462/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated462/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων επικαλούμενος ότι τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 28-10-2001, στην Εθνική Οδό Καβάλας - Ξάνθης από αποκλειστική υπαιτιότητα του Π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 462 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 462/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαγουλά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπουτσή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-1-2014 και 16-4-2014 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν με τις από 23-4-2014 (αρ. εκθ. καταθ. 123 και 124/2014) παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, την ασκηθείσα κατά τη συζήτηση από 24-2-2015 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις από 3-4-2014 και 16-4-2014 κλήσεις των διαδίκων, με τις οποίες επαναφέρθηκαν προς συζήτηση η με αρ. εκθ. καταθ. 330/2007 αγωγή, η με αρ. εκθ. καταθ. 308/2008 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή και η με αρ. εκθ. καταθ. 47/2009 πρόσθετη παρέμβαση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-1-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13-1-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 196/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων επικαλούμενος ότι τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 28-10-2001, στην Εθνική Οδό Καβάλας - Ξάνθης από αποκλειστική υπαιτιότητα του Π.
Μ., μη διαδίκου σήμερα, οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ήδη 1η αναιρεσίβλητη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία, το χαρτοφυλάκιο της οποίας, στον κλάδο ασφάλισης, έχει ήδη μεταβιβαστεί στην 2η αναιρεσίβλητη ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία, στο οποίο περιλαμβάνεται και η σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου οχήματος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την αρχική κύρια αγωγή του, με αρ.
Κατ. 28/31-1-2006, την οποία απηύθυνε κατά της ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, Π. συζ. Ι. Μ. και κατά του οδηγού αυτού, Π. Μ., με την οποία ζητούσε αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες, που υπέστη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Οι κυρίως ως άνω εναγόμενοι άσκησαν τη με αρ. κατ. 279/24-10-2006 προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της αλλοδαπής ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με την οποία την προσεπικάλεσαν να παρέμβει στη δίκη εκείνη υπέρ αυτών και να υποχρεωθεί να καταβάλει σ' αυτούς - ασφαλισμένους αυτής, ό,τι θα υποχρεωθούν οι ίδιοι να καταβάλουν στον κυρίως ενάγοντα - παθόντα.
Η προσεπικαλουμένη - παρεμπιπτόντως εναγομένη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία άσκησε τη με αρ. κατ. 47/20-2-2009 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των κυρίως εναγομένων - ασφαλισμένων της, με την οποία, αφού συνομολογούσε την ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ζητούσε την απόρριψη της κύριας αγωγής του παθόντα - ήδη αναιρεσείοντα.
Η κύρια αγωγή, η αναγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση συνεκδικάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 99/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία, όπως όλοι οι διάδικοι αναφέρουν, έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Η ανωτέρω απόφαση απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς την κυρία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, Π.
Μ. και δέχτηκε την αγωγή ως προς τον υπόχρεο οδηγό, Π. Μ., ο οποίος κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, ενώ ο ήδη αναιρεσείων - παθών κρίθηκε συνυπαίτιος σε ποσοστό 30% στην έκταση του τραυματισμού του λόγω μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας. Εξάλλου, η ανωτέρω υπ' αριθμ. 99/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποχρέωσε τον ασφαλισμένο οδηγό να καταβάλει στον παθόντα - αναιρεσείοντα το ποσό των 57.990,083 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει το ποσό των 95.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 152.990,083 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επίσης, η ανωτέρω απόφαση δέχθηκε την προσεπίκληση με την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή των ασφαλισμένων (οδηγού και κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου) κατά της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στους ασφαλισμένους της, οποιοδήποτε ποσό αυτοί θα κατέβαλαν στον παθόντα κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη.
Ακολούθως, ο αναιρεσείων - παθών, με την επίκληση, ότι ο υπόχρεος ασφαλισμένος οδηγός, Π. Μ., αν και επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και υποχρεώθηκε στην καταβολή του ποσού των 152.990,083 ευρώ, ουδέν ποσό του έχει καταβάλει, ενώ συγχρόνως αδρανεί να ασκήσει την αξίωση ελευθέρωσής του από την ασφαλιστική σύμβαση κατά της αλλοδαπής ασφαλιστικής του εταιρείας, άσκησε την από 8-1-2014 (αρ.
