462/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated462/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 462 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 462/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Μ. συζ. Γ. Κ., το γένος Α. Ρ. και 2.Κ. Ρ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Μαγδαληνή Τσίπρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Ι. Α. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. 1057/234/4-10-2007, 1191/306/23-10-2008, 1190/305/23-10-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1106/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).
Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 24-10-2018, όσο και κατά την προκείμενη νέα δικάσιμο της 20-2-2019, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.
Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχαν επισπεύσει οι αναιρεσείοντες και ότι ο αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο (24-10-2018) νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από την υπ' αριθμ. …68 /5-4-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Ι.
Α. Ι., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 25-1-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1106/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 24-10-2018 και κλήση προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ίδιο (άρθρο 126 παρ. 1 α' ΚΠολΔ.).
Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ΚΠολΔ.).
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Όμως, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.
Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται για το ορισμένο αυτής και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, τόσο λεπτομερής ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.
Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο δεν αναφέρεται η ακριβής έκταση του επιδίκου, οι πλευρικές του διαστάσεις ή δεν κατονομάζονται οι γείτονες, εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., του προσκομιζόμενου αντιγράφου της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου, το μείζον ακίνητο περιγράφεται ως αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση " ...
της κτηματικής περιοχής του δ. δ. ... του Δήμου ..., συνολικής έκτασης 4.000 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ. Ζ., νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων, ανατολικά με δημόσια δασική έκταση και δυτικά με αγροτικό δρόμο, από το οποίο οι εναγόμενοι, που είναι συγκύριοι ενός ακινήτου, το οποίο ολόκληρη η βόρεια πλευρά του εφάπτεται της αντίστοιχης νότιας πλευράς του δικού του ακινήτου, κατέλαβαν απ' αυτό τμήμα εμβαδού 1350 τ.μ., που συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 76,38 γρ.
μ. με υπόλοιπη έκταση του αγρού του (δασωμένη έκταση αυτού), νότια σε πλευρά τεθλασμένη, μήκους 7,6 γρ. μ., 25,36 γρ. μ. 26,10 γρ. μ. και 36,79 γρ. μ. με ακίνητο εναγομένων, ανατολικά σε πλευρά μήκους 11,41 γρ.μ. με δημόσια δασική έκταση και δυτικά σε πλευρά μήκους 24,19 γρ..μ. με υπόλοιπη έκταση του ακινήτου του (δασωμένη έκταση αυτού), αποβάλλοντάς τον από το προπεριγραφόμενο επίδικο τμήμα.
Από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι το μείζον ακίνητο περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, εμβαδόν και όρια, καθώς και ο χωρικός συσχετισμός του επίδικου τμήματος με το μείζον ακίνητο και προσδιορίζεται σαφώς η ταυτότητά του ως αντικείμενο της διαφοράς.
Συνεπώς, το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, λόγω μη ακριβούς περιγραφής του επιδίκου και της δημιουργούμενης αμφιβολίας ως προς την ταυτότητά του από την έλλειψη αυτή, τον οποίο είχαν παραδεκτώς προβάλει ως εναγόμενοι στην πρωτοβάθμια δίκη προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν στη δευτεροβάθμια δίκη ως εφεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από 14-9-2007 (αριθ. κατ. 234/2007) αγωγή λόγω αοριστίας, και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Περαιτέρω, φυσική εξουσία επί του πράγματος υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ).
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η καλλιέργεια, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου.
Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει την κυριότητα.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος ( άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.9/2016).
Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το σφάλμα της ελάσσονος πρότασης αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς, καθώς και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό, που και αν δεν τον λάμβανε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό (Ολ.Α.Π. 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με τις τρεις ένδικες διεκδικητικές κυριότητας ακινήτου αγωγές των διαδίκων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : "Στις 24-5-1965, απεβίωσε στη ..., ο Ο.
Κ., πατέρας της αρχικώς εναγομένης της Α αγωγής και ενάγουσας των λοιπών αγωγών, Ε. χήρας Α. Ρ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, την κληρονομία του δε αποδέχθηκαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη θυγατέρα του (Ε. χήρα Α. Ρ.), με την υπ' αριθμ. ..16/1984 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Μ.
Γ. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών
του Υποθηκοφυλακείου …, στον τόμο …6 και με αριθμ. …1. Στην ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας, μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων περιλαμβάνεται και ένας αγρός, εμβαδού 9.969 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση " ... και συνορεύει, ανατολικά, βόρεια και δυτικά, με δημόσια δασική έκταση και νότια, με έκταση που απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη οδού.
Την ίδια ημέρα, με το υπ' αριθμ. …18/5-7-1984 συμβόλαιο διανομής, της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …96 και αριθμ. …3, οι κληρονόμοι του ανωτέρω αποβιώσαντος προέβησαν στην εξώδικη διανομή της κληρονομίας του. Στο εν λόγω συμβόλαιο, ο προαναφερόμενος αγρός των 9.969 τ.μ., περιγράφεται ως αποτελούμενος από δύο αυτοτελή τμήματα, ήτοι, ένα, εμβαδού 9.702 τ.μ., που συνορεύει, ανατολικά, βόρεια και δυτικά, με δημόσια δασική έκταση και νότια, με έκταση που απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη οδού και ένα, εμβαδού 267 τ.μ., που συνορεύει, ανατολικά με δημόσια δασική έκταση, βόρεια με ιδιοκτησία Μ.
Σ., νότια με έκταση που απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη οδού και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Τ., όπως αυτά αποτυπώνονται στο συνημμένο στο εν λόγω συμβόλαιο, από 5-7-1984 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού, Δ. Μ.. Σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο διανομής, στην Ε. χήρα Α. Ρ., περιήλθε κατά κυριότητα το προαναφερόμενο τεμάχιο των 267 τ.μ., καθώς και τμήμα του τεμαχίου των 9.702 τ.μ.
και ειδικότερα, αυτό που βρίσκεται στη δυτική του πλευρά, έχει εμβαδόν 5.670 τ.μ. και συνορεύει, βόρεια και δυτικά με δημόσια δασική έκταση, νότια με έκταση που απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη οδού και ανατολικά με την υπόλοιπη ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Κ., αποτυπώνεται δε στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, με τα στοιχεία Α-Β-Β'-Γ-Ι- Κ-Δ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Α.
Το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα είναι όμοιο με το από Μάρτιο 1978 τοπογραφικό διάγραμμα, που συντάχθηκε για πρώτη φορά, για το παραπάνω ακίνητο, από τον εργοδ. τοπογράφο, Ά. Κ. και είχε επισυναφθεί σε αίτηση των κληρονόμων του Ο. Κ., προς το Δασαρχείο …., προκειμένου να τους χορηγηθεί βεβαίωση για το δασικό ή μη χαρακτήρα των δύο προαναφερομένων τεμαχίων (των 9.702 τ.μ.
και 267 τ.μ.). Επί της ως άνω αίτησης το αρμόδιο Δασαρχείο εξέδωσε το υπ' αριθμ. πρωτ. ….82/27-07- 1983 έγγραφο του, με το οποίο βεβαίωσε ότι οι παραπάνω εκτάσεις δεν είναι δασικές. Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. ….19/15-12-1995 συμβόλαιο γονικής παροχής, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο, Ε. Μ.- Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …, στον τόμο ….49 και με αριθμ.
