462/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated462/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ' και δ' της δεύτερης από αυτές, σύμφωνα με την οποία κατ' εξαίρεση η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος που προτείνει τον ισχυρισμό δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 462 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 462/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων:1) Χ1 2)Χ2 ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Χ3 και 4) Αστικής Εταιρίας με την επωνυμία " .........", που εδρεύει στους ....... Αττικής και εκπροσωπείται νομίμως. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπανικολάου. Ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο και η 4η εκπροσωπήθηκε από τον 1ο μοναχό Χ1 ο οποίος παρέστη και διόρισε στο ακροατήριο τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση:Εδρεύουσας στο Άγιον Όρος Ιεράς Μονής ......., νομίμως εκπροσωπούμενης, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Κονίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5692/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7306/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-12-2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1650/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 19-10-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 24-1-2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Νικόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27-1-2004 αίτησης αναίρεσης κατά της 7306/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις ....., ......, ,.... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά, ......., και τα από ..... φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων Αθηνών, "..." και ".....", αντίστοιχα, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, και της από 19-10-2006 κλήσης προς συζήτηση αυτής, με τις υπάρχουσες σ' αυτήν πράξεις ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης (9-1-2008), εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, καθώς και κλήσης προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, στο δεύτερο των αναιρεσειόντων, μοναχό Χ2, κατά κόσμο Χ2.
Επομένως, εφόσον ο εν λόγω διάδικος δεν παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρών Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 527 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρ. 269 του ίδιου κώδικα, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 11 του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ.
γ' και δ' της δεύτερης από αυτές, σύμφωνα με την οποία κατ' εξαίρεση η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος που προτείνει τον ισχυρισμό δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.
Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους και συγκεκριμένα στην περίπτωση της παρ. 2 εδ. γ' και δ' του άρθρ. 269 ΚΠολΔ πρέπει να επικαλεσθεί τη (δικαστική) ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός, ισχυριζόμενος παράλληλα, στην περίπτωση των εγγράφων, ότι δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από το αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτου και ειδικότερα της από το Εφετείο απόρριψης, ως απαράδεκτου, λόγω προβολής του το πρώτο στην κατ' έφεση δίκη, του ισχυρισμού των εκκαλούντων - εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ότι ο από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη φερόμενος ως κληρονομηθείς μοναχός Γ1, κατά κόσμο Γ1, ήταν πάντοτε εξαρτηματικός και είχε εγκαταβιώσει μόνο σε καλύβες της Ιεράς ......
του Αγίου Όρους που υπάγεται διοικητικώς στην αναιρεσίβλητη Μονή, ως κυρίαρχη Μονή, μέχρι το έτος 1958,οπότε αποχώρησε από την ..... αυτή παραβιάζοντας πέραν του εξαμήνου την χορηγηθείσα άδεια απουσίας, με αποτέλεσμα να διαγραφεί αυτοδικαίως από το ομόλογο της ...., και κατ' επέκταση από τα μοναχολόγια της Μονής, και επομένως η τελευταία δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα στην από αυτόν εν ζωή κτηθείσα περιουσία στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, παρά το ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί πρωτοδίκως, αλλά και αν θεωρηθεί ότι το πρώτον προβλήθηκε στην κατ' έφεση δίκη, ήταν παραδεκτή η βραδεία προβολή του, διότι αποδεικνυόταν με ομολογία της ενάγουσας καθώς και εγγράφως.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (προτάσεων
ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου των εναγομένων, της έφεσης αυτών και των προτάσεων των ιδίων ενώπιον του Εφετείου) ο ως άνω ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, με πρόσθετο λόγο έφεσης, χωρίς οι εναγόμενοι - εκκαλούντες να επικαλεστούν ότι αυτός προβάλλεται παραδεκτώς καθόσον αποδεικνύεται με ομολογία καθώς και με έγγραφα τα οποία δεν επικαλέσθηκαν ούτε ισχυρίσθηκαν ότι προσκόμισαν βραδέως διότι αγνοούσαν την ύπαρξή τους ούτε μπορούσαν να την πληροφορηθούν εγκαίρως, και επομένως συννόμως το Εφετείο απόρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως απαράδεκτο.
Επειδή, ναι μεν η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, προκειμένου όμως η παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης, να λάβει υπόψη αυτήν, να ιδρύσει τον από το αρθ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής, από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου (άρθρ. 562 παρ.2ΚΠολΔ).
Περαιτέρω δε πρέπει να αναφέρεται,στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης και τέτοιοι δεν είναι οι μη νόμιμοι ισχυρισμοί. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρ. 93, 94, 101, 103, 126, 127, 130, 131 και 132 του από 10-5-1924 καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους (ΚΧΑΟ), που κυρώθηκε με το ν.δ.
της 10/16-9-1926, προκύπτουν τα ακόλουθα: Όλα τα υπάρχοντα στο Άγιο Όρος εξαρτήματα, σκήτες, κελιά, καλύβες, ησυχαστήρια, καθίσματα, ανήκουν στην κυρίαρχη Μονή και όλοι οι μοναχοί αυτών λογίζονται αδελφοί της κυρίαρχης Μονής, στην οποία οι γέροντες των εξαρτημάτων αυτών οφείλουν αμελλητί να γνωστοποιούν την πρόσληψη των δοκίμων.
