Legislator Case Law & Legislation
462/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor law claims regarding unpaid wages and Sunday work under unjust enrichment.

Case Number 462/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment in a labor dispute. The lower court ruled that the employer must pay the employee for unpaid Sunday work and overtime based on unjust enrichment, rejecting the employer's defense of a five-year statute of limitations. The Court of Appeal upheld this decision, finding the lower court correctly applied the law regarding the twenty-year limitation period for unjust enrichment claims and the rejection of the employer's arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 174, 180, 904, 908 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a labor contract is void, the employer is liable for unpaid wages and Sunday work under unjust enrichment, subject to a twenty-year limitation period, and the appeal is dismissed if the lower court correctly applied these provisions.

Keywords

AI generated
unjust enrichment void labor contract Sunday work overtime compensation statute of limitations appeal dismissal unpaid wages

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of the Civil Code
Article 174 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 908 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 462 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 462/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κοτέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Δ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κουλούκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4076/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 844/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-3-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Ειδικότερα, κατά το άρθ. 216 § 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθ. 117 και 118 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να περιέχει (α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου (ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και (β) ορισμένο αίτημα, ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα της νομικής βασιμότητας της αγωγής.

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής (η τελευταία, ειδικότερα, συντρέχει όταν γίνεται απλή επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών) η απόφαση ελέγχεται κατά τους αριθ. 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 3, 174, 180, 904 και 908 ΑΚ προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στη απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε (από την εργασία του μισθωτού), η οποία συνίσταται σε ό,τι αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος κ.λπ., και η οποία (αποδοτέα από τον εργοδότη ωφέλεια) δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ και ΔΑ, τούτο δε ισχύει (ο εργαζόμενος δηλ.

έχει αξίωση και ο εργοδότης αντίστοιχη υποχρέωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως άνω) και σε περίπτωση εργασίας επί 8ωρο κατά τα Σάββατα, η οποία είναι άκυρη υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι την 20-6-1995 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο κα τώρα αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκε, υπό το καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, μέχρι την 28-2-2003 ως "μπουφετζού Α'" στο εστιατόριο - ψαροταβέρνα αυτού στον Πειραιά, με την συμφωνία ότι οι αποδοχές της θα ανέρχονταν στο ποσό που προβλέπεται κάθε φορά από τις οικείες ΣΣΕ, ότι καθόλο το διάστημα της απασχόλησής της στην επιχείρηση του εναγομένου εργάσθηκε κατά πλήρες ωράριο αλλά και κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, ότι η ως άνω σύμβαση εργασίας της ήταν άκυρη λόγω μη κατοχής και εφοδιασμού της με το κατά νόμον απαραίτητο βιβλιάριο υγείας, ότι λόγω της ακυρότητας αυτής ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της, καθόσον εξοικονόμησε το ποσό που θα κατέβαλλε ως αμοιβή σε μισθωτό με τα ίδια προσόντα και την ίδια ειδικότητα που θα εργαζόταν υπό τις αυτές συνθήκες στα πλαίσια έγκυρης σύμβασης εργασίας, ότι ειδικότερα (α) κατά παράβαση των συμφωνηθέντων ο εναγόμενος ουδέποτε κατάβαλε σ' αυτήν το νόμιμο μισθό της, ούτε τις νόμιμες αποδοχές για την απασχόλησή της κατά τις Κυριακές ή για υπερωριακή απασχόληση και υπερεργασία, αλλά ούτε επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας (β) κατά τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή επιμέρους περιόδους της απασχόλησής της στην επιχείρηση του εναγομένου (εντός του ως άνω συνολικού χρονικού διαστήματος εργασίας της σ' αυτήν) και με βάση τον καθοριζόμενο για κάθε μία απ' αυτές από τις οικείες ΣΣΕ για την ειδικότητά της κατώτατο μηνιαίο μισθό, ο εναγόμενος κατέβαλε σ' αυτήν έναντι των οφειλομένων και αναλυτικά αναφερομένων για κάθε αιτία ποσών (νόμιμο μισθό, αμοιβή για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση κάθε μορφής, εργασία κατά τα Σάββατα) τα αναφερόμενα εκεί ποσά κάθε μήνα, μικρότερα και από τον εκάστοτε οριζόμενο κατώτατο μισθό, καταστάς, επομένως, πλουσιότερος κατά το εκεί οφειλόμενο εκάστοτε υπόλοιπο για τις ως άνω αιτίες, με βάση δε τα περιστατικά αυτά και ύστερ' από νομότυπη μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν, ως αδικαιολογήτως πλουτίσας σε βάρος της περιουσίας της, το συνολικό ποσό των 27.641,45 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι, όπως παραδεκτά είχε προτείνει και στο Εφετείο, η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης για την επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και λοιπών αμοιβών (για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά το Σάββατο) για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-1999 έως 28-2-2003), ήταν αόριστη, διότι σε κανένα σημείο του δικογράφου αυτής η αναιρεσίβλητη ενάγουσα δεν ανέφερε και δεν ισχυριζόταν ότι τα ποσά που κατέβαλλε σ' αυτήν μηνιαία ο αναιρεσείων ήταν έναντι του μηνιαίου μισθού της και ότι "ουδέν ποσό της κατέβαλε για αποζημίωση για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση καθώς και για αποζημίωση για εργασία κατά τα Σάββατα...