κατ. 11/2014) πλαγιαστική αγωγή και χάριν συντόμευσης Α' πλαγιαστική αγωγή, κατά του υποχρέου ασφαλισμένου οδηγού και κατά του αλλοδαπού Ασφαλιστή αυτού και ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι η αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία (ήδη 1η αναιρεσίβλητη) οφείλει να καταβάλει σ' αυτόν (τρίτο παθόντα) πλαγιαστικώς το ανωτέρω ποσό των 152.990,083 ευρώ.
Επίσης, ο αναιρεσείων-παθών άσκησε και την από 16-4-2014 (αρ. κατ. 117/2014) πλαγιαστική αγωγή και χάριν συντόμευσης Β' πλαγιαστική αγωγή κατά του υποχρέου ασφαλισμένου οδηγού και κατά της ημεδαπής ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, στην οποία όπως έχει προεκτεθεί η αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία είχε μεταβιβάσει το χαρτοφυλάκιό της και επικαλούμενος την αδράνεια του ασφαλισμένου οδηγού να ασκήσει το δικαίωμα ελευθερώσεως αυτού σε βάρος του αλλοδαπού Ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι η ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία, ως ευθυνόμενη σε ολόκληρο, οφείλει να καταβάλει στον πλαγιαστικώς Β' ενάγοντα (τρίτο παθόντα) το επιδικασθέν σε βάρος του ασφαλισμένου οδηγού ποσό των 152.990,083 ευρώ.
Εξάλλου, η ήδη 1η αναιρεσίβλητη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία, ως πλαγιαστικώς Α' εναγομένη, άσκησε την από 23-4-2014 (αρ. κατ. 123/2014) παρεμπίπτουσα αγωγή και χάριν συντόμευσης Α' αναγωγή, κατά της ημεδαπής ασφαλιστικής εταιρείας και ζητούσε να αναγνωριστεί ότι, μετά τη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου της προς αυτήν (ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία), ουδέν οφείλει στον παθόντα Α' πλαγιαστικώς ενάγοντα και επικουρικά ζήτησε, (σε περίπτωση ευδοκίμησης της Α' πλαγιαστικής αγωγής και εφόσον ήθελε κριθεί ότι αυτή ενέχεται) να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει σ' αυτήν (αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία) ό,τι ποσό θα υποχρεωνόταν να καταβάλει αυτή (αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία) στον πλαγιαστικώς ενάγοντα - παθόντα τρίτο και ήδη αναιρεσείοντα.
Επίσης, η ως άνω πλαγιαστικώς εναγομένη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία άσκησε κατά της ημεδαπής ασφαλιστικής εταιρείας την από 23-4-2014 (αρ. κατ. 124/2014) παρεμπίπτουσα αγωγή και χάριν συντόμευσης Β' αναγωγή, με την οποία αναφερόμενη στις αξιώσεις του παθόντα για περαιτέρω χρονικό διάστημα, σε σχέση με την αρχική με αρ.
κατ. 28/31-1-2006 κύρια αγωγή του, για τις οποίες είχαν ασκηθεί μεταγενέστερα η με αρ. κατ. 330/21-12-2007 κύρια αγωγή του παθόντα-αναιρεσείοντα, η με αρ. κατ. 308/10-12-2008 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των υποχρέων ασφαλισμένων οδηγού και κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου σε βάρος της Β' παρεμπιπτόντως ενάγουσας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας και η με αρ.
κατ. 47/20-2-2009 πρόσθετη παρέμβαση αυτής υπέρ των ασφαλισμένων της (δηλαδή, με ίδιο δικονομικό μηχανισμό, όπως είχε συμβεί και με την αρχική με αρ. κατ. 28/2006 κύρια αγωγή του παθόντα) και επικαλούμενη ότι, μετά τη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου της δεν ενέχεται πλέον έναντι του πλαγιαστικώς ενάγοντα για το περαιτέρω χρονικό διάστημα, ζητούσε, εάν ήθελε ευδοκιμήσει η πλαγιαστική αγωγή εναντίον της, να υποχρεωθεί η Β' παρεμπιπτόντως εναγομένη ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει, ό,τι ποσό υποχρεωνόταν να καταβάλει στον παθόντα.
Στην ανωτέρω ανοιγείσα δίκη η ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία παρενέβη προσθέτως υπέρ της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την από 24-2-2015 πρόσθετη παρέμβαση. Ας σημειωθεί, ότι στο Εφετείο δεν επανακρίθηκε η υπό στοιχείο Β' παρεμπίπτουσα αγωγή της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης και θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω.