Κάθε εξάρτημα τηρεί ακριβές μοναχολόγιο των μοναχών του, καθώς και ξεχωριστό βιβλίο των δοκίμων, τα οποία τηρούμενα σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 94 του ΚΧΔΟ, πρέπει να θεωρούνται κατ' έτος από την κυρίαρχη Μονή. Για την κουρά δοκίμων των εξαρτημάτων επιβάλλεται η τήρηση των γενικών διατάξεων περί κουράς μοναχών και απαιτείται να προηγηθεί άδεια της κυρίαρχης Μονής.
Στα ομόλογα των εξαρτημάτων εγγράφεται κάποιος μόνο με την έγκριση της κυρίαρχης Μονής. Όσοι εγγράφονται στα ομόλογα των εξαρτημάτων αναγνωρίζονται ως συνοδεία και κληρονομούν τον γέροντα του εξαρτήματος. Αν κάποιος από τους εγγεγραμμένους στα ομόλογα των εξαρτημάτων απουσιάσει χωρίς άδεια της κυρίαρχης Μονής, πέραν του εξαμήνου, διαγράφεται υπό της Μονής από το ομόλογο αυτοδικαίως.
Αλλά και όποιος παραβιάζει την από την κυρίαρχη Μονή χορηγηθείσα άδεια απουσίας πέραν του εξαμήνου διαγράφεται επίσης από το οικείο ομόλογο, με αποτέλεσμα να αποβάλει την ιδιότητα του μέλους της συνοδείας του γέροντος και τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα. Η κατά τα ανωτέρω διαγραφή από τα ομόλογα των εξαρτημάτων δεν επάγεται και διαγραφή από τα μοναχολόγια της κυρίαρχης Μονής.
Αν κάποιος μοναχός θελήσει να αποχωρήσει από τη Μονή δικαιούται να ζητήσει απολυτήριο, το οποίο η Μονή χορηγεί αν κρίνει ότι υπάρχει αποχρών λόγος αποχώρησης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρ. 101 του ΚΧΑΟ, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρ. 99 ΕισΝΑΚ, κάθε περιουσία που αποκτήθηκε από μοναχόμετά την κουρά του περιέρχεται στην οικεία αυτού Μονή οποτεδήποτε και αν αποβιώσει αυτός έστω και αν είχε αποχωρήσει της Μονής χωρίς απολυτήριο αυτής, τυχόν δε διάθεση της περιουσίας με διαθήκη είναι, όπως και η διαθήκη, άκυρη.
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρ. 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη,1) της ομολογίας της ενάγουσας περί του ότι ο από αυτήν φερόμενος ως κληρονομηθείς μοναχός Γ1, κατά κόσμο Γ1, ήταν πάντοτε εξαρτηματικός και είχε εγκαταβιώσει μόνο σε καλύβες της Ιεράς ....
του Αγίου Όρους, που υπάγεται στην αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή, ως κυρίαρχη Μονή, μέχρι και το 1955, οπότε αποχώρησε από την ..., παραβιάζοντας αυθαιρέτως την χορηγηθείσα άδεια απουσίας πέραν του εξαμήνου με αποτέλεσμα να διαγραφεί αυτοδικαίως από το ομόλογο της ... και επομένως και από τα μοναχολόγια της κυρίαρχης Μονής, η οποία εκ του λόγου αυτού απώλεσε το κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του, και 2) της υπ' αριθ. ......
βεβαίωσης του ηγουμένου της ενάγουσας, προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν την ομολογία, διότι όπως προκύπτει από την έφεση, τους πρόσθετους λόγους της και τις προτάσεις των εναγομένων-εκκαλούντων, ενώπιον του Εφετείου, αυτοί δεν επικαλέσθηκαν την ομολογία αυτή, επιπλέον δε και διότι ο ως άνω ισχυρισμός για τον οποίο φέρεται αυτή ότι έγινε, περί απώλειας του κληρονομικού δικαιώματος της κυρίαρχης Μονής επί της περιουσίας του ως άνω μοναχού δικαιοπαρόχου των εναγομένων, εκ του λόγου ότι εκείνος διαγράφηκε από το ομόλογο της ...
