όταν χωρίς ίδιον αυτής συμφέρον επιχειρεί τούτο, ενώ, η συνεπεία του κλεισίματος του λογαριασμού επερχομένη στον πιστούχο ζημία είναι ιδιαιτέρως σημαντική (ΑΠ 644/1997).
Όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.
Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ' αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος. (ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 1472/2004).
Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη. Επομένως, εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, σε αποζημίωση (ΟλΑΠ 16/2006).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, με αυτές των άρθρων 361, 874 ΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", συνάγεται ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης. Κάθε ένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε, με καταγγελία του, να θεωρήσει ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε εγκύρως μπορεί να έχει συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία. Το χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο (ΑΠ 1437/2014, ΑΠ 1227/2006, ΑΠ 263/1998, ΑΠ 644/1997).
Κατά το άρθρο 1330 ΑΚ η προσημείωση εξαλείφεται: 1. Με συναίνεση του δανειστή, που παρέχεται όπως και για την εξάλειψη της υποθήκης 2. αν προσαχθεί απόφαση που ανακαλεί την απόφαση που είχε διατάξει την εγγραφή της ή απόφαση που διατάζει την εξάλειψή της 3. αν από την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης πέρασαν ενενήντα ημέρες χωρίς η προσημείωση να τραπεί σε υποθήκη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 1324 ΑΚ, οι υποθήκες που έχουν εγγραφεί εξαλείφονται από το βιβλίο υποθηκών είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση. Η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη της υποθήκης γίνεται κατά το άρθρ. 1325 ΑΚ με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, ενώ αν αυτός δεν συναινεί, μολονότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την εξάλειψη της υποθήκης, ορίζουν τα άρθρα 1327 και 1328 ΑΚ ότι διατάζεται από το δικαστήριο ύστερα από αγωγή όποιου έχει έννομο συμφέρον, εφόσον η υποθήκη έχει αποσβεσθεί ή η εγγραφή της είναι άκυρη.
Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει μεν ότι δεν θεμελιώνεται στο νόμο ρητή υποχρέωση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη (ή την άρση) της υποθήκης, όμως η άρνησή του ενδέχεται τελικά να είναι παράνομη και να στηρίζει αδικοπρακτική ευθύνη του κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, αφού κατά την έννοια του άρθρου αυτού παράνομη είναι όχι μόνον η συμπεριφορά που παραβιάζει ειδικό απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και αυτή που παραβιάζει τις γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς που απορρέουν ιδίως από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όπως αυτές αποτυπώνονται πρωτίστως στα άρθρα 200, 281 και 288 του ΑΚ.
Έτσι, παράνομη είναι η συμπεριφορά και όταν δεν τηρείται η επιμέλεια που μπορεί και πρέπει να δείχνει ο μέσος άνθρωπος για την ασφάλεια και προστασία προσώπων και αγαθών με τα οποία έρχεται σε επαφή, δηλαδή όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των άλλων, αλλιώς το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλους υπαιτίως (ΟλΑΠ 967/1973 ΑΠ 2027/2014), στο μέτρο πάντως που αυτό επιβάλλεται από τις ως άνω αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά και της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών.
Περαιτέρω, αδικοπρακτική ευθύνη από την άρνηση εξάλειψης της υποθήκης μπορεί να θεμελιωθεί και στο άρθρ. 919 ΑΚ, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Το άρθρο αυτό, που ορίζει ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρ. 914 ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος άλλου ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.
Ανάγεται έτσι σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννάει υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΟλΑΠ 10/1991). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.
Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της, περί νομικής επάρκειας της αγωγής, κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κύρια εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, σε περίπτωση δε που το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 37/2008), ενώ σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύται για καθεμία απ' αυτές και το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 37/2008).