Τα παραπάνω δικόγραφα, δηλαδή η Α' και Β' πλαγιαστική αγωγή, η Α' και Β' παρεμπίπτουσα αγωγή συνεκδικάστηκαν με τις επαναφερθείσες για περαιτέρω συζήτηση με αρ. κατ. 44/2014 κλήση και με αρ. κατ. 118/2014 κλήση του ήδη αναιρεσείοντα για την κύρια αγωγή του (αρ. κατ. 330/2007) για περαιτέρω αποζημίωση, τη με αρ. κατ. 308/2008 προσεπίκληση των υποχρέων ασφαλισμένων οδηγού και κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και τη με αρ.
κατ. 47/2009 πρόσθετη παρέμβαση της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με βάση την με αρ. κατ. 330/2007 κύρια αγωγή του παθόντα και ήδη αναιρεσείοντα. Επί των ανωτέρω δικογράφων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 182/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (εκκαλουμένη), η οποία απέρριψε τη με αρ. κατ. 330/2007 κύρια αγωγή του παθόντα λόγω δεδικασμένου, ενώ η συζήτηση της με βάση αυτήν προσεπίκλησης με αρ.
κατ. 308/2008 και της με αρ. κατ. 47/2009 πρόσθετης παρέμβασης ματαιώθηκαν. Κατόπιν τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την από 23-4-2014 (αρ. κατ. 124/2014) Β' παρεμπίπτουσα αγωγή ως άνευ αντικειμένου. Επίσης, η εκκαλουμένη ως άνω απόφαση δέχθηκε την Α' πλαγιαστική αγωγή (αρ. κατ. 11/2014) ως προς την αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία και αναγνώρισε, ότι η πλαγιαστικώς εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη έχει υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα τρίτο το ποσό των 152.990,083 ευρώ, ενώ απέρριψε την Β' πλαγιαστική αγωγή με αρ.
κατ. 117/2014 και την Α' παρεμπίπτουσα αγωγή με αρ. κατ. 123/2014 και την ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της ημεδαπής ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης.
Ακολούθως, κατά της εκκαλουμένης ως άνω απόφασης άσκησαν: η αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία την από 8-10-2015 (αρ. κατ. 173/2015) έφεση και χάριν συντόμευσης Α' έφεση, η ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία την από 12-10-2015 (αρ. κατ. 195/2015) έφεση και χάριν συντόμευσης Β' έφεση και ο παθών - αναιρεσείων την από 7-1-2016 (αρ. κατ. 33/2016) έφεση και χάριν συντόμευσης Γ' έφεση.
Οι ανωτέρω εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία, μετά την έρευνα του παραδεκτού των εφέσεων, δέχθηκε ότι ενώπιον του Εφετείου, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα των εφέσεων, μεταβιβάστηκαν οι Α' (αρ.κατ. 11/2014) και Β' (αρ. κατ. 117/2014) πλαγιαστικές αγωγές του παθόντα - αναιρεσείοντα, η από 24-2-2015 πρόσθετη παρέμβαση της ημεδαπής ασφαλιστικής εταιρείας υπέρ της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας και η Α' παρεμπίπτουσα αγωγή (αρ.
κατ. 123/2014) της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας. Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχτηκε τυπικά τις εφέσεις και κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε τις Α' και Β' ένδικες πλαγιαστικές αγωγές του αναιρεσείοντα λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος αυτού, κρίνοντας, ότι δεν αποδείχθηκε αδράνεια του υπόχρεου ασφαλισμένου οδηγού να ασκήσει το δικαίωμα ελευθερώσεως κατά του αλλοδαπού ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου και κατόπιν τούτου, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα, απέρριψε την Α' παρεμπίπτουσα αγωγή της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, την οποία μόνο επανέκρινε κατά τα προαναφερθέντα.
Από τη διάταξη του άρθρου 72 του ΑΚ, προκύπτει, ότι, όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει στην δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, ασκώντας ο ίδιος τα δικαιώματα του οφειλέτου του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπό του. Το δικαίωμα, το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό.
