462/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 462 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 462/2011
Legislator headnote
AI generated462/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 462 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 462/2011
Full text
Απόφαση 462 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 462/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κασιμάτη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕbank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουνίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4330/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται σαφώς, ότι για να παραχθεί αδικοπραξία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος, απαιτείται, εκτός από την επέλευση της ζημίας α) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια(άρθρο 330 ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και η μεν προξενηθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη), δικαίωμα του παθόντος προστατευόμενο από το νόμο, η δε υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωση του, όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αδικοπραξία, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 297, 298, 934 και 935 του ΑΚ προκύπτει, ότι στην περίπτωση που αφαιρέθηκε πράγμα με παράνομη πράξη, τέτοια δε συνιστά και η υπεξαίρεση, ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει αποκλειστικά τη αυτούσια απόδοση αυτού, καθώς και αποζημίωση για τη στέρηση του. Πλήρη αποζημίωση δικαιούται να ζητήσει μόνο σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του πράγματος ή έλλειψης συμφέροντος αυτού στην αυτούσια απόδοση του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, εκτός από άλλα στοιχεία και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και* δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του4 εναγομένου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της αγωγής.
Συνεπώς, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, πρέπει στο δικόγραφο της να αναφέρονται, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημίωσης και κυρίως η παράνομη ενέργεια του υπόχρεου, η υπαιτιότητα αυτού, η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της παράνομης συμπεριφοράς του, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της ζημίας του ζημιωθέντος. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για θεμελίωση αγωγικού δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα απ' αυτά (Ολ. ΑΠ 18/1998). Η τυχόν δε παραπέρα, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, μη απόρριψη της αγωγής λόγω ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της, που ανάγεται στο δικόγραφο της των περιστατικών, που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, εφόσον προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη. Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένδικη, από 2-6-2003, αγωγή της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της, εκτίθενται τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), στις 10-12-2002, στο Κορωπί Αττικής, αποδέχθηκε 9 συναλλαγματικές ποσού 12.850 ευρώ κάθε μία και συνολικά 115.650 ευρώ, τις οποίες εξέδωσε την ίδια ημέρα η Ε. Κ.. Η πρώτη από τις παραπάνω συναλλαγματικές έληγε στις 25-2-2003 και οι επόμενες ανά μία την 25η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι την 25-10-2003. Η εκδότρια των παραπάνω συναλλαγματικών παρέδωσε τα πρωτότυπα των αξιόγραφων ως "αξίες προς είσπραξη" στο κατάστημα της ΑΤΕ Α.Ε. του Κορωπίου στις 13-1-2003, το κατάστημα δε Κορωπίου κατά τη συνήθη τραπεζική πρακτική έπρεπε να διαβιβάσει τις άνω συναλλαγματικές στο κατάστημα του τόπου κατοικίας του εναγομένου αποδέκτη προκειμένου να πληρωθούν από τον τελευταίο κατά τη λήξη τους. Αντί όμως οι υπάλληλοι του εν λόγω καταστήματος να αποστείλουν τις παραπάνω συναλλαγματικές στο κατάστημα της ΑΤΕ στο Μαρκόπουλο Αττικής, που είναι η κατοικία του εναγομένου, απέστειλαν αυτές, εκ παραδρομής, στον εναγόμενο αποδέκτη τους και υπόχρεο για την πληρωμή τους. Ο τελευταίος, εκμεταλλευόμενος το λάθος αυτό, αρνήθηκε να πληρώσει την πρώτη των άνω συναλλαγματικών κατά τη λήξη της, στις 25-2-2003, μολονότι δε ενυπογράφως παρέλαβε τα σώματα αυτών αρνείται να εκπληρώσει την υποχρέωση του, δηλώνοντας ψευδώς στους επιθεωρητές της Τράπεζας που διαπίστωσαν τα ανωτέρω κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησαν, ότι παρέλαβε τις συναλλαγματικές μέσω προσώπων προσκείμενων στην εκδότρια αυτών, στην οποία και κατέβαλε την αξία τους. Και ότι η συμπεριφορά αυτή του εναγομένου είναι άδικη και παράνομη και κατατείνει στον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος της Τράπεζας, αφού ευθύνεται έναντι της εκδότριας, προς την οποία κατέβαλε το ισόποσο κάθε συναλλαγματικής κατά την αντίστοιχη ημερομηνία λήξης της, ο δε εναγόμενος αρνείται να εκπληρώσει την υποχρέωση του και να καταβάλει το ποσό κάθε συναλλαγματικής, δηλαδή συνολικά 115.650 ευρώ και ειδικότερα 12.850 ευρώ κάθε μήνα, από 25-2-2003 έως 25-10-2003. Ζήτησε δε με την αγωγή της αυτή η αναιρεσίβλητη, να καταδικασθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει "για την αιτία της αγωγής της" το συνολικό ποσό των 115.650 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα που κατέβαλε στην εναγομένη τα ποσά των συναλλαγματικών, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, η αγωγή, ως τοιαύτη από αδικοπραξία, είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρει σ' αυτήν η αναιρεσίβλητη σε τι συνίσταται η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και πώς συνδέεται η επιδιωκόμενη αξίωση της με βάση τη συμπεριφορά του αυτή, η οποία τον καθιστά υπόχρεο προς αποζημίωση, αφού τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά και ιδίως η άρνηση του εναγόμενου να πληρώσει τα ποσά που ενσωματώνονται στις συναλλαγματικές αποτελεί αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης. Πέραν όμως αυτού, δεν αναφέρεται στην αγωγή σε τι συνίσταται η ζημία της αναιρεσίβλητης, αφού, προκειμένης αφαίρεσης πράγματος με παράνομη πράξη [όπως είναι η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (υπεξαίρεση)] η αποζημίωση αυτής έχει ως κύριο αντικείμενο την απόδοση του πράγματος, δηλαδή των συναλλαγματικών, δεν αποτελεί δε ζημία της αναιρεσίβλητης το ποσό των 115.600 ευρώ που υποσχέθηκε με την αποδοχή των συναλλαγματικών να της καταβάλει ο αναιρεσείων, αφού αυτό δεν ήταν περιουσιακό στοιχείο αυτής, αλλά η αντιπαροχή του αναιρεσείοντος, η άρνηση εκπλήρωσης της οποίας δεν αποτελεί αδικοπραξία, αλλά μόνο αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αγωγή είναι ορισμένη, περιέχουσα τα στοιχεία αδικοπραξίας από το άρθρο 914 ΑΚ, έσφαλε, διότι, αφενός μεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση δικαιώματος από αδικοπραξία προκειμένου να είναι νόμιμη η ασκούμενη αγωγή, αφετέρου δε δέχθηκε ότι η έκθεση των αναφερόμενων σ' αυτήν περιστατικών ήταν σαφής και πλήρης για τη θεμελίωση του δικαιώματος αυτού, και έτσι κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τους βάσιμους, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, πρώτο και δεύτερο, λόγους αναιρέσεως.. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4330/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας}τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