άλλως ότι ουδέποτε της κατέβαλε οιοδήποτε ποσό για οφειλόμενα ποσά πέραν των αποδοχών της", αλλ' αντίθετα στο τέλος κάθε διακριτού κεφαλαίου της αγωγής ανέφερε, πανομοιότυπα και με διαφορά μόνο ως προς τα καταβληθέντα ποσά, κατά την ενδεικτική παράθεση στο αναιρετήριο μίας μόνο παραγράφου της αγωγής "συνολικά για τις ως άνω αιτίες και για την εν λόγω χρονική περίοδο ο εναγόμενος εξοικονόμησε από την παροχή της εργασίας μου δυνάμει της ακύρου συμβάσεως σύμφωνα με τα ανωτέρω, το συνολικό ποσό των ευρώ 5536,08 έναντι του οποίου μου κατέβαλε το ποσό των ευρώ 2421,12 (403,52 ευρώ ? 6 μήνες) και συνεπώς ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος κατά το υπόλοιπο ποσό των ευρώ 3114,96 χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία της περιουσίας μου κατά το ποσό αυτό...

ο δε πλουτισμός του αυτός σώζεται μέχρι σήμερα και οφείλει να μου τον αποδώσει". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αληθώς από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής και κατ' εκτίμηση αυτού προκύπτει ότι αυτή ουδεμία αοριστία πάσχει, καθόσον ρητά εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής ότι τα καταβληθέντα στην ενάγουσα επιμέρους ποσά που αναφέρονται εκεί ήσαν κατώτερα και του εκάστοτε οριζομένου κατωτάτου μισθού, άρα και ότι οι γενόμενες από τον εναγόμενο καταβολές αφορούσαν μόνο μέρος του οφειλομένου αυτού μισθού και όχι τις άλλες ως άνω αξιώσεις της.

ΙΙ. Σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 Α.Κ. είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μη έγινε κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο. Περαιτέρω, από το άρθρο 14 της ΑΙΒ/8577/1983 απόφασης του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940 και Π.Δ. 544/1977, το οποίο ορίζει, ότι όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων - ποτών είτε ως ειδικοί επαγγελματίες είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντες τις υπηρεσίας τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο να βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα (φυματίωση, τραχώματα σύφιλη κ.λπ.) και να υποβάλλονται σε επανεξέταση και θεωρούν το εν λόγω βιβλιάριο μετά πάροδο έτους από την ημερομηνία εκδόσεώς του ή την τελευταία θεώρησή του νωρίτερα αν αυτό κριθεί από την αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία απαραίτητο, προκύπτει, ότι όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή ασχολούνται σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, ως άνω, και απασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για την διάθεσή τους στην κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή ποτών ή με τον χρήστη των υπηρεσιών πρέπει να εφοδιάζονται με βιβλιάρια υγείας, ως εκ τούτου δε η καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου που δεν είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας ή που είναι εφοδιασμένος αλλά παρέλειψε να το θεωρήσει είναι άκυρη σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις και ο εργαζόμενος έχει αξίωση από τις διατάξεις των άρθρων 904 και επ.