Ετσι, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστού αξιώσεώς του, κατά άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, μπορεί να ασκήσει κατ` αυτού, πλαγιαστικώς, την από την σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστού, εν όψει του ότι η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (ήδη άρθρο 10 του Ν. 2496/1997), νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος, ενώ ο οφειλέτης του ασφαλισμένος δεν είναι διάδικος, αλλά τρίτος που μπορεί ωστόσο να ασκήσει παρέμβαση.
Η κατά τα ανωτέρω αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλαδή, από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή. Υπάρχει δε, δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υποχρέου προς αποζημίωσή του, οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής αυτού κατά του ασφαλιστή, εφόσον τούτο δεν αποκλείεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 ΑΚ ή από άλλη διάταξη, αίτημα δε της πλαγιαστικής αγωγής θα είναι η καταδίκη του εναγομένου ασφαλιστή να καταβάλει στον δικαιούχο ασφαλισμένο του και όχι στον ενάγοντα τρίτο.
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο, αλλά αρκεί η επίδοση αυτού να έχει γίνει κατά τον χρόνο εκδικάσεως των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 1061/2015, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 234/2010, ΑΠ 235/2009, πρβλ. επίσης ΑΠ 941/2017, ΑΠ 1807/2017, ΑΠ 623/2017, ΑΠ 35/2013, ΑΠ 134/2009). Στοιχεία, συνεπώς, της πλαγιαστικής αγωγής είναι η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντος, ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγόμενου οφειλέτη και των δικαιωμάτων, που έχει κατά του τελευταίου ο αδρανών να ασκήσει αυτά δανειστής (ΑΠ 235/2010).
Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται, ως αόριστη (ΑΠ 1807/2017, ΑΠ 433/2008, ΑΠ 398/2007).
Εξάλλου, κύρια υποχρέωση του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο από τη σύμβαση ασφαλίσεως είναι η παροχή ασφαλιστικής καλύψεως στον τελευταίο (ασφαλισμένο). Περιεχόμενο της αξιώσεως αυτής, η οποία ονομάζεται "αξίωση ελευθερώσεως", είναι να απαιτήσει από τον ασφαλιστή υπεράσπιση εναντίον αβάσιμων αξιώσεων τρίτων, αλλά και να του καταβάλει, μέσα στα όρια της συμβάσεως ασφαλίσεως, κάθε ποσό περιλαμβανομένων και των δικαστικών εξόδων, το οποίο ο ασφαλισμένος από την πλευρά του θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο.
Στη σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, όπως προεκτέθηκε, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή γεννάται, όταν ο ζημιωθείς τρίτος, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή, διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.
Κατά συνέπεια, η γένεση της αξιώσεως του ασφαλισμένου δεν προϋποθέτει προηγούμενη καταβολή της αποζημιώσεως στον τρίτο από τον ασφαλισμένο, καίτοι το τελευταίο ενδεχομένως να είναι ορθότερο. Επομένως, εφόσον με την πλαγιαστική αγωγή του παθόντος τρίτου στο αυτοκινητικό ατύχημα ασκείται πλαγιαστικώς η παραπάνω από τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, η οποία γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλ.
από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή, το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής, περί καταδίκης του εναγομένου ασφαλιστή να καταβάλει στον δικαιούχο ασφαλισμένο (και όχι στον ενάγοντα), δεν προϋποθέτει προηγούμενη καταβολή της αποζημιώσεως στον τρίτο από τον ασφαλισμένο, ώστε η καταδίκη του, σε περίπτωση παραδοχής της πλαγιαστικής αγωγής, να εξαρτάται από την παραπάνω προϋπόθεση (ΑΠ 1061/2015).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1097/2013, ΑΠ 481/2012).
Ειδικότερα, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 623/2017, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.
Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014). Εξάλλου, η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 481/2012, ΑΠ 137/2008).
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων, ως τρίτος παθών, δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει με τις δύο ένδικες πλαγιαστικές αγωγές την αξίωση ελευθέρωσης του ασφαλισμένου υποχρέου οδηγού σε βάρος του Ασφαλιστή του για την καταβολή στον ίδιο τον αναιρεσείοντα, ως τρίτο παθόντα, του ασφαλίσματος, διότι δήθεν ο ασφαλισμένος οδηγός δεν αδράνησε προς τούτο και εξαντλήθηκε δήθεν το δικαίωμα ελευθέρωσης αυτού (ασφαλισμένου οδηγού) από την ασφαλιστική σύμβαση με την άσκηση εκ μέρους του ασφαλισμένου οδηγού της με αρ.