…7, η Ε. χήρα Α. Ρ. μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του παραπάνω αγροτεμαχίου, εμβαδού 5.670 τ.μ., εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, στα τέκνα της, Μ. συζ. Γ. Κ. και Κ. Ρ. (εναγόμενους της πρώτης αγωγής και ενάγοντες των λοιπών, ήδη εκκαλούντες- εφεσίβλητους), παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία. Ωστόσο, οι εν λόγω διάδικοι ισχυρίζονται ότι, στην πραγματικότητα, το ακίνητο που έλαβε η Ε.
Ρ., βάσει της προαναφερόμενης εξώδικης διανομής, δεν έχει εμβαδό 5.670 τ.μ., όπως αναφέρεται στο σχετικό συμβόλαιο, αλλά 10.154 τ.μ., αποτελείται δε από δύο τμήματα, εκ των οποίων, το ένα έχει εμβαδό 7.000 τ.μ. και συνιστά το πραγματικό αντικείμενο της προαναφερόμενης γονικής παροχής της Ε. Ρ. προς τα τέκνα της, συμπεριλαμβάνεται δε σ' αυτό, το τμήμα των 1.330 τ.μ., που συνιστά το επίδικο της Γ αγωγής, ενώ το άλλο έχει εμβαδό 3.154,44 τ.μ.
και αποτελεί το επίδικο της Β αγωγής, συνορεύει δε, βόρεια και δυτικά, με το προηγούμενο, όπως αυτά αποτυπώνονται στο προσκομιζόμενο με επίκληση, από το Μάιο του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού, Δ. Μ.. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι ο δικαιοπάροχός τους, Ο. Κ., ήταν κύριος ενός μείζονος ακινήτου, εμβαδού 40.000 τ.μ., περίπου, το οποίο απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι το νεμόταν από το έτος 1918, όταν του παραχώρησε ατύπως τη νομή αυτού ο πατέρας του, Ι Κ., ο οποίος, επίσης, το νεμόταν, από το έτος 1880, μετά από άτυπη παραχώρηση του δικού του πατέρα, Γ.
Κ. και ότι όλοι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι τους, με καλή πίστη και διάνοια κυρίων, καλλιεργούσαν με σιτηρά και ελαιόδεντρα το μείζον ακίνητο των 40.000 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελούσε ο αγρός των 10.154,44 τ.μ.. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι στην Ε. Ρ., μεταβιβάστηκε άτυπα η νομή του ακινήτου των 10.154, 44 τ.μ. (7.000, 00 + 3.154, 44), λόγω σύστασης προίκας από τον πατέρα της, το έτος 1955, στο πλαίσιο άτυπης διανομής της περιουσίας του, μεταξύ των μετέπειτα κληρονόμων του.
Επιχειρώντας δε να δικαιολογήσουν τη μεταγενέστερη σύνταξη του προαναφερομένου συμβολαίου διανομής, ισχυρίζονται ότι σκοπός αυτής ήταν η κτήση "επίσημου τίτλου" από τους συγκληρονόμους του Ο. Κ., ενώ περαιτέρω, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη διαφοροποίηση του αληθούς εμβαδού του αγροτεμαχίου που έλαβε η Ε.
Ρ., σε σχέση με το αναγραφόμενο στο παραπάνω συμβόλαιο διανομής, υποστηρίζουν ότι αυτή οφείλεται στην επιθυμία των συγκληρονόμων να αποφύγουν ενδεχόμενη αντίδραση του Δασαρχείου …., δεδομένου ότι, η υπερβαίνουσα την αναφερόμενη στο συμβόλαιο έκταση των 5.670 τ. μ., είχε αρχίσει ήδη να δασώνεται και το Δασαρχείο ….
τη θεωρούσε δασική. Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να λεχθεί ότι, πριν από τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου διανομής, ουδέποτε τέθηκε υπόψη του Δασαρχείου τοπογραφικό διάγραμμα, που να εμφανίζει την ιδιοκτησία της Ε. Ρ., με εμβαδό μεγαλύτερο εκείνου των 5.670 τ.μ., προκειμένου αυτό να αποφανθεί ρητά για το δασικό ή μη χαρακτήρα της μείζονος έκτασης.
Αντίθετα, όπως προεκτέθηκε, ήδη, έξι έτη πριν από τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου εξώδικης διανομής, στο από Μάρτιο 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Κ., που επισυνάφθηκε στην προαναφερόμενη, υπ' αριθμ. ….82/27-7-1983 βεβαίωση του Δασαρχείου …., το ακίνητο της Ε. Ρ. εμφανιζόταν με εμβαδό 5.670 τ.μ., όσο, δηλαδή και στον ως άνω τίτλο της.
Το εν λόγω ακίνητο εμφανίστηκε, για πρώτη φορά, με εμβαδό 7.000 τ.μ., στο από 18-1-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Δ. Μ., που επισυνάφθηκε στην από 18-1-2002 αίτηση που υπέβαλαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι της Α αγωγής - δύο πρώτοι ενάγοντες της Γ αγωγής, προς το Δασαρχείο …., για το χαρακτηρισμό της ευρύτερης, πλέον, αυτής έκτασης, ως δασικής ή μη.
Επί της παραπάνω αίτησης το Δασαρχείο εξέδωσε την υπ' αριθμ. πρωτ. 209/24-1-2002 πράξη του, με την οποία χαρακτήρισε όλη την έκταση, των 7.000 τ.μ., ως μη δασική, χωρίς, προφανώς, να εξετάσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτής, δεδομένου ότι δεν είχε τη σχετική προς τούτο αρμοδιότητα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω διάδικοι, προέβησαν στη σύνταξη του υπ' αριθμ.
….306/2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ε. Μ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. στον τόμο ….68 και αριθμ. ….8, με το οποίο διόρθωσαν το προγενέστερο, υπ' αριθμ. 1119/1995 συμβόλαιο γονικής παροχής, ως προς το εμβαδό του μεταβιβασθέντος κατά ψιλή κυριότητα ακινήτου, το οποίο όρισαν σε 7.000,00 τ.μ..
Για την άλλη, όμορη της προηγουμένης, έκταση των 3.154, 44 τ.μ., η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των ιδίων διαδίκων, ανήκε κατά κυριότητα στην αρχική διάδικο, Ε. Ρ., η τελευταία άσκησε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου την υπ' αριθμ. έκθ. κατάθεσης 400/15-12-2006 αγωγή, με την οποία, αφού εξέθετε όμοια με τις υπό κρίση, Β και Γ αγωγές, περιστατικά, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι έγινε κυρία αυτής, με έκτακτη χρησικτησία.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε εν τέλει η υπ' αριθμ. 1400/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σχετικά με το εν λόγω εδαφικό τμήμα, των 3.154,44 τ.μ., απ' όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η ως άνω απόφαση, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκε ότι αυτό είναι επικλινές, με κλίση 15% και αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης, εμβαδού 5.415,66 τ.μ., η οποία, στον προσωρινό κτηματικό χάρτη και πίνακα ..., χαρακτηρίστηκε ως δημόσια δασική έκταση, με κωδικό αριθμό (ΚΑ) 0….4 και αριθμό φύλλου χάρτη (ΦΧ) 1….21.
Μάλιστα, ένα τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 1.454,88 τ.μ., έχει κηρυχθεί αναδασωτέο, λόγω πυρκαϊάς, με την υπ' αριθμ. 4495/15-9-2006 απόφαση της Διεύθυνσης Δασών ….. Η έκταση αυτή (3.154,44 τ.μ.) ήταν κατά το έτος 1945 μη δασική-αγρός. Ωστόσο, από το έτος 1960 και εντεύθεν απέκτησε το χαρακτήρα δάσους πεύκης με υπόροφο αειφύλλων πλατυφύλλων.
