Legislator Case Law & Legislation
462/2012 AI generated

462/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 462/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 462 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 462/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και ΔηÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 462 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 462/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3586/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο, έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή ΔΑ, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγομένη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1999), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη. Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε στις 27-4-1983, ως ηλεκτρολόγος, από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και υπάγεται στις διατάξεις του ΝΔ 2592/1953, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία στις 24-9-1987 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, και έκτοτε προσέφερε σ' αυτό τις υπηρεσίες του έως τις 26-2-2004 που συνταξιοδοτήθηκε. Επί των από 2-10-1989 και από 3-6-1997 προηγούμενων αγωγών του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες αφορούσαν αξιώσεις του από την διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε και εκείνων που εδικαιούτο να λάβει, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-5-1997, λόγω μη υπολογισμού των αποδοχών του βάσει της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς και της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών (βασικός μηνιαίος μισθός βάσει της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, πλέον της αμοιβής των δύο ωρών ημερησίως του Ν. 201/1975 και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας 50%), εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 9131/1991 και η υπ' αριθμ. 1573/2000 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Η από 26-6-2000 αίτηση του νυν αναιρεσίβλητου Νοσοκομείου για αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως (1573/2000) απορρίφθηκε με την 1360/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με τις παραπάνω αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε, ότι οι αποδοχές του αναιρεσείοντος εξακολούθησαν και κατά το ως άνω από 1-1-1987 έως 31-5-1997 χρονικό διάστημα να ρυθμίζονται από τις προαναφερθείσες 42/1981 και 74/1982 Διαιτητικές Αποφάσεις και ως εκ τούτου εδικαιούτο αυτός επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 50% επί του βασικού του μισθού και την πρόσθετη αμοιβή του Ν. 201/1975, μολονότι από 1-7-1988 ίσχυε η από 22-12-1988 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της ΠΟΕΔΗΝ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας", η οποία από τότε (1-7-1988) ρύθμιζε τις αποδοχές και του αναιρεσείοντος. Το παραγόμενο από τις παραπάνω 9131/1991 και 1573/2000 αποφάσεις του Εφετείου δεδικασμένο περιορίζεται στο κριθέν ζήτημα και αφορά την χρονική περίοδο 1-1-1987 έως 31-5-1997, καθώς και μεταγενέστερο χρόνο, μόνο εφόσον παρέμεινε αναλλοίωτο το νομικό καθεστώς που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, υπάρχει μεταβολή της νομικής αιτίας των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, που αφορούν διαφορές αποδοχών αυτού, οι οποίες αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από 1-12-1999 έως 24-2-2004, που είναι εξ ολοκλήρου μεταγενέστερο του τότε επίδικου χρονικού διαστήματος (1-1-1987 έως 31-5-1997), και τούτο διότι από 1-1-1998 αυξήθηκε το γενικό κατώτερο όριο μισθού του εργατοτεχνίτη βάσει της από 18-5-1998 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, την οποία επικαλείται και ο αναιρεσείων στην ένδικη αγωγή του για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και συγκεκριμένα το ύψος του βασικού του μισθού, με βάση τον καθοριζόμενο από τους όρους της άνω 74/1982 Διαιτητικής Αποφάσεως βασικό μισθό, ήτοι το εκάστοτε προβλεπόμενο από την ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού, επί του οποίου υπολογίζει και τις λοιπές μισθολογικές του διαφορές για την συνήθη εργασία του και εκείνη κατά τις Κυριακές και τις αργίες, τη νόμιμη υπερωριακή απασχόλησή του και την εργασία του κατά τη νύκτα. Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της Διαιτητικής Αποφάσεως 42/1981 παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθόσον η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με νέα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων, που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση έννομες συνέπειες (ΑΠ 1394/2008).

Συνεπώς, οι προεκδοθείσες τελεσίδικες αποφάσεις (9131/1991 και 1573/2000) δεν παράγουν δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, ολόκληρου του επίδικου από 1-12-1999 έως 24-2-2004 χρονικού διαστήματος, αφού εφήρμοσαν διατάξεις του νομικού καθεστώτος που ίσχυε μέχρι τις 30-6-1988, στο οποίο περιλαμβάνονται και εκείνες των Διαιτητικών Αποφάσεων 42/1981, 74/1982 και των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, το δε νομοθετικό αυτό καθεστώς - που έγινε εσφαλμένα δεκτό ότι είχε εφαρμογή για τις αποδοχές του αναιρεσείοντος έως τις 31-5-1997 - μεταβλήθηκε από 1-1-1998, οπότε ίσχυσαν η από 18-5-1998 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και στη συνέχεια οι λοιπές από 23-5-2000, 15-4-2002 και 24-5-2004 Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που επικαλείται και ο αναιρεσείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3586/2009 απόφασή του, δέχθηκε ότι, ενόψει του ότι, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα (1-12-1999 έως 24-2-2004), ίσχυσε, ως προς τον καθορισμό των αποδοχών των εργαζομένων στα νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953, όπως είναι και το αναιρεσίβλητο, το νομικό καθεστώς της από 22-12-1988 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας της ΠΟΕΔΗΝ, οι διατάξεις του Ν. 1905/1984 και η μεταγενέστερη από 18-5-1998 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, όπως και οι από 23-5-2000, 15-4-2002 και 24-5-2004 Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, τις οποίες και ο αναιρεσείων επικαλείται στην ένδικη αγωγή του για τον προσδιορισμό των αποδοχών του, με βάση το οποίο (νομικό καθεστώς), όμως, δεν προκύπτουν οι ζητούμενες με την ένδικη αγωγή διαφορές αποδοχών αυτού για την συνήθη εργασία του και εκείνη κατά τις Κυριακές και τις αργίες, τη νόμιμη υπερωριακή απασχόλησή του και την εργασία του κατά τη νύκτα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι, το Εφετείο επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, ούτε εκείνες των άρθρων 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και δεν δέχθηκε παρά το νόμο ότι από τις ανωτέρω τελεσίδικες 9131/1991 και 1573/2000 αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο για τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι σχετικοί δύο λόγοι της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 8 (αληθώς όμως από τον αριθμό 16) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2009 αίτηση του Σ. Ρ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3586/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