κατ. 279/24-10-2006 προσεπίκλησης με παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του Ασφαλιστή του και ήδη 1ης και 2ης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιρειών, με την οποία ως άνω αναγωγή ο ασφαλισμένος οδηγός ζητούσε την καταβολή του ασφαλίσματος προς αυτόν (ασφαλισμένο οδηγό) και ότι συνακόλουθα, δήθεν ο αναιρεσείων παθών τρίτος δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον να αξιώσει το ασφάλισμα απευθείας από τον Ασφαλιστή, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 25 του Ν. 2496/1997, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 72 ΚΠολΔ ως προς τη νομική έννοια της αδράνειας του οφειλέτη υπαίτιου οδηγού και την άσκηση του δικαιώματος ελευθέρωσης, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου που δεν εφάρμοσε, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, η μετουσίωση του δικαιώματος ελευθέρωσης του ασφαλισμένου υπαίτιου οδηγού σε αξίωση πληρωμής μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με αίτημα να καταβάλει ο ασφαλιστής το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο του, αλλά και απευθείας προς τον τρίτο παθόντα και με διαφορετικό μεταγενέστερο δικόγραφο, ο οποίος τρίτος παθών, όπως δηλαδή ο αναιρεσείων, έχει έννομο συμφέρον να αξιώσει απευθείας από τον Ασφαλιστή το ασφάλισμα με την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής.
Επίσης, με το Β' σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης με αντιφατική αιτιολογία, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ ορθά δέχεται σύμφωνα με τις παραδοχές, ότι "...η αξίωση του ασφαλισμένου...
κατά του Ασφαλιστή κατ' αρχήν δεν κατευθύνεται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, αλλά πάντοτε μόνο σε ελευθέρωση τούτου από τις αξιώσεις του τρίτου (αξίωση ελευθέρωσης)..." σε άλλο σημείο της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης δέχεται εντελώς αντιφατικά, ότι ο τρίτος παθών και δανειστής του ασφαλισμένου υπαίτιου οδηγού "...μπορεί να στραφεί πλαγιαστικώς κατά του Ασφαλιστή και να ζητήσει να υποχρεωθεί (η ασφαλιστική εταιρεία) να καταβάλει στον ασφαλισμένο της μέρος ή το σύνολο του ασφαλίσματος προκειμένου ο ως άνω πλαγιαστικώς ενάγων τρίτος να ικανοποιηθεί από αυτό..." και έτσι με τις αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες παραβίασε και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 και 25 του Ν. 2496/1997 (σε συνδυασμό με άρθρ. 68 και 72 ΚΠολΔ), διότι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την παράθεση, στις σελίδες 12β έως 14α της απόφασής του, των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 και 25 του Ν. 2496/1997 και την ανάλυση της έννοιας της αδράνειας του ασφαλισμένου υπόχρεου ως θεμελιωτικό στοιχείο του εννόμου συμφέροντος του πλαγιαστικώς ενάγοντος τρίτου παθόντα, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η από 8-1-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11/9-1-2014 πλαγιαστική αγωγή, στρεφόμενη κατά της εναγομένης-εκκαλούσας της υπό στοιχείο (Α) από 8-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 173/9-10-2015 έφεσης, υπέρ της οποίας είχε ασκήσει εκουσίως απλή πρόσθετη παρέμβαση η εκκαλούσα της υπό στοιχείο (Β) από 12-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 195/13-11-2015 έφεσης, καθώς και η από 16-4-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 117/22-4-2014 πλαγιαστική αγωγή, στρεφόμενη κατά της εναγομένης-εκκαλούσας της υπό στοιχείο (Β) από 12-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 195/13-11-2015 έφεσης, αξιολογούμενες με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενό τους, ελέγχονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του πλαγιαστικώς ενάγοντος προς άσκησή τους και τούτο για τους εξής λόγους:
Όπως προκύπτει από τα ιστορούμενα σε αμφότερες τις πλαγιαστικές αγωγές πραγματικά περιστατικά, ο οφειλέτης του πλαγιαστικώς ενάγοντος, ασφαλισμένος Π. Μ., με το υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 279/2006 δικόγραφό του, άσκησε προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της, με την από 8-1-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11/9-1-2014 αγωγή, εναγόμενης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη εκκαλούσας της υπό στοιχείο Α' έφεσης, η οποία με τη σειρά της άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ως άνω προσεπικαλούντος, επί δε της παρεμπίπτουσας αγωγής εν τέλει εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 99/2009 οριστική και ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, δυνάμει της οποίας η υπ' αριθμ.