Η αρχικώς ενάγουσα της Β αγωγής, ισχυρίστηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της, Ι Κ., καλλιεργούσε το επίδικο αδιάκοπα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και ειδικότερα, ότι το καλλιεργούσε με σιτηρά και συνέλεγε τους καρπούς από τα ελαιόδεντρα, από το έτος 1880 μέχρι και το έτος 1918, οπότε το παραχώρησε με άτυπη δωρεά στον πατέρα της, Ο.
Κ., αποκτώντας, με τον τρόπο αυτό, δικαίωμα εξουσίασης, το οποίο μετατράπηκε, ακολούθως, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, καθώς, μόνες οι σχετικές προς τούτο καταθέσεις των μαρτύρων, δεν κρίνονται ικανές προς τούτο. Επιπλέον, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο, αποδείχθηκε ότι στο επίδικο ακίνητο (της Β αγωγής), υφίστανται έξι ελαιόδεντρα, τα δύο εκ των οποίων είναι δέντρα σχετικά μικρής ηλικίας και πάντως, όχι αιωνόβια, όπως, αντίθετα, θα συνέβαινε, αν επρόκειτο για ελαιόδεντρα που είχαν καλλιεργηθεί από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι και τη δεκαετία του I960, όπως διατείνεται η ενάγουσα, γεγονός που, σε συνδυασμό με το μικρό, σε σχέση με την έκταση του επιδίκου, αριθμό των ελαιοδέντρων (έξι, συνολικά), που είναι, μάλιστα, διάσπαρτα, χωρίς τη μορφή οργανωμένης καλλιέργειας, άγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ουδέποτε καλλιεργήθηκε, ούτε με σιτηρά αλλά ούτε και ως ελαιώνας και ότι τα ανωτέρω ελαιόδεντρα είναι αυτοφυή.
Με βάση τα παραπάνω, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο συνορεύει σε όλες, πλην της νότιας, πλευρές του, με δημόσια δασική έκταση και ότι λόγω της προαναφερόμενης κλίσης του εδάφους του, είναι ιδιαίτερα δυσχερής η καλλιέργειά του, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι αποτελούσε και κατά το παρελθόν, ήτοι, κατά το χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, τμήμα μείζονος δασικής έκτασης, η δε μη δασική φύση του, κατά το έτος 1945, δεν αναιρεί τα προαναφερόμενα και δεν οδηγεί στην κρίση ότι, ομοίως, μη δασική ήταν η φύση του και σε χρόνο πριν το εν λόγω έτος και μάλιστα, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας καλλιεργούσε το επίδικο τμήμα για μια συνεχή δεκαετία, πριν τις 20-5-1917, ούτε ότι, στη συνέχεια, ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτής ενήργησε επ' αυτού υλικές πράξεις δηλωτικές της βούλησής του για εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου και την απαιτούμενη, μέχρι τις 23-2-1946, καλή πίστη.
Εξάλλου, ο παροδικός, όπως αποδείχθηκε, καλλιεργήσιμος χαρακτήρας της κρίσιμης έκτασης, είναι σφόδρα πιθανό να οφείλεται στις αυθαίρετες εκχερσώσεις δημοσίων δασικών εκτάσεων, οι οποίες λάμβαναν χώρα κατά τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη στη χώρα, οι οποίες, όμως, σε καμία περίπτωση δεν οδηγούν στην απώλεια της κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, ενόψει του ότι το επίδικο αποδείχθηκε ότι αποτελούσε "δημόσια γαία" και παρέμεινε, επομένως, στην κυριότητα του τουρκικού κράτους, κατέστη διάδοχος του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το ν.δ.
της 25.8.1923. Κατά συνέπεια, αφού δεν έχει γίνει, με τον προαναφερθέντα τρόπο, κύριος του επιδίκου ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Ι Κ., δεν ήταν δυνατή και η κτήση της κυριότητας του επίδίκου με έκτακτη χρησικτησία, μετά τις 20-5-1917, ούτε από τον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ο. Κ. ούτε όμως και από την ίδια.
Τούτο ισχύει ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι τελευταίοι, πράγματι, το καλλιεργούσαν, διότι πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται στις Νέες Χώρες και περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου από τις 11-9- 1915, ενώ, με το Ν.Δ. της 22-4/16-5-192 6 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", απαγορεύτηκε οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων του, άρα και η χρησικτησία τρίτων επ' αυτών.
Σημειωτέον ότι ομοίως κρίθηκε, τελεσιδίκως, με την προαναφερόμενη, υπ' αριθμ. 1400/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την υπό στοιχείο Β αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εναγόντων της ως άνω αγωγής, με τους οποίους αυτοί υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά στα υπόλοιπα επίδικα εδαφικά τμήματα, αποδείχθηκαν τα εξής: το επίδικο τμήμα της Α αγωγής, που φέρεται σ' αυτή να έχει εμβαδό 1.350,00 τ.μ., κατά το τμήμα της, εμβαδού 1.330,00 τ.μ., που αποτυπώνεται, με τα στοιχεία Α!-Β-Γ-Δ-Ε-(I)-(Κ)-(Δ)-(Μ)-ν1-A, στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα που όρισε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Β.
Μ., τοπογράφου μηχανικού, το οποίο συνοδεύει την υπ' αριθμ. 18/2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, ταυτίζεται απόλυτα με το επίδικο τμήμα της Γ αγωγής, που φέρεται σ' αυτή να έχει εμβαδό 1.330,00 τ.μ., εμπίπτει δε, εξ ολοκλήρου, στην έκταση των 7.000, 00 τ.μ., που με την υπ' αριθμ. ….09/24-1-2002 πράξη του Δασάρχη …. χαρακτηρίστηκε μη δασική, η οποία, πάντως, κατ' ορθή εμβαδομέτρηση, που έγινε με την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι αληθούς έκτασης 6.977,67 τ.μ..
Η απόκλιση του εμβαδού του επιδίκου ακινήτου της Α αγωγής και εκείνου της Γ αγωγής (20, 00 τ.μ.) οφείλεται στο γεγονός ότι, στο αναφερόμενο στην Α αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο είναι το ίδιο με εκείνο που είναι συνημμένο στην παραπάνω πράξη του Δασάρχη ….., δεν έγινε η χειρόγραφη διόρθωση που μεσολάβησε στο συνημμένο στην πράξη τοπογραφικό διάγραμμα της κορυφής Α στη θέση Α', λόγω απόκλισης από τη γραμμή του δασικού χάρτη, με αποτέλεσμα η αρχικά αναγραφόμενη και εσφαλμένη απόσταση της πλευράς Α-Β, των 24,19 γρ.μ., που ορίζει, κατά την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου της Α αγωγής, το δυτικό όριο αυτού, να ανέρχεται, στην πραγματικότητα, μετά τη γενόμενη γραφική διόρθωση, σε πλευρά Α'-Β μήκους 23,53 τ.μ..
Αντιθέτως, τα επιπλέον 20 τ.μ. του επιδίκου ακινήτου της Α αγωγής, που ορίζονται με τα στοιχεία Ν-Α-Β-Α'-Ν στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Β. Μ. και υπερβαίνουν εκείνα των 1.330,00 τ.μ., κατά τα οποία και μόνο ταυτίζονται με το επίδικο ακίνητο της Γ αγωγής, δεν υπάγονται, μετά την ως άνω χειρόγραφη διόρθωση της προαναφερόμενης πράξης του Δασάρχη ….., στη χαρακτηριζόμενη με αυτήν ως μη δασική έκταση, αλλά σ' εκείνη των 3.154,44 τ.μ.