ΑΚ για απόδοση της ωφελείας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης. Εξάλλου, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευομένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ' αρθρ. 904 Α.Κ., η δε ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θ' απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο κ.λπ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ οι αξιώσεις των εργαζομένων για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών τους, παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αρχίζει δε η παραγραφή αυτή, κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη αυτής. Επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση ο εργοδότης υποχρεούται, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα άρθρα 904 και 908 ΑΚ, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, ανεξαρτήτως της ζημίας του εργαζομένου και η οποία ωφέλεια συνίσταται σε ό,τι αυτός θα κατέβαλε αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία κ.λπ., η απαίτηση δε αυτή του ακύρως απασχοληθέντος μισθωτού υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς, κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης με αντικείμενο αξιώσεις κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από απλή σχέση εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, με την προσβαλλομένη 844/2010 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι την 20-6-1995 η ενάγουσα αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εναγόμενο, προκειμένου να εργασθεί ως "μπουφετζού Α'" στο εστιατόριο πολυτελείας (ψαροταβέρνα) αυτού στον Πειραιά και απασχολήθηκε διαρκώς σ' αυτό μέχρι την 28-2-2003, όταν αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, ότι η ενάγουσα δεν απέκτησε ποτέ βιβλιάριο υγείας που ήταν υποχρεωμένη να κατέχει, λόγω της επιχείρησης του εναγομένου ως υγειονομικού ενδιαφέροντος και της ειδικότητας της ενάγουσας, και κατά συνέπεια η σύμβαση εργασίας της ήταν άκυρη και συνδεόταν με τον εναγόμενο καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα με απλή σχέση εργασίας, ότι η ενάγουσα, η εργασία της οποίας συνίστατο στην παρασκευή διαφόρων σαλατών για ψαρικά, βράσιμο λαχανικών, παρασκευή σαλατών και τοποθέτηση αυτών σε πιάτα, εργαζόταν επί πέντε ημέρες την εβδομάδα επί οκτώ ώρες ημερησίως, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 28-2-2003 ο εναγόμενος έναντι των οφειλομένων νομίμων μηνιαίων αποδοχών της, κατά τα εκεί λεπτομερώς αναφερόμενα, κατέβαλε στην ενάγουσα τα παρατιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη ποσά και οφείλει σ' αυτήν (κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το συνολικό ποσό των 7.591,56 ευρώ, ότι κατά το αυτό ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα η ενάγουσα δεν απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου πέραν του νομίμου ορίου των 40 ωρών την εβδομάδα και ως εκ τούτου ουδεμία αμοιβή δικαιούται για υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, ότι κατά το ίδιο επίδικο διάστημα η ενάγουσα απασχολήθηκε όλα τα Σάββατα επί 8 ώρες κάθε φορά και ότι επομένως δικαιούται, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αποζημίωση για την παράνομη απασχόλησή της την έκτη ημέρα της εβδομάδας το συνολικό ποσό των 5.345,20 ευρώ, το οποίο αποτελεί την ωφέλεια του εναγομένου από την παροχή τέτοιας εργασίας, δηλ.

τις αποδοχές, τις οποίες αυτός θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό που θ' απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ως άνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με την ακύρως κατ' αυτές εργασθείσα ενάγουσα και ότι η παραγραφή της σχετικής αξίωσης της ενάγουσας είναι εικοσαετής, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την ένσταση του εναγομένου περί πενταετούς παραγραφής της αξίωσης αυτής, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις από υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο, τα ως άνω ποσά για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών και εργασία κατά τα Σάββατα.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, και αφού ληφθεί υπόψη ότι η αξίωση για παροχή εργασίας επί 8ωρο κατά τα Σάββατα - υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, και στα πλαίσια απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εργασίας - υπόκειται σε 20ετή παραγραφή, ως ερειδομένη σε κάθε περίπτωση στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος όσον αφορά την παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης ενάγουσας για εργασία κατά τα Σάββατα, καθόσον δε μέρος του, κατ' εκτίμηση (ως εκ της ασαφείας του), αναφέρεται στα επιδόματα εορτών, τις αποδοχές και επίδομα αδείας ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τέτοιες αξιώσεις και δεν επεδίκασε κάποιο ποσό για τις αιτίες αυτές, ενώ ως προς την πρόσθετη αποζημίωση ποσοστού 100% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση (πρέπει ν' απορριφθεί) για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, καθόσον οι αξιώσεις γενικά για υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη αλλά και για υπερεργασία, απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μη καταδικασθεί, όμως, ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος εκ μέρους αυτής (άρθ. 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2011 αίτηση του Κ. Ι. Τ. για αναίρεση της 844/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