εκθ. καταθ. 279/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε η ως άνω τότε παρεμπιπτόντως εναγόμενη και νυν πλαγιαστικώς εναγομένη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα-οφειλέτη του νυν πλαγιαστικώς ενάγοντος οιοδήποτε ποσό αυτός θα καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής και νυν πλαγιαστικώς ενάγοντα, αποτελούμενο από κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, νομιμότοκα από την καταβολή.
Ως εκ τούτου ο οφειλέτης του πλαγιαστικώς ενάγοντος δεν αδράνησε να ασκήσει την αξίωση ελευθέρωσής του από την ασφαλίστριά του, νυν πλαγιαστικώς εναγομένη με την από 8-1-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11/9-1-2014 αγωγή αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία. Ως προς δε την από 16-4-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 117/22-4-2014 πλαγιαστική αγωγή και πάλι δεν συντρέχει για την επιστήριξη του εννόμου συμφέροντος του πλαγιαστικώς ενάγοντος αδράνεια του οφειλέτη του (ασφαλισμένου), καθόσον αυτός δεν απαιτείται να ασκήσει εκ νέου την βεβαιωμένη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση αξίωση ελευθερώσεώς του, αφού κατά τα ιστορούμενα στην ως άνω αγωγή περιστατικά, η αποκτώσα κατ' άρθρο 479 ΑΚ ημεδαπή ασφαλιστική εταιρία (πλαγιαστικώς εναγομένη της από 16-4-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 117/22-4-2014 αγωγής) την περιουσία (χαρτοφυλάκιο αστικής ευθύνης) από την μεταβιβάζουσα αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία, ενέχεται στην πληρωμή της αμετακλήτως βεβαιωθείσας απαίτησης, με την υπ' αριθμ. 99/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ένεκα της παραδοχής της ασκηθείσας με παρεμπίτπουσα αγωγή αξίωσης ελευθέρωσης του οφειλέτη του πλαγιαστικώς ενάγοντος, λόγω της αναγκαστικής εκ του νόμου σωρευτικής αναδοχής του χρέους, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ., ως άλλωστε ισχυρίζεται και ο πλαγιαστικώς ενάγων στην εν λόγω αγωγή του, σημειουμένου ότι η εκ του άρθρου 479 ΑΚ ευθύνη, που επικαλείται ο πλαγιαστικώς ενάγων, αφορά χρέη απλώς γεγεννημενα κατά το χρόνο της συνάψεως της εκποιητικής συμβάσεως, ως τοιαύτα δε θεωρούνται όχι μόνο τα απαιτητά (ληξιπρόθεσμα) αλλά και τα υπό προθεσμία και υπό αίρεση, αρκεί ο νομικός γενεσιουργός λόγος της οφειλής να προηγήθη της μεταβιβάσεως, ως εν προκειμένω.
Επομένως, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, δεν υπάρχει αδράνεια του ασφαλισμένου να ασκήσει την αξίωση ελευθέρωσής του δεν δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του πλαγιαστικώς ενάγοντος δανειστή προς άσκηση αμφοτέρων των πλαγιαστικών αγωγών. Η δε διωκόμενη από τον πλαγιαστικώς ενάγοντα καταβολή του ασφαλίσματος από τις εις ολόκληρον, κατά τους ισχυρισμούς του, ευθυνόμενες ασφαλιστικές εταιρίες, στον ίδιο, θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον αν δεν είχε ασκήσει ήδη ο ασφαλισμένος την αξίωση ελευθέρωσης ή εφόσον την άσκησε, αν είχε αξιώσει την καταβολή του ασφαλίσματος - ισόποσου με την επιδικασθείσα αποζημίωση στα χέρια του παθόντος τρίτου νυν πλαγιαστικώς ενάγοντος και ασφαλώς δεν πρόκειται, ως αβασίμως υποστηρίζει ο πλαγιαστικώς ενάγων ως εφεσίβλητος, περί δύο ανεξαρτήτων και παραλλήλων αξιώσεων που συντρέχουν στο πρόσωπο του ασφαλισμένου, που ασκούνται σωρευτικά, αλλά υφίσταται μόνον μία αξίωση ελευθέρωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, που μετουσιώνεται σε αξίωση πληρωμής, εφόσον αυτός (ασφαλισμένος) επιτρεπτώς προηγούμενα ικανοποίησε την αξίωση του τρίτου ή σε περίπτωση που με δικαστική απόφαση έχει διαγνωσθεί το ύψος της οφειλόμενης από τον ασφαλισμένο και υπεύθυνο για το ατύχημα στον τρίτο ποσό της αποζημιώσεως αξιώσει με παρεμπίπτουσα αγωγή όπως ο ασφαλιστής πληρώσει τον τρίτο και ενάγοντα στη κύρια αγωγή...