του επιδίκου της Β αγωγής, δηλαδή, περιλαμβάνονται σε έκταση που ήταν "δημόσια γαία", η οποία περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του τουρκικού κράτους, κατά τα προαναφερόμενα, δεν αποδείχθηκε δε ότι ο ενάγων της Α αγωγής ή oι δικαιοπάροχοί του, άσκησαν ουδέποτε επ' αυτού πράξεις νομής.
Σημειωτέον, ότι το τμήμα του επιδίκου ακινήτου της Α αγωγής, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ταυτίζεται κατά θέση, εμβαδό και όρια με το επίδικο ακίνητο της Γ αγωγής έχει, μετά από ορθότερη εμβαδομέτρηση, που έγινε με την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εμβαδό 1.292, 70 τ.μ., περιλαμβάνεται δε εξ ολοκλήρου στην έκταση των 7.000, 00 τ.μ. (ήδη, κατά τα προεκτεθέντα 6.977, 67 τ.μ.), που με την υπ' αριθμ.
….09/24-01-2002 πράξη του Δασάρχη …. χαρακτηρίστηκε μη δασική, ενώ εκτείνεται πέραν του μη αμφισβητουμένου αγροτεμαχίου, εμβαδού 5.670, 00 τ.μ. και ήδη, μετά από ορθότερη εμβαδομέτρηση, που έγινε με την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εμβαδού 5.674,79 τ.μ., το οποίο, επίσης, περιλαμβάνεται στην έκταση που με την παραπάνω πράξη του Δασάρχη ….
χαρακτηρίστηκε μη δασική και αναφέρεται τόσο στο υπ' αριθμ. …..19/15-12-1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε. Μ.-Κ., που αποτελεί τον τίτλο κτήσης των εναγόντων της Γ αγωγής όσο και στο το υπ' αριθμ. …..8/5-7-1984 συμβόλαιο διανομής της συμβολαιογράφου Μ. Γ., το οποίο αποτελεί τον τίτλο κτήσης της δικαιοπαρόχου των τελευταίων και αρχικώς τρίτης ενάγουσας της ίδιας αγωγής.
Το εν λόγω τμήμα ορίζεται στο συνημμένο στην ίδια έκθεση, τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία (Α) - (Π) - (Θ) - (Ξ)-(Ν)-(Μ)-(Λ)-(Κ)-(Ι)-(Ι')-(Β')-(Β)-(Α). Το ως άνω τμήμα, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αποκτήθηκε κατά ψιλή κυριότητα από τους πρώτη και δεύτερο των εναγόντων της Γ αγωγής και κατ' επικαρπία από την αρχικώς τρίτη εξ αυτών.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι OL ενάγοντες της εν λόγω αγωγής ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επ' αυτού, αφού δεν γίνεται καμία αναφορά σ' αυτό, σε κανένα από τα έγγραφα που κατήρτισαν οι τελευταίοι μέχρι το έτος 2002 και αφορούσαν στο άλλο ακίνητο, εμβαδού 5.670 τ.μ., το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, μαζί με το επίδικο, αποτελούσε ένα ενιαίο ακίνητο, εμβαδού 7.000 τ.μ. (5.670+1.330), το οποίο αποτελούσε, με τη σειρά του, τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 10.154 τ.μ (5.670+3.154).
Ο λόγος δε που επικαλούνται, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη συγκεκριμένη παράλειψη, δηλαδή, η αποφυγή αντιδικιών με το Ελληνικό Δημόσιο, ενόψει του ότι η συγκεκριμένη, πλέον των 5.670 τ.μ., εδαφική έκταση, η οποία βρίσκεται προς βορρά, άρχισε να δασώνεται και υπήρχε βάσιμη ανησυχία ότι θα χαρακτηριζόταν ως δασική, δεν κρίνεται πειστικός.
Τούτο διότι, ακριβώς για να βεβαιωθούν για τη βασιμότητα της εν λόγω ανησυχίας τους, έπρεπε, επικαλούμενοι την κυριότητά τους, να έχουν προσφύγει στο Δασαρχείο …., προκειμένου να χαρακτηρίσει αυτήν ως δασική ή μη, ενέργεια, εξάλλου, στην οποία προέβησαν στη συνέχεια και συγκεκριμένα, το έτος 2002, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποιο γεγονός που να δικαιολογεί τη μεταστροφή της στάσης τους.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι η αρχικώς τρίτη ενάγουσα της Γ αγωγής και δικαιοπάροχος των δύο πρώτων, δεν τήρησε την ίδια στάση καθόσον αφορά στο ακίνητο της, εμβαδού 267 τ.μ., καθώς και στο ακίνητο των 9.072 τ.μ., που ακολούθως διανεμήθηκε μεταξύ αυτής και των κληρονόμων του αδελφού της Ι.
Κ.. Συγκεκριμένα, η ως άνω αρχικώς ενάγουσα, τουλάχιστον από το έτος 1983, ζήτησε από το Δασαρχείο …. το χαρακτηρισμό των ανωτέρω ακινήτων και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...82/27-7-1983 βεβαίωση της εν λόγω υπηρεσίας ότι αυτά δεν είναι δασικά, παρά το γεγονός ότι και για τα συγκεκριμένα ακίνητα θα μπορούσε να υφίσταται η ίδια ανησυχία, αφού το δεύτερο εξ αυτών, πέραν του βορείου ορίου του, το οποίο, πάντως, μετά το 2002 αποδείχθηκε ότι δεν είναι δασική έκταση, συνορεύει, ανατολικά και δυτικά, με δημόσια δασική έκταση, το ίδιο δε ισχύει και για το πρώτο, μικρότερο ακίνητο, το οποίο, βόρεια και ανατολικά, επίσης, συνορεύει με δημόσια δασική έκταση.
Σημειωτέον ότι η πρώτη έγγραφη περιγραφή του ακινήτου, που φέρεται ότι περιήλθε αρχικά, κατά πλήρη κυριότητα, στην αρχικώς τρίτη ενάγουσα της εν λόγω αγωγής και ακολούθως, κατά ψιλή κυριότητα στους δύο πρώτους ενάγοντες, έγινε κατά τη μεταγραφή του κληρονομητηρίου, που εκδόθηκε μετά από αίτηση των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ο.
Κ., μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η αρχικώς τρίτη ενάγουσα, στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο …., όπου γίνεται αναφορά σε "αγροτεμάχιο... 25 δεκαδικών στρεμμάτων επί πλέον ή έλαττον (και όχι 40.000,00 στρεμμάτων που αυτοί υποστηρίζουν ότι ήταν η αρχική έκταση του ακινήτου που νεμόταν ο εν λόγω δικαιοπάροχος τους, ήτοι και εκείνη που εκτεινόταν νοτίως της κοινοτικής αλλά και νοτίως της επαρχιακής οδού, οι οποίες (οδοί) το διαχώρισαν σε περισσότερα μικρότερα τμήματα), συνορευόμενον Ανατολικώς με ιδιοκτησίαν Π.
Π., Δυτικώς με ιδιοκτησίαν Τ. Κ. και Α. Λ., Νοτίως με ακτήν …. και Βορείως με δάσος. Το αγροτεμάχιον τούτο διαχωρίζεται δια της διερχόμενης κατόπιν απαλλοτριώσεως νέας τουριστικής οδού εις βόρειον και νότιον τμήμα. Επίσης δια του νοτίου τμήματος διέρχεται κοινοτική οδός...". Ακολούθως, στην υπ' αριθμ….16/1984 δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του Ο.