Εν προκειμένω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 30.3.2011, παραδεκτώς επισκοπούμενη, αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Ότι η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), με την οποία ο ίδιος (ενάγων) διατηρούσε πολυετή και αγαστή συνεργασία, δυνάμει της υπ' αριθ. 32031090/26.11.2003 συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία " ...", ως πιστούχου, με έδρα τη ..., και στην οποία ο ενάγων συμβλήθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, αλλά και ατομικά ως εγγυητής, χορήγησε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ.
Ότι στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. ... συμβάσεως παροχής πιστώσεως, με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας με την αρχική επωνυμία "...", η οποία μετονομάστηκε σε "...", ως πιστούχου, με έδρα ..., και στην οποία ο ενάγων συμβλήθηκε, επίσης, ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, αλλά και ατομικά ως εγγυητής, χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ, η οποία, ακολούθως, αυξήθηκε, διαδοχικά, αφενός δυνάμει της υπ' αριθ. 43/422/1/13.2.2006 συμβάσεως αυξήσεως πιστώσεως κατά το ποσό των 400.000 ευρώ και αφετέρου δυνάμει της όμοιας υπ' αριθ. 43/422/1/21.5.2009 συμβάσεως κατά το ποσό των 350.000 ευρώ, στις οποίες ο ενάγων συμβλήθηκε, επίσης, ως εγγυητής.
Ότι, για την εμπράγματη εξασφάλιση των χρηματικών αυτών απαιτήσεών της, η εναγομένη προέβη, στην εγγραφή διαδοχικών προσημειώσεων υποθηκών επί των, περιγραφόμενων στην αγωγή, τριών ακινήτων ιδιοκτησίας του ενάγοντος (ήτοι, επί διαμερίσματος του έκτου ορόφου στο ... και επί δύο οικοπέδων μετά κτισμάτων στην Οία της νήσου ...ς), η εμπορική αξία των οποίων υπερκάλυπτε τις χρηματικές απαιτήσεις της εναγομένης.
Ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου του έτους 2010, ο ενάγων αντιμετώπισε μια πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια καταβολής μέρους ληξιπρόθεσμης οφειλής, προερχόμενης από συμβατικούς τόκους των άνω συμβάσεων, ποσού 5.000 ευρώ. Ότι από την αρχή της εμφάνισης της Παγκόσμιας Οικονομικής Κρίσης (2008) μέχρι το Μάρτιο 2010, ήταν εμφανής η πίεση της εναγομένης, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, προς τον ίδιο, ως προς τη συνέχιση καταβολής των τόκων, προς εξασφάλιση της ρευστότητας της Τράπεζας, και ότι από τις αρχές του έτους 2010 η εναγομένη, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, ζήτησε από αυτόν να συναινέσει στην τροποποίηση των άνω συμβάσεων, ώστε να αυξηθεί το ύψος των συμβατικών επιτοκίων, πλην όμως εκείνος αρνήθηκε.
Ότι, εξαιτίας της αρνήσεώς του, η εναγομένη ακολούθησε μια πιεστική τακτική απέναντί του, συνιστάμενη σε απειλές ότι θα προέβαινε στο κλείσιμο των λογαριασμών και στην καταγγελία των συμβάσεων πιστώσεως, ώστε να καταστούν οι οφειλές από τις συμβάσεις αυτές, για τις οποίες είχε εγγυηθεί και ο ίδιος, ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Ότι η εναγομένη, στην προσπάθειά της να εντείνει τις πιέσεις της προς αυτόν, άσκησε, όλως καταχρηστικώς, χωρίς καμία σχετική προειδοποίηση και ενημέρωση, την από 9.3.2010 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατ' αυτού και της (επίσης εγγυητού στις άνω συμβάσεις πίστωσης) συζύγου του, προκειμένου να της χορηγηθεί άδεια εγγραφής νέας προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 450.000 ευρώ, στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας των καθ' ων, προς περαιτέρω εξασφάλιση της ήδη εμπραγμάτως εξασφαλισμένης απαίτησής της, που απέρρεε από την ως άνω υπ' αριθ. ...