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι συντρέχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του πλαγιαστικώς ενάγοντος για την άσκηση των από 8-1-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11/9-1-2014 και από 16-4-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 117/22-4-2014 πλαγιαστικών αγωγών έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά τον έλεγχο διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης...".
Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι οι από 8-1-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11/9-1- 2014 και από 16-4-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 117/22-4-2014 πλαγιαστικές αγωγές, αξιολογούμενες με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενό τους, ελέγχονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, επειδή, όπως δέχτηκε με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτές δεν υπάρχει αδράνεια του ασφαλισμένου να ασκήσει την αξίωση ελευθέρωσής του και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του πλαγιαστικώς ενάγοντος δανειστή προς άσκηση αμφοτέρων των πλαγιαστικών αγωγών και επί πλέον επειδή με τις πλαγιαστικές αυτές αγωγές ο ενάγων παθών - τρίτος δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος - ισόποσου με την επιδικασθείσα αποζημίωση στον ίδιο (παθόντα τρίτο και ήδη πλαγιαστικώς ενάγοντα), όπως ζητεί με την αγωγή, αλλά μόνο στον ασφαλισμένο.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικότερα ότι δεν υπάρχει αδράνεια του ασφαλισμένου οδηγού, Π. Μ., να ασκήσει την αξίωση ελευθέρωσής του σε βάρος του ασφαλιστή του, καθόσον αυτός άσκησε την ως άνω αξίωσή του με την με αρ. κατ. 279/2006 προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, μετά την άσκηση σε βάρος του της κύριας με αρ.
κατ. 28/2006 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντα - παθόντα τρίτου και η οποία αναγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 99/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και υποχρέωσε την αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία και ήδη 1η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ασφαλισμένο σ' αυτήν οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όποιο ποσό αυτός θα υποχρεωνόταν να πληρώσει στον παθόντα αναιρεσείοντα και ότι συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει αδράνεια του ασφαλισμένου οδηγού ο αναιρεσείων δεν θεμελιώνει έννομο συμφέρον να ασκήσει πλαγιαστική αγωγή σε βάρος του ασφαλιστή του υπαίτιου οδηγού, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 25 του Ν. 2496/1997 σε συνδ.
με άρθρ. 68 και 72 ΚΠολΔ ως προς τη νομική έννοια της αδράνειας του οφειλέτη - υπόχρεου οδηγού και την άσκηση απ' αυτόν του δικαιώματος ελευθέρωσής του κατά του Ασφαλιστή του, διότι τα εκτιθέμενα σ' αυτές περιστατικά δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, ούτε, επίσης, το Εφετείο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους.
Πιο συγκεκριμένα, το έννομο συμφέρον επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία, εφόσον αποτελεί το λόγο της νομοθετικής παροχής στο μη δικαιούχο τρίτο και εν προκειμένω στον αναιρεσείοντα, της εξουσίας δικαστικής άσκησης του αλλότριου δικαιώματος και εν προκειμένω του υπαίτιου ασφαλισμένου οδηγού, η οποία συνίσταται στην ανάγκη να λάβει ο τρίτος παθών αποτελεσματική έννομη προστασία με την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής, η οποία κατά πάγια και σταθερή θέση της νομολογίας (αλλά και της θεωρίας) έχει αίτημα την καταδίκη του πλαγιαστικώς εναγομένου Ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον δικαιούχο ασφαλισμένο οδηγό, με τον οποίο ο Ασφαλιστής συνδέεται με τη συμβατική σχέση της ασφαλιστικής σύμβασης και όχι απευθείας στον πλαγιαστικώς ενάγοντα τρίτο παθόντα και εν προκειμένω στον αναιρεσείοντα, όπως αυτός αβάσιμα αξίωνε με τις ένδικες πλαγιαστικές αγωγές του κατά της αλλοδαπής και της ημεδαπής ασφαλιστικής εταιρείας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσείων, ως τρίτος παθών, σε περίπτωση αδράνειας του ασφαλισμένου οδηγού, θα είχε δικαίωμα να ασκήσει τις πλαγιαστικές αγωγές και να αξιώσει την καταβολή του ασφαλίσματος προς τον ασφαλισμένο οδηγό και όχι απευθείας προς αυτόν ως τον πλαγιαστικώς ενάγοντα τρίτο, που εν προκειμένω δεν είχε έννομο συμφέρον, εφόσον δεν είχε αποκτήσει τέτοιο δικαίωμα ευθέως, ούτε από την προσεπίκληση με την ενωμένη αγωγή αποζημίωσης, ούτε από σύμβαση εκχώρησης της αξίωσης του ασφαλισμένου οδηγού προς αυτόν (τέτοιας έννομης σχέσης δεν γίνεται επίκληση απ' αυτόν) και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν συνδέεται ευθέως με τον ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση.