Κ., που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Γ., όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω κληρονομουμένου, αναφέρονται στο βόρειο τμήμα του παραπάνω ακινήτου, ήτοι, εκείνο που εκτείνεται βορείως του επαρχιακού δρόμου, ως έχον εμβαδό 9.962 τ.μ., η δε έκταση του συγκεκριμένου τμήματος, επιβεβαιώνεται από το υπ' αριθμ.
πρωτ. …71/14-06-1983 πιστοποιητικό του τότε προέδρου της Κοινότητας ….. το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπου αναφέρεται ότι ο ως άνω κληρονομούμενος έχει στη συγκεκριμένη θέση αγρό έκτασης 10 στρεμμάτων, περίπου, "συνορευόμενον γύρωθεν Ανατολικώς, Βορείως και Δυτικώς με δημόσια δασική έκταση και Νοτίως με νέαν δημοσίαν οδόν".
Στη συνέχεια, οι ανωτέρω κληρονόμοι διένειμαν εξωδίκως την ως άνω κληρονομιαία περιουσία, με το υπ' αριθμ. ….18/1984 συμβόλαιο διανομής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, σύμφωνα με το οποίο, το ανωτέρω, βόρειο τμήμα του μείζονος ακινήτου των 25 στρεμμάτων,
όπως περιγράφηκε κατά τα προεκτεθέντα, εμβαδού 9.702 τ.μ. (αναφέρεται σ' εκείνο των 9.962 τ.μ., που περιγράφεται στην παραπάνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας) περιήλθε στην αρχικώς τρίτη ενάγουσα, κατά την έκταση των 5.670 τ.μ., που καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του, στους δε κληρονόμους του αδελφού της, Ι. Κ., κατά την έκταση των 4.032 τ.
μ., που καταλαμβάνει το ανατολικό τμήμα αυτού. Σημειωτέον ότι, σε όλα τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάχθηκαν με αφορμή τις ανωτέρω πράξεις και συγκεκριμένα, στο από 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Κ. και στα από 5-7-1984 και 27-2-1987 τοπογραφικά διαγράμματα του Δ. Μ., ως βόρειο όριο του τμήματος των 5.670 τ.μ.,που περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων, καταγράφεται δημόσια δασική έκταση και όχι δική τους ιδιοκτησία.
Οι τελευταίοι, για πρώτη φορά, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για το εκτεινόμενο βορείως του ανωτέρω ακινήτου τους (5.670 τ.μ.) εδαφικό τμήμα των 1.330 τ.μ., στις 18-1-2002, όταν, με αίτησή τους προς το Δασαρχείο …., ζήτησαν το χαρακτηρισμό ως δασικής ή μη, της συνολικής έκτασης των 7.000 τ.μ., ήτοι εκείνης των 5.670 τ.μ., που περιλαμβάνεται στους τίτλους τους και επιπλέον, της επίδικης, των 1.330,00 τ.μ..
Επί της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η υπ' αριθμ. ….09/24-1-2002 πράξη του Δασάρχη …., η οποία τη χαρακτήρισε μη δασική, χωρίς πάντως, η πράξη αυτή να αποτελεί και βεβαίωση περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του όλου ακινήτου, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η ανωτέρω υπηρεσία δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα.
Εξάλλου, η μη άσκηση οποιασδήποτε πράξης νομής στο επίδικο τμήμα 1.330 τ.μ., αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, ενώ ήδη, από το έτος 1980, στο βορειοδυτικό τμήμα αυτού, ο Ι. Α. εγκατέστησε πρόχειρες κατασκευές, όπου αρχικά στάβλιζε τα αιγοπρόβατά του και ακολούθως, εξέτρεφε όρνιθες, εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν έγινε αντιληπτό από τους ως άνω ενάγοντες, για διάστημα είκοσι και πλέον ετών και μόνον όταν αυτοί αποφάσισαν να "διευρύνουν" προς βορρά το ακίνητο τους, προκειμένου να κατασκευάσουν σ' αυτό οκτώ μεζονέτες - οι οποίες, σύμφωνα με την άδεια της πολεοδομίας που τους χορηγήθηκε, φαίνονται να αναπτύσσονται σε τοξοειδές σχήμα, ξεκινώντας από το βόρειο τμήμα του ακινήτου τους, όπως αυτό περιγράφεται στους τίτλους τους (5.670 τ.μ.) και καταλήγοντας στα όρια αυτού με την επίδικη έκταση - διαπίστωσαν, για πρώτη φορά, όπως οι ίδιο ομολογούν με το δικόγραφο της αγωγής τους, την ύπαρξη των ανωτέρω εγκαταστάσεων.
Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες ομολογούν ότι στο κρίσιμο εδαφικό τμήμα δεν ασκούσαν διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα, στο δικόγραφο της αγωγής τους εκθέτουν ότι και το εν λόγω τμήμα (πέραν εκείνου των 3.154,44 τ.μ. της Β αγωγής), που δεν το είχαν περιφραγμένο, παρουσίασε δασική κάλυψη, μικρής πάντως έκτασης, η οποία οφείλεται στην προσωρινή εγκατάλειψη της καλλιέργειάς του, από το έτος 1960 και εντεύθεν. 0 ισχυρισμός των εναγόντων, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους, Ι Κ., καλλιεργούσε το επίδικο αδιάκοπα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και ειδικότερα, ότι το καλλιεργούσε με σιτηρά και συνέλεγε τους καρπούς από τα ελαιόδεντρα, από το έτος 1880 μέχρι και το έτος 1918, οπότε το παραχώρησε με άτυπη δωρεά στον πατέρα της αρχικώς τρίτης εξ αυτών, Ο.
Κ., αποκτώντας με τον τρόπο αυτό δικαίωμα εξουσιάσεως, το οποίο μετατράπηκε, ακολούθως, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, μόνες δε οι καταθέσεις των μαρτύρων δεν κρίνονται ικανές προς τούτο. Μάλιστα, όπως αποδεικνύεται από το από Μάιο του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ.
Μ., Πολιτικού Μηχανικού, στο επίδικο τμήμα υφίστανται διάσπαρτα πέντε ελαιόδεντρα και δύο άλλα δέντρα, τα οποία, ούτε από μόνα τους ούτε σε συνδυασμό με εκείνα που βρίσκονται στη μη αμφισβητούμενη έκταση των εν λόγω εναγόντων (5.67 0 τ.μ.), εμφανίζουν τη μορφή οργανωμένης καλλιέργειας ελαιοδέντρων. Εξάλλου, για όσα εξ αυτών (ελαιοδέντρων) βρίσκονται στο δυτικό τμήμα του επιδίκου, ο μάρτυρας Δ.
Μ., στην κατάθεσή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανέφερε ότι φυτεύτηκαν από τον Ι. Α. και είναι μικρής ηλικίας. Περαιτέρω και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι το επίδικο τμήμα καλλιεργήθηκε, έστω, από τον Ο. Κ., πατέρα της αρχικώς τρίτης ενάγουσας, από το έτος 1918 μέχρι και την ημερομηνία εισαγωγής του ΑΚ (23-2-1946), ο τελευταίος δεν έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι νεμόταν αυτό με καλή πίστη και επιπροσθέτως, το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν συμπληρώνει την απαιτούμενη τριακονταετία, στοιχεία απαραίτητα (καλή πίστη και τριακονταετής νομή) για την κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά το προ ισχύσαν Β.Ρ.