σύμβαση παροχής πιστώσεως και των συμβάσεων αυξήσεως της πιστώσεως αυτής, και ότι με την ίδια αίτηση, αιτήθηκε και τη χορήγηση προσωρινής διαταγής εναντίον του, προκειμένου να απαγορευθεί οιαδήποτε νομική και πραγματική μεταβολή της περιουσιακής του κατάστασης. Ότι στην ανωτέρω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων η εναγομένη διέλαβε συκοφαντικούς ισχυρισμούς, που έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του, καθώς αυτή ισχυρίστηκε ότι η χορηγηθείσα πίστωση δεν εξυπηρετούνταν ομαλά με τις ίδιες καταβολές εκ μέρους του, ότι ο ενάγων δεν ανταποκρινόταν στις οχλήσεις της να προβεί στην εμπρόθεσμη καταβολή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ότι είχε καταστεί αδύνατη η επικοινωνία της με τους φορείς της πιστούχου (της δεύτερης πιστωτικής σύμβασης) και ότι, δεδομένης της έλλειψης ρευστότητας και της ραγδαίας επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασής του, ήταν πιθανό να αυξηθεί το ύψος των ληξιπρόθεσμων μη εξυπηρετούμενων οφειλών του προς αυτήν και τέλος, ότι, λόγω του προφανούς κλονισμού της φερεγγυότητάς του, ήταν πιθανό να αποξενωθεί από τα περιουσιακά του στοιχεία προβαίνοντας στην εκποίηση αυτών ή ακόμη και να προβεί στην καταδολιευτική επιβάρυνσή τους, αναφέροντας στην ως άνω αίτηση, ως χαρακτηριστική ένδειξη του σκοπού αποξένωσής του από τα περιουσιακά του στοιχεία, την εκδηλωθείσα πρόθεσή του να προβεί σε πώληση του ανωτέρω διαμερίσματος του ..., επί του οποίου η ίδια (εναγομένη) είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης.
Ότι οι ισχυρισμοί αυτοί, που ουδόλως ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, καθώς μέχρι το χρόνο που του επιδόθηκε η ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (12.3.2010) είχαν καταβληθεί ληξιπρόθεσμες οφειλές, από τόκους, ποσών 5000 και 6000 ευρώ στις 1.3.2010 και 5.3.2010, αντίστοιχα, [καταβληθείσες, όπως εκθέτει στην αγωγή, από τον ίδιο, διότι οι άνω πιστούχες εταιρείες και οι υπόλοιποι (πλην του ιδίου) μέτοχοι δεν ήταν σε θέση να καλύψουν ιδίοις χρήμασι τα ποσά], απομένοντας ανεξόφλητο ποσό 4500 ευρώ από το σύνολο ληξιπρόθεσμης οφειλής 15.500 ευρώ, απέβλεπαν και μόνο στην προσβολή της προσωπικότητάς του ως ατόμου και ως επιχειρηματία.
Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ο ενάγων ότι, στην προσπάθειά του να ανταποκριθεί με συνέπεια στις συμβατικές του υποχρεώσεις, είχε ενημερώσει προφορικά αλλά και στη συνέχεια με την από 17.3.2010 επιστολή του την εναγομένη για την πρόθεσή του να προβεί στην εκποίηση του ακινήτου του στο ..., αιτούμενος, συγχρόνως, από αυτήν να συναινέσει στην άρση της προσημείωσης υποθήκης, προκειμένου η εκποίηση του ακινήτου να γίνει ελεύθερη βαρών και το εισπραχθέν τίμημα από την πώληση να διατεθεί προς εξόφληση της οφειλής του, που απέρρεε από την πρώτη των άνω συμβάσεων παροχής πίστωσης.