Σημειώνεται, ότι ο αναιρεσείων αλυσιτελώς παραθέτει την αιτιολογία της ΑΠ 595/2003, η οποία αναφέρεται στο δικαίωμα ελευθέρωσης του ασφαλισμένου και στη δυνατότητα (όχι υποχρέωση) του τελευταίου να ζητήσει με την παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά του Ασφαλιστή του, την καταβολή του ασφαλίσματος είτε στον ίδιο, είτε απευθείας προς τον τρίτο, γεγονός που δεν συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, στην οποία ο ασφαλισμένος υπαίτιος οδηγός με την με αρ.
κατ. 279/24-10-2006 προσεπίκληση με ενωμένη αγωγή αποζημίωσης ζήτησε την καταβολή του ασφαλίσματος στον ίδιο και όχι προς τον αναιρεσείοντα τρίτο, ο οποίος επομένως (αναιρεσείων) δεν μπορούσε ευθέως να στραφεί κατά του Ασφαλιστή, εφόσον ουδέποτε απέκτησε αξίωση από την ασφαλιστική σύμβαση. Πρέπει, επίσης να σημειωθεί, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε απευθύνει εναντίον του Ασφαλιστή του ζημιογόνου οχήματος την αρχική κύρια αγωγή του (με αρ.
κατ. 28/2006), με την οποία αξίωνε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, διότι κατά την άσκησή της είχε συμπληρωθεί η βραχυχρόνια παραγραφή σε βάρος του Ασφαλιστή, όπως τότε ίσχυε. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νομίμου, αορίστου ή απαραδέκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 209/2011).
Ο ίδιος, επομένως, λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, ο αναιρεσείων προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που απέρριψε τις ως άνω πλαγιαστικές αγωγές για έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση αυτών λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη των αγωγών για το λόγο αυτό δεν μπορεί να ελεγχθεί μέσω του προκείμενου αναιρετικού λόγου, ο οποίος προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.
Επομένως, κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, εφόσον δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ενώ, ο ισχυρισμός της 1ης αναιρεσίβλητης, αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, ότι το δικόγραφο της αναίρεσης στρέφεται απαραδέκτως εναντίον της, διότι αυτή έχει μεταβιβάσει στη 2η αναιρεσίβλητη ημεδαπή ασφαλιστική εταιρεία το χαρτοφυλάκιό της στον κλάδο ασφάλισης αυτοκινήτων (στο οποίο περιλαμβάνεται η επίδικη σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και ότι συνεπώς αυτή ουδεμία πλέον έχει ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 59 παρ. 8 του ΝΔ/τος 400/1970 με τον οποίο, όπως ορθά εκτιμάται, επιχειρεί να θεμελιώσει την ένσταση παθητικής νομιμοποίησης, προβάλλεται απαραδέκτως, κατ' άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις έγγραφες προτάσεις της, εφόσον δεν έχει τηρηθεί για την κατάθεση αυτών η 20ήμερη προθεσμία πριν από τη σημερινή δικάσιμο (βλ.
την από 1-10-2019 πράξη κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα στην τελευταία σελίδα αυτών) και σε κάθε περίπτωση είναι πλέον αλυσιτελής, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντα να στραφεί εναντίον της.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν ξεχωριστά προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-1-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 196/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων,που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για καθένα τούτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