δίκαιο. Επιπλέον, από την ημερομηνία εισαγωγής του ΑΚ μέχρι και το έτος 1955, οπότε, κατά τους ισχυρισμούς της αρχικώς τρίτης ενάγουσας, ο ανωτέρω άμεσος δικαιοπάροχος της, της παρέδωσε ατύπως τη νομή του επίδικου ακινήτου, ως τμήμα μείζονος έκτασης 10.154 τ.μ., δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ χρόνος χρησικτησίας (20 έτη).
Τέλος, όπως προεκτέθηκε, η ίδια η αρχικώς τρίτη ενάγουσα, ήδη από το έτος 1960 και μέχρι το έτος 2002, τουλάχιστον, δεν ασκούσε εμφανείς υλικές; πράξεις στο επίδικο ακίνητο, με αποτέλεσμα να μην καταστεί η ίδια κυρία αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον το χρονικό διάστημα των έξι ετών (από το έτος 1955 ως το έτος 1960), δεν επαρκεί για να θεμελιώσει τέτοιο δικαίωμα της, ακόμη και αν ήθελε γίνει προσμέτρηση σ' αυτό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της, Ο.
Κ., από το έτος 1946 έως το έτος 1955, λαμβανομένου υπόψη ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας που διέδραμε κατά τη διάρκεια ισχύος του Β.Ρ. δικαίου, εφόσον δεν αποδείχθηκε η καλή πίστη του τελευταίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τους δύο πρώτους ενάγοντες της ίδιας αγωγής, οι οποίοι δεν αποδείχθηκε ότι άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο, σε κάθε δε περίπτωση, ενόψει του χρόνου κατά τον οποίο οι ίδιοι επικαλούνται ότι ανέλαβαν τη νομή του τελευταίου (έτος κατάρτισης του προαναφερόμενου, υπ' αριθμ.
….19/1995 συμβολαίου γονικής παροχής), δεν συμπλήρωσαν τον απαιτούμενο για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας τους χρόνο χρησικτησίας (20 έτη). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την υπό στοιχείο Γ αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εναγόντων της εν λόγω αγωγής, με τους οποίους αυτοί υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, στο βορειοδυτικό όριο του ως άνω τμήματος, το οποίο συνιστά και το επίδικο της υπό στοιχ. Α αγωγής, βρίσκονται πρόχειρες εγκαταστάσεις, που λειτουργούν ως ορνιθώνες και χρησιμοποιούνται από τον Ι. Α.. Το συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα, το οποίο έχει εμβαδό, σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, 1290,70 τ.μ., δεν αποδείχθηκε ότι καλλιεργήθηκε ποτέ προσωπικά από ενάγοντα της Α αγωγής, καθόσον ο ίδιος, όπως ομολογεί στην αγωγή του, ήταν οικοδόμος και δεν ασχολούνταν με γεωργικές εργασίες, ενώ ο ισχυρισμός του ότι μέχρι το έτος 1975 το εκμίσθωνε σε τρίτους γεωργούς για να το καλλιεργούν με σιτηρά και από το έτος 1975 και εντεύθεν, το εκμίσθωνε σε τρίτους, για το στάβλισμα των ζώων τους ή τη φύλαξη των πτηνών τους, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε.
Μάλιστα, όπως αποδείχθηκε, ο εν λόγω διάδικος αγνοούσε πλήρως τα όρια, τη θέση και την έκταση του μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί το επίδικο αφού, ως προς τα εν λόγω στοιχεία, προέβη, κατά καιρούς, σε αντιφατικές μεταξύ τους περιγραφές, σε διάφορα έγγραφα και καταθέσεις.
Ειδικότερα, ο ενάγων, με την κρινόμενη αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με τις προτάσεις του, ισχυρίστηκε ότι το μείζον ακίνητο, που περιήλθε στην κυριότητα του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, έχει εμβαδόν 4.000 τ.μ. και συνορεύει, βόρεια με δημόσια δασική έκταση, νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων της ίδιας αγωγής, ανατολικά με δημόσια δασική έκταση και δυτικά με αγροτικό δρόμο.
Αντιθέτως, στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2 653/11-10-2005 αίτηση-καταγγελία του προς το Δασαρχείο ….., περιγράφοντας το εν λόγω μείζον ακίνητο του, το οποίο, μάλιστα, χαρακτηρίζει, ως "αγρό δασωμένο", αναφέρει ότι αυτό βρίσκεται πάνω από την κατοικία του Π. Ε. και συνορεύει, βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Ζ., νότια με ιδιοκτησία Ο.
Κ., ανατολικά με δάσος και δυτικά με ιδιοκτησία Π. Π.. Τέλος, στην από 4-9-2009 ανώμοτη εξέτασή του, στο πλαίσιο διενεργηθείσας σε βάρος του προκαταρκτικής εξέτασης, κατέθεσε ότι το ανωτέρω μείζον ακίνητο έχει εμβαδό 7.500 τ.μ. και συνορεύει, ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και δάσος, δυτικά με επαρχιακό δρόμο και με ιδιοκτησίες του Π.
Ε. και Π. Π., βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Ζ. και νότια με ιδιοκτησία Ο. Κ.. Οι προαναφερόμενες περιγραφές, ωστόσο, δεν ανταποκρίνονται σ' εκείνη του μείζονος ακινήτου, το οποίο ο ενάγων απέκτησε, κατά τους ισχυρισμούς του, με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του, κατά το έτος 1965, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα, καθώς οι αναφερόμενες στις εν λόγω περιγραφές, ως όμορες του ακινήτου του, ιδιοκτησίες, εκτείνονται δυτικά της αγροτικής οδού που βρίσκεται δυτικά της δασικής έκτασης, η οποία διατρέχει το δυτικό όριο του επιδίκου ακινήτου, όπως αποδεικνύεται από το από Ιούλιο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ.
Μ., η ακρίβεια του οποίου, ως προς τα στοιχεία (θέση και ιδιοκτήτες) των εν λόγω ακινήτων δεν αμφισβητήθηκαν. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. πρωτ. ….78/17-6-1992 πιστοποιητικού του προέδρου της Κοινότητας ..., το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και στο οποίο βεβαιώνεται ότι ο ως άνω ενάγων έχει στη νομή και κατοχή του έναν αγρό, στην περιοχή όπου το επίδικο, ο οποίος συνορεύει, ανατολικά με δάσος, δυτικά με ιδιοκτησία Π.
Π., βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Ζ. και νότια με αγροτική οδό. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, προφανώς, μη γνωρίζοντας τα ακριβή όρια του ως άνω ακινήτου του και υπολαμβάνοντας εσφαλμένα, ότι το επίδικο τμήμα εμπίπτει στο προαναφερόμενο ακίνητο του, ήδη από το έτος 1980, ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο τμήμα και συγκεκριμένα, το παραχώρησε στον Ι.
Α., ο οποίος ασκούσε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις για λογαριασμό του, κατασκεύασε δε, στο βορειοδυτικό τμήμα του, τις προαναφερόμενες πρόχειρες κατασκευές, τις οποίες χρησιμοποιούσε, μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής, ως ορνιθώνες. Μάλιστα, τον ισχυρισμό αυτό προέβαλε ο Ι. Α., προς αντίκρουση διεκδικητικής αγωγής που άσκησαν σε βάρος του οι εναγόμενοι της Α αγωγής, για τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 65,14 τ.μ., το οποίο αυτός κατέλαβε με τις παραπάνω εγκαταστάσεις, στη δίκη της οποίας άσκησε παρέμβαση ο εδώ ενάγων της Α αγωγής, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Ι.