Ότι η εναγομένη αρνήθηκε να συναινέσει στην αιτούμενη άρση της προσημείωσης υποθήκης και έσπευσε, εντείνοντας την ήδη ασφυκτική πίεση προς αυτόν, να καταθέσει την προαναφερόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και, επιπλέον, ότι στις τηλεφωνικές και προφορικές επικοινωνίες που είχε ο ίδιος με τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης, που εργάζονταν στο 043 υποκατάστημά της, αυτοί ήταν απόλυτα πιεστικοί και απειλητικοί μαζί του και απαιτούσαν άμεσα την επιστροφή των ποσών των πιστώσεων, παρόλο που σε όλες τις γραπτές επικοινωνίες τους οι ίδιοι προστηθέντες προσπαθούσαν να μη δείξουν τις πραγματικές απειλητικές τους διαθέσεις και ότι για το λόγο αυτόν οι γραπτές επικοινωνίες τους ήταν "κατ' επίφαση" φιλικές.
Ότι συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας αλλά και καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης, που επέδειξε αυτή, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, από τις αρχές Μαρτίου 2010, και του προκάλεσε έντονη ψυχολογική πίεση, άγχος και στενοχώρια, υπέστη, στις 18.5.2010 (ημέρα, κατά την οποία πώλησε εν τέλει το άνω προσημειωμένο με υποθήκη διαμέρισμα του ...), θρομβοεμβολικό επεισόδιο, το οποίο είχε ως συνέπεια την ολική απώλεια της οράσεώς του από τον αριστερό οφθαλμό, προκαλώντας σ' αυτόν μόνιμη αναπηρία, σε ποσοστό 50%.
Ότι η βλάβη της υγείας του είχε ως αποτέλεσμα, όντας καταξιωμένος επιχειρηματίας με έντονη επιχειρηματική δράση στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή, να μην μπορεί πλέον να ανταπεξέλθει στις επιχειρηματικές του υποχρεώσεις και να υποστεί σοβαρή περιουσιακή ζημία εξαιτίας της ματαίωσης υλοποίησης των επιχειρηματικών του σχεδίων, αλλά και ψυχολογική κατάρρευση, καθώς βίωνε κατάθλιψη και έχρηζε ψυχολογικής υποστήριξης.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής του σε εν μέρει αναγνωριστικό, να του επιδικαστούν τα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) ποσά ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της επικαλούμενης θετικής ζημίας του για δαπάνες νοσηλείας και ιατρικών επισκέψεων (4591,38 ευρώ), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (3.000.000 ευρώ), που υπέστη από τη βλάβη της υγείας του, την έκθεση σε κίνδυνο του επαγγελματικού-επιχειρηματικού του μέλλοντος και την προσβολή της προσωπικότητάς του και ως πρόσθετη, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, πρόσθετη αποζημίωση (7.630.000 ευρώ), λόγω της επικαλούμενης αναπηρίας του.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από το περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων επιχειρεί να θεμελιώσει αυτήν (αγωγή) στις περί αδικοπραξίας διατάξεις, επικαλούμενος αφ' ενός παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης και αφ' ετέρου καταχρηστική συμπεριφορά αυτών.
Πλην όμως, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή και αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετείται ούτε παράνομη και υπαίτια πράξη της εναγομένης ούτε καταχρηστική συμπεριφορά αυτής. Ειδικότερα, όσον αφορά στην αναφερόμενη στην αγωγή καταχρηστική συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι όσα εκτίθενται σε αυτήν δεν συνιστούν τέτοια,..., δεδομένου ότι ο ενάγων δεν επικαλείται μακροχρόνια αδράνεια της εναγομένης για την άσκηση του δικαιώματός της ούτε τη διαμόρφωση άλλων περιστάσεων, τέτοιων που να του είχαν δημιουργήσει την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθούν εναντίον του δικαιώματα της εναγομένης από την ένδικη σύμβαση πίστωσης.
Επίσης, η μη συναίνεση της εναγομένης σε συναινετική άρση της προσημειώσεως που είχε εγγράψει σε ακίνητο του ενάγοντος, δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και η ενδεχόμενη επέλευση δυσμενών οικονομικών συνεπειών για τον ενάγοντα, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει, από μόνη της, καταχρηστική συμπεριφορά, [...].