Α. ασκούσε στο επίδικο διακατοχικές πράξεις για λογαριασμό του ενάγοντος, διότι, διαφορετικά, ο τελευταίος θα επικαλούνταν δική του νομή στο επίδικο, προκειμένου να θεμελιώσει δικαίωμα ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ενόψει του ότι για τη θεμελίωσή της δεν απαιτούνταν καλή πίστη. Εξάλλου, ο ισχυρισμός που προέβαλαν οι εναγόμενοι της υπό κρίση Α αγωγής, προς αιτιολόγηση της άρνησης των αγωγικών ισχυρισμών, ότι, δηλαδή, κανένας δεσμός δεν συνέδεε τον ενάγοντα με την επίδικη περιοχή, καταρρίπτεται από το υπ' αριθμ.
….78/1973 συμβόλαιο πώλησης αγρού με αυτοσύμβαση, του συμβολαιογράφου Α. Σ., από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο πατέρας του τελευταίου, τουλάχιστον από το έτος 1956, διατηρούσε και άλλο ακίνητο στην ίδια περιοχή, εμβαδού 500 τ.μ., το οποίο, με το προαναφερόμενο προσύμφωνο, είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον Η.
Φ.. Άλλωστε, ο ενάγων, ο οποίος δεν είναι κάτοικος ..., κατοικεί στην ευρύτερη περιοχή και συγκεκριμένα, στην ..., η οποία απέχει δέκα χιλιόμετρα από την πρώτη, δηλαδή, σε απόσταση που δεν αποκλείει την ύπαρξη δεσμών αυτού με την περιοχή της .... Ο ενάγων, ο οποίος στο παρελθόν ήταν οικοδόμος, ήδη από το έτος 1997, έγινε κτηνοτρόφος και ειδικότερα, ασχολείται με την εκτροφή και εκμετάλλευση αιγοπροβάτων.
Είναι δε γεγονός, ότι και μετά την κατά τα άνω μεταβολή της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εξακολούθησε να μη χρησιμοποιεί ο ίδιος ατομικά, την επίδικη έκταση, για τον σταβλισμό των αιγοπροβάτων του, προκειμένου να ανακόψει τη φυσική δάσωση, που ο ίδιος ομολογεί ότι έγινε σταδιακά σ' αυτή, αυτό, όμως, οφείλεται στην απόσταση που χωρίζει την κατοικία του από το επίδικο, η οποία καθιστά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δυσχερή και ασύμφορη την τακτική επίσκεψη και επίβλεψη των ζώων του.
Εξάλλου, σχετικά με τη σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με το επίδικο, ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια αυτού, κατέθεσε ότι ο Ι. Α. πήρε την άδειά του (ενάγοντος), προκειμένου να κατασκευάσει τον πρόχειρο ορνιθώνα του, χωρίς να προσδιορίζει περαιτέρω το είδος της σχέσης τους, ενώ ο μάρτυρας ανταπόδειξης Ν.
Κ., που εξετάστηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης αντιδικίας των εναγομένων με τον Ι. Α., η κατάθεση του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατέθεσε ρητά ότι το επίδικο ανήκει στον ενάγοντα και ότι "ο Α. έκανε τις ορνιθώνες αλλά δε νομίζω να λέει ότι είναι δικό του, εκτός αν έκανε κάποια συμφωνία με τον Α.".
Ο ίδιος μάρτυρας, στην ένορκη βεβαίωσή του, που έχει ληφθεί με επιμέλεια του ενάγοντος, επαναλαμβάνει ότι το επίδικο ανήκει στον τελευταίο, ενώ, καθόσον αφορά στη σχέση του Ι. Α. με το επίδικο, καταθέτει κατά λέξη: "Πρέπει να το έχει νοικιάσει από τον ιδιοκτήτη τον Α., ή να έχει την άδειά του. Ο Α. δεν μπορεί να είναι εκεί 25 τουλάχιστον χρόνια παράνομα".
Το γεγονός, ωστόσο, ότι ο ως άνω μάρτυρας δεν γνωρίζει με βεβαιότητα το είδος της σχέσης που συνέδεε τον Ι. Α. με τον ενάγοντα, δεν αναιρεί την αξιοπιστία της κατάθεσής του αναφορικά με τη σχέση που συνέδεε τον τελευταίο με το επίδικο, αφού έχει σαφή γνώση και αντίληψη περί τούτου. Ενόψει των ανωτέρω, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι από τις 23-2-1946 (ημερομηνία εισαγωγής του ΑΚ) και μέχρι το έτος 1965 - οπότε, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος του παραδόθηκε η νομή του επιδίκου ακινήτου - ο πατέρας του ενάγοντος, Δ.
Α., ασκούσε επ' αυτού πράξεις νομής, αυτός (ο πατέρας του ενάγοντος) δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού δεν συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο της εικοσαετούς νομής, ο ίδιος δε ο ενάγων, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε πράξεις νομής στο ακίνητο, μέχρι το έτος 1980, ώστε με προσμέτρηση του χρόνου νομής του πατέρα του στο δικό του, να καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, από το έτος 1980, ασκούσε στο επίδικο ακίνητο νομή δι' αντιπροσώπου, κατά τα προαναφερόμενα, με αποτέλεσμα να συμπληρωθεί στο πρόσωπό του, αυτοτελώς, η εικοσαετής νομή του επιδίκου ακινήτου, στα τέλη του έτους 2000 και να γίνει κύριος αυτού, με έκτακτη χρησικτησία.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ο ενάγων ουδέποτε άσκησε νομή στο επίδικο τμήμα και απέρριψε την υπό στοιχ. Α αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης του ως άνω ενάγοντος πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι και κατ' ουσία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αφενός απέρριψε κατ' ουσία τις υπ' αριθμ. 1190 και 1191/2008 διεκδικητικές κυριότητας ακινήτου αγωγές των αναιρεσειόντων, θεμελιούμενες στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ως ουσιαστικά αβάσιμες και, ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσία την από 3-3-2015 έφεσή τους, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, και αφετέρου δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την από 26-5-2014 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού την εξαφάνισε, κράτησε και δίκασε την αγωγή αυτού, θεμελιούμενη στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), και την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα - εκκαλούντα (ήδη αναιρεσίβλητο) κύριο ενός τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 1.292,70 τ.μ.
και υποχρεώνοντας τους εναγόμενους ήδη αναιρεσείοντες να του το αποδώσουν, δεχθέν ότι : α) ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1980 ασκούσε με διάνοια κυρίου στο ως άνω επίδικο τμήμα νομή, μέσω άλλου, με αποτέλεσμα να συμπληρωθεί στο πρόσωπό του, αυτοτελώς, η εικοσαετής νομή επ' αυτού στα τέλη του έτους 2000 και να γίνει κύριος αυτού πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και β) δεν αποδείχθηκε ότι επ' αυτού (επιδίκου) τόσο οι αναιρεσείοντες όσο και οι δικαιοπάροχοί τους (άμεσοι και απώτεροι) άσκησαν συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής από το έτος 1880 και εφεξής μέχρι το έτος 2002 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 980 και 1045 Α.Κ., ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, κρίνοντας, ειδικότερα, αναφορικά με την κτήση κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο ότι αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους δεν άσκησαν πράξεις νομής για μια συνεχή εικοσαετία με διάνοια κυρίου και δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αλλά και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την κρίση του αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, στις οποίες (αιτιολογίες) περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στο θέμα της, κατά τα πιο πάνω, ασκήσεως από τον αναιρεσίβλητο συνεχούς και χωρίς καμία διακοπή νομής για χρησικτησία επί χρόνο μείζονα της εικοσαετίας με τη θέληση να εξουσιάζει το σύνολο της επίδικης έκτασης των 1.292,70 τ.μ.