Περαιτέρω, το κλείσιμο του λογαριασμού του ενάγοντος, έστω και αν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του ήταν χαμηλές, δεν έγινε παράνομα, εφ όσον τέτοια δυνατότητα έχει, σε κάθε περίπτωση, η εναγομένη και μάλιστα ανεξάρτητα από υπερημερία του οφειλέτη, [...]. Ακολούθως, η κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και μη μεταβολής της περιουσιακής καταστάσεως του ενάγοντος, συνιστά δικαίωμα κάθε δανειστή, το οποίο προβλέπεται ευθέως από το νόμο και εν προκειμένω, υπό τα εκτιθέμενα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί στοιχείο γενικότερης καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης, δεδομένου ότι ο δανειστής έχει το δικαίωμα να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του, καθώς και να επιλέξει ο ίδιος οιοδήποτε νόμιμο τρόπο κρίνει.
Το περιεχόμενο δε, της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, δεν στοιχειοθετεί δυσφήμηση του ενάγοντος, εφ' όσον σε αυτό δεν περιλαμβάνονται χαρακτηρισμοί οι οποίοι θα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αλλά σε αυτό αναφέρονται τα αναγκαία περιστατικά ώστε να θεμελιωθεί, από νομική άποψη, το δικαίωμα της εναγομένης για τη λήψη των αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 682 επ.
ΚΠολΔ. Τέλος, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει παράνομη πράξη των οργάνων της, η, στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων εξόφλησης της οφειλής του ενάγοντος, επιμονή τους για καταβολή της ένδικης οφειλής του, τα όσα δε, αναφέρει ο ενάγων ότι διημείφθησαν μεταξύ τους και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν απειλή [...], εφ' όσον αυτός δεν ισχυρίζεται ότι τον απείλησαν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, για να του προκαλέσουν τρόμο και ανησυχία, αλλά ότι τον πίεζαν να εξοφλήσει την οφειλή του.
Επομένως, εφ' όσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν προκύπτει παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων της εναγομένης ή καταχρηστική τους συμπεριφορά, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της εναγομένης από αδικοπραξία και ως εκ τούτου, η αγωγή είναι μη νόμιμη". Ακολούθως, το Εφετείο, αντικαθιστώντας εν μέρει τις αιτιολογίες του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την αγωγή του ως μη νόμιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 922, 932, 57, 59, 281, 288 ΑΚ, 361, 362 και 363 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστούν παράνομη συμπεριφορά της ήδη αναιρεσίβλητης, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, ως στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση αδικοπραξίας και προσβολής της προσωπικότητας και εντεύθεν υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης προς ανόρθωση της περιουσιακής ζημίας και αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, και, επίσης, δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά, ώστε να συνιστά αυτή παράνομη πράξη και να θεμελιώνει υποχρέωση ανόρθωσης της ζημίας κατά το άρθρο 914 ΑΚ, ούτε και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά κατά το άρθρο 919 ΑΚ, αλλά ούτε και υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων σε βάρος του αναιρεσείοντος κατά την έννοια του άρθρου 920 ΑΚ.
Και τούτο διότι: 1) Οι εκτιθέμενες στην ένδικη αγωγή ενέργειες των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η αποδιδόμενη στην αναιρεσίβλητη κατάχρηση δικαιώματος, κατά τρόπο που υπερβαίνει τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, και ειδικότερα, η επίμονη απαίτησή της να συναινέσει ο αναιρεσείων στην τροποποίηση των άνω συμβάσεων, ώστε να αυξηθεί το ύψος των συμβατικών επιτοκίων, η άρνησή της να συναινέσει στην άρση της προσημείωσης υποθήκης, η άσκηση αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας να της χορηγηθεί άδεια για νέα εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, η γνωστοποίηση της πρόθεσής της ότι θα προβεί στο κλείσιμο των λογαριασμών και σε καταγγελία των συμβάσεων πίστωσης, καθώς και η άσκηση πίεσης, με τις εν λόγω ενέργειες, από τους προστηθέντες, προς εξασφάλιση της είσπραξης της ένδικης χρηματικής απαίτησής της, χωριστά η καθεμία και ως σύνολο λαμβανόμενες, δεν καθιστούν, δίχως άλλο, καταχρηστική τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, χωρίς την επίκληση των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση της καταχρηστικότητας, κατά την έννοια της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, που αναφέρονται αναλυτικά στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, τις οποίες, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με την αγωγή του, όπως ότι η αναιρεσίβλητη με τη συμπεριφορά της επί μακρό χρόνο είχε δημιουργήσει στον αναιρεσείοντα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξει την άσκηση των απορρεόντων από τις ένδικες συμβάσεις δικαιωμάτων της και δεν θα επιδιώξει την πληρέστερη εξασφάλιση των σχετικών απαιτήσεών της.
Ούτε, όμως, οι ως άνω επιμέρους ενέργειες των προστηθέντων είναι παράνομες ώστε να στηρίζουν αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης κατά τα άρθρα 914, 922 ΑΚ, καθώς α) η άρνηση της τελευταίας να συναινέσει στην άρση της προσημείωσης υποθήκης, και μάλιστα σε χρόνο πριν από την απόσβεση της απαίτησης, για την οποία είχε εγγραφεί επί ακινήτου του αναιρεσείοντος με αίτησή της, δεν είναι καθεαυτή παράνομη, αφού δεν θεμελιώνεται από το νόμο ρητή υποχρέωση του δανειστή προς τούτο, ούτε συνιστά, χωρίς άλλο, αδικαιολόγητη και κακόβουλη άρνηση λόγω αντίθεσης προς την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, δοθέντος, άλλωστε, ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, ο αναιρεσείων προέβη, εν τέλει, με τη συναίνεση της αντιδίκου του, στην πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου, στις 18.5.2010, ήτοι σε σύντομο χρόνο από τότε που εκδήλωσε την πρόθεσή του για εκποίηση του ακινήτου, β) με την άσκηση της από 9.3.2010 αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, για την παροχή άδειας εγγραφής νέας προσημείωσης υποθήκης επί της ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος, με ταυτόχρονο αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής περί απαγορεύσεως της μεταβολής της περιουσιακής του κατάστασης, άσκησε προβλεπόμενο ευθέως από το νόμο δικαίωμά της, παρεχόμενο σε κάθε δανειστή που επιδιώκει την εξασφάλιση χρηματικής απαιτήσεώς του ώστε να δυνηθεί να την εισπράξει, γ) η γνωστοποίηση της πρόθεσης της αναιρεσίβλητης ότι θα προέβαινε στο κλείσιμο των λογαριασμών και σε καταγγελία των συμβάσεων πίστωσης, έστω και αν οι μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες, μη εξυπηρετούμενες, οφειλές του αναιρεσείοντος ήταν μικρού ύψους, δεν συνιστά παράνομη πράξη (εκτός αν υπάρχει προφανής υπέρβαση των τασσόμενων με το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, που εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε, δεν συντρέχει), καθόσον η αναιρεσίβλητη είχε τέτοια δυνατότητα, ανεξάρτητα από υπερημερία ή μη του πιστούχου, πέραν του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, δεν προέβη στο κλείσιμο των λογαριασμών και σε καταγγελία των συμβάσεων, δ) τέλος, η επιδίωξη της αναιρεσίβλητης να εξασφαλίσει την ικανοποίηση της μεγάλου ύψους χρηματικής απαίτησής της (την οποία θεώρησε επισφαλή μετά την εμφάνιση της κατά τα ανωτέρω, έστω πρόσκαιρης, ταμειακής δυσχέρειας του αναιρεσείοντος, των πιστούχων εταιρειών και λοιπών μετόχων, σε συνδυασμό και με την παγκόσμια, και πλήττουσα τη Χώρα, οικονομική κρίση), δια των προαναφερόμενων ενεργειών των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίες δεν αποτελούσαν παράνομες πράξεις αλλά άσκηση δικαιωμάτων της, δεν συνιστούσε, συνακόλουθα, παράνομη πράξη ούτε ενείχε απειλή σε βάρος του αντιδίκου της κατά την έννοια του ποινικού νόμου, ούτε αποσκοπούσε να διαταράξει την ψυχική του ατομικότητα ή να μειώσει την αξιοπιστία του.