ως κύριος, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ενόψει των ανωτέρω και αυτών που εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως, ο από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το υπόλοιπο μέρος του ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, αναφορικά με την άσκηση νομής επί του επιδίκου του αναιρεσίβλητου μέσω άλλου και με την ύπαρξη νομής στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους, ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.Α.Π.2/2008). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, από την παραπάνω διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ανελέγκτως το Εφετείο, στους κανόνες των άρθρων 974 και 1045 Α.Κ., περί νομής και χρησικτησίας, και όχι για ερμηνεία κανόνων δικαίου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο παραπάνω λόγος είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εξάλλου, ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔ., θεωρείται η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς την δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερος ή μικρότερος από αυτή που του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ.
Έτσι, δεν επιτρέπεται αναίρεση για παραβίαση των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, αναφορικώς με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων, όταν αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ μέρος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των αναφερόμενων εγγράφων και, συγκεκριμένα, των δύο αεροφωτογραφιών των ετών 1989 και 1993, που εκδόθηκαν από τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, από τη μελέτη των οποίων ο τεχνικός σύμβουλος αυτών Ζ.
Γ., αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός, διαπίστωσε ότι ''από το έτος 1945 έως και το έτος 1993 εμφανίζεται η δική τους ιδιοκτησία ως ενιαία έκταση, με τις ανάλογες αυξομειώσεις της βλάστησης, εξ αιτίας του τρόπου καλλιέργειας κι εκμετάλλευσης αυτής καθώς επίσης δεν εμφανίζεται κανενός είδους κατασκευή. Ότι μάλιστα στην αεροφωτογραφία του 1989, η οποία είναι σε μεγάλη κλίμακα (1:8000) δεν εμφανίζεται στον αγρό των 7.000 τ.μ.
κανενός είδους κατασκευή της τάξης των 7,36 τ.μ. (ορνιθώνας) ή των 13,34 τ.μ. (υπόστεγο), την οποία διαπίστωσε η Πολεοδομία ... χρόνια μετά. Ότι, επίσης, επί της συγκεκριμένης αεροφωτογραφίας φαίνεται καθαρά το δένδρο που υπάρχει έως και σήμερα στο μέσον του αγρού και το οποίο καταλαμβάνει έκταση περίπου 5 τ.μ.. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο τα προαναφερόμενα έγγραφα, και ανεξαρτήτως της ορθότητας του υπ' αυτού δοθέντος χαρακτηρισμού ως δημοσίων εγγράφων, έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να δεχθεί δεσμευτικότητα από το περιεχόμενό τους, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό στηρίχθηκε, όπως αναφέρεται στην απόφαση, σε μαρτυρίες τρίτων προσώπων ως προς την τότε υφιστάμενη πραγματική κατάσταση επί του επιδίκου και προέβη σε ελεύθερη εκτίμησή τους κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο '' παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν συνδέεται με παραβίαση κανόνων ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε, το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή πρέπει, επιπρόσθετα, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή , ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε, ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.
Α.Π.20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που συνίσταται στο ότι εσφαλμένα αυτή δέχθηκε ''ότι αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες της εν λόγω αγωγής ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί του επίδικου τμήματος 1.330 τ.μ., ....
ότι αυτοί ομολογούν ότι στο κρίσιμο εδαφικό τμήμα δεν ασκούσαν διακατοχικές πράξεις.., παραβιάζοντας τον ουσιαστικό νόμο 998/1979, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, παρά το γεγονός ότι με την υπ' αρ. πρωτ. 209/24-1-2002 πράξη χαρακτηρισμού του αγρού των 7.000 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, που εξέδωσε ο Δασάρχης ….ς, την οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με επίκληση, η ως άνω έκταση θεωρείται ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενη έκταση και με το υπ' αρ.
πρωτ. …..3/3-1-2006 έγγραφο του Δασαρχείου …. χαρακτηρίστηκε αυτή ως μη δασική σύμφωνα με τον κτηματολογικό χάρτη και πίνακα ...''. Όμως, έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν καθορίζεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα ευθέως διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, ούτε αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που θεμελίωσαν την κρίση της για το αβάσιμο της αγωγής τους και η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε βάσει αυτών, και ποιο το νομικό σφάλμα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς στήριξη των απόψεών τους ότι ήταν βάσιμη η αγωγή τους, που συνέχονται με τις αποδείξεις και με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο σαφώς εκτίθεται στην απόφαση.
Από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 338 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων τα διαδικαστικά, στα οποία περιλαμβάνεται η αγωγή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται ''πράγματα'', δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ή την ένσταση κλπ χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα ''πράγματα'' αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ., ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, αν και την είχε κατά νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, με αιτιάσεις του τέταρτου λόγου της αναίρεσης και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 20, 10 και 12 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι : "επιπροσθέτως οι ενάγοντες ομολογούν ότι στο κρίσιμο εδαφικό τμήμα δεν ασκούσαν διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα στο δικόγραφο της αγωγής τους εκθέτουν ότι και το εν λόγω τμήμα (πέραν εκείνου των 3.154,44 τ.μ.
της Β' αγωγής), που δεν το είχαν περιφραγμένο, παρουσίασε δασική κάλυψη, μικρής πάντως έκτασης, η οποία οφείλεται στην προσωρινή εγκατάλειψη της καλλιέργειάς του, από το έτος 1960 και εντεύθεν", πλήττει δε την αναιρεσιβαλλομένη διότι: α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής, β) παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, ότι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες δεν ασκούσαν διακατοχικές πράξεις στο επίδικο οικοπεδικό τμήμα και γ) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να μη προσδώσει στην επικαλούμενη ''ομολογία'' συγκεκριμένη αποδεικτική δύναμη, αφού δεν προσδιόρισε εάν επρόκειτο περί δικαστικής ομολογίας οπότε θα αποτελούσε στην περίπτωση τούτη πλήρη απόδειξη ή εάν επρόκειτο περί εξώδικης ομολογίας οπότε θα εκτιμάτο ελεύθερα από το δικαστήριο, αφού με την παραπάνω κρίση του ''το έγγραφο της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων αποτέλεσε αποδεικτικό μέσο και δη αυτό της ομολογίας, προκειμένου να οδηγηθεί στην απόρριψη της εφέσεώς τους''.
Ο λόγος αυτός είναι, ως προς το πρώτο σκέλος του, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αγωγή δεν αποτελεί αποδεικτικό αλλά διαδικαστικό έγγραφο και, συνεπώς, τυχόν σφαλερή ανάγνωση του περιεχομένου της δεν ελέγχεται βάσει του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. Ως προς το δεύτερο και τρίτο σκέλος του ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση ως προς τη μη απόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, ότι δεν ασκούσαν διακατοχικές πράξεις στο επίδικο οικοπεδικό τμήμα, αφού συνεκτίμησε το σύνολο των προσκομισθέντων με νόμιμη επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις, πραγματογνωμοσύνη), ενώ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο χρησιμοποίησε την επικαλούμενη "ομολογία" των αναιρεσειόντων όχι ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια του άρθρ. 352 ΚπολΔ, αλλά ως επιχείρημα προς ενίσχυση της προαναφερόμενης αποδεικτικής του κρίσης.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2018 αίτηση των Μ. συζ. Γ. Κ. και Κ. Ρ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1106/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