Περαιτέρω, το περιεχόμενο της παραπάνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, όπως εκτίθεται στην επισκοπούμενη αγωγή, δεν στοιχειοθετεί δυσφήμηση του αναιρεσείοντος ή άλλη άδικη πράξη, καθόσον δεν περιλαμβάνονται φράσεις, χαρακτηρισμοί ή κρίσεις που θα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσείοντος, αλλά, αντιθέτως, οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν και τα περιστατικά που εκτέθηκαν, ήταν απολύτως αναγκαία για να θεμελιώσουν τη νομική βασιμότητα της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και δεν ήταν δηλωτικά μομφής ή προσωπικής ή επαγγελματικής απαξίωσής του, ούτε, αντικειμενικώς κρινόμενα, υπερέβησαν το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο, ώστε να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς του.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 25/2003), όχι όμως οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 524/2014).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 739/2011, 1593/2017). Εξ άλλου για την πληρότητα του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα τα οποία, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 447/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ.γ'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1643/2018).
Εν προκειμένω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει συγκεκριμένους ισχυρισμούς του ("πράγματα") που πρότεινε νομίμως πρωτοδίκως και δεν λήφθηκαν υπόψη από το εφετείο, είναι, πρωτίστως, αόριστος.
Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, εκτιμώντας ορθά το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη όλους τους θεμελιωτικούς αυτής ισχυρισμούς, που προτάθηκαν νομίμως, και τους απέρριψε ως μη νόμιμους. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον αριθμό 9 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη τη βάση της ένδικης αγωγής από το άρθρο 920 ΑΚ με το να μην αποφανθεί με τα προσόντα διατακτικού ως προς την τύχη της στηριζόμενης επί της εν λόγω διατάξεως αγωγής του, είναι αβάσιμος διότι, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν συγκροτείται η έννοια του παρανόμου της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, και της επικαλούμενης προσβολής της προσωπικότητας του αντιδίκου της, απορρίπτοντας στο σύνολό της την αγωγή, ήτοι και καθό μέρος στηριζόταν στην ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, δεν ήταν, περαιτέρω, αναγκαίο να αναφερθεί ιδιαιτέρως και στη βάση της ένδικης αγωγής που θεμελιώνεται στο άρθρο 920 ΑΚ, τα προστατευόμενα αγαθά του οποίου (πίστη, επάγγελμα, μέλλον) αποτελούν εκφάνσεις του δικαιώματος της προσωπικότητας, και, συνεπώς, δεν άφησε αδίκαστη την εν λόγω βάση της αγωγής, θεωρούμενη ότι απορρίφθηκε σιωπηρώς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να δημιουργηθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 507/2018).
Εν προκειμένω, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, προς απόδειξη των θεμελιωτικών της ένδικης αγωγής ισχυρισμών, οι επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, αλλά την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, καθό μέρος στηρίζεται αυτή στις διατάξεις των άρθρων 920, 929, 931 και 932 ΑΚ, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι απαράδεκτος, εφόσον η θεμελίωση του ως άνω λόγου προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου και ελλείψεις (ατέλειες) στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως του σχετικού νομικού συλλογισμού, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των κρίσιμων πραγματικών διατυπώσεων στον κατάλληλο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση (ΑΠ 1643/2018, 1712/2008).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.10.2018 αίτηση του Γ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4684/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