στην οποία ανήκε χωρίς να του χορηγεί και απολυτήριο από την κυρίαρχη Μονή στην οποία ήταν εγγεγραμμένος, είναι κατά νόμο αβάσιμος και γιαυτό ως μη ουσιώδης δεν δύναται να θεμελιώσει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ως προς δε την προδιαληφθείσα βεβαίωση, ο λόγος επίσης είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε μη ουσιώδη ισχυρισμό.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τους εναγομένους - εκκαλούντες και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη, 1) τον δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης, ως προς το σκέλος αυτού που αναφέρεται στην από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ΚΧΑΟ, που μνημονεύονται ειδικώς σ' αυτόν και αφορούν τον ισχυρισμό της ότι και η, προ της χορήγησης απολυτήριου στον ανωτέρω δικαιοπάροχο των εναγομένων μοναχό από την ενάγουσα κυρίαρχη Μονή, κτηθείσα περιουσία, συνεπώς δε και τα επίδικα ακίνητα, ανήκε κατά τις διατάξεις αυτές σ' αυτόν, δυνάμενο να τη διαθέσει ελευθέρως και 2) τον ανωτέρω στην αμέσως προηγούμενη σκέψη αναφερόμενο ισχυρισμό των εναγομένων, περί της ιδιότητας του δικαιοπαρόχου τους μοναχού Γ1, κατά κόσμο Γ1, ως σκητιώτη μοναχού, αυτοδικαίως διαγραφέντος από το ομόλογο της ...., λόγω αυθαίρετης απουσίας του από αυτήν πέραν του εξαμήνου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ως άνω ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν από το Εφετείο.
Επειδή, με τον τέταρτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης των διατάξεων του ΚΧΑΟ, που ερμηνεύθηκαν ανωτέρω στη δεύτερη σκέψη της παρούσας, τις σχετικές με το καθεστώς που διέπει τους εξαρτηματικούς μοναχούς, καθώς και εκείνη του άρθρ. 231 του Γενικού Κανονισμού Αγ. 'Ορους, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 144 του ΚΧΑΟ, καθόσον ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, μοναχός Γ1, αποχώρησε αυθαιρέτως και απουσίασε επί σειρά ετών από την αναιρεσίβλητη lερά Μονή, δέχθηκε περαιτέρω ότι το γεγονός αυτό δεν επέφερε ως έννομη συνέπεια την αυτοδίκαιη απώλεια της μοναχικής του ιδιότητας.
Αν όμως ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τις προδιαληφθείσες διατάξεις, έπρεπε να δεχθεί ότι ο ανωτέρω ήταν ρασοσευχίτης και από της εισόδου του στο Αγ. Όρος το έτος 1926 μέχρι και το 1958 ήταν εξαρτηματικός μοναχός, ζώντας πάντοτε στην Ιερά .... και συνεπώς η πέραν του εξαμήνου αυθαίρετη απουσία του από αυτή επέφερε την αυτοδίκαιη διαγραφή του από τα ομόλογα αυτής, και κατ' επέκταση από τα μοναχολόγια της αναιρεσίβλητης, στην οποία υπάγεται η σκήτη αυτή, ως κυρίαρχης Μονής.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της προβλέπουσας αυτόν διατάξεως του άρθρ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ. πλήττεται η, κατά τον αναγραφόμενο στο άρθρ. 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα κανόνα, αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, με βάση τα οποία το Εφετείο στη συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε κατά τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό , να δεχθεί ότι ο ανωτέρω Γ1 ήταν εξαρτηματικός μοναχός.
Επειδή, κατά το άρθρ.105 παρ. 1, 4 και 5 του Συντάγματος, "η Χερσόνησος του Άθω από της Μεγάλης Βίγλας και πέρα, η οποία αποτελεί την περιοχή του Αγίου Όρους, είναι σύμφωνα με το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, του οποίου η κυριαρχία πάνω σ' αυτό παραμένει άθικτη. Από πνευματική άποψη το Άγιο Όρος διατελεί υπό την άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Όλοι όσοι μονάζουν σ' αυτό αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια μόλις προσληφθούν ως δόκιμοι, χωρίς άλλη διατύπωση. Το Άγιο Όρος διοικείται, σύμφωνα με το καθεστώς του, από τις είκοσι Ιερές Μονές του... . Η διοίκηση ασκείται από αντιπροσώπους των Ιερών Μονών, οι οποίοι αποτελούν την Ιερή Κοινότητα....Απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι ή σχισματικοί.....
Η ακριβής τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων τελεί ως προς το πνευματικό μέρος υπό την ανώτατη εποπτείαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ως προς το διοικητικό μέρος υπό την εποπτεία του Κράτους... .". Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρ. 103 του ΚΧΑΟ, εάν κάποιος μοναχός θελήσει να αποχωρήσει της Ιεράς Μονής, δικαιούται να ζητήσει από αυτήν απολυτήριο.
Η Μονή αυτού χορηγεί τούτο εφόσον υπάρχουν αποχρώντες λόγοι. Τέλος, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 132 παρ. 2 του ΚΧΑΟ, αν κάποιος από τους εγγεγραμμένους στο ομόλογο εξαρτήματος απουσιάσει χωρίς άδεια από την κυρίαρχη Μονή πέραν των εξ μηνών διαγράφεται από το ομόλογο αυτοδικαίως. Επίσης και αυτός που παραβιάζει την χορηγηθείσα άδεια πέραν των εξ μηνών θεωρείται ότι απουσιάζει χωρίς άδεια και διαγράφεται από το ομόλογο.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτουν τα εξής:Με την είσοδο κάποιου στο Άγιο Όρος, ως μοναχού, προσδίδεται σ' αυτόν, εάν είναι αλλοδαπός, αυτοδικαίως, χωρίς την τήρηση κάποιας διατύπωσης, η ελληνική ιθαγένεια. Η απώλεια, μετά ταύτα, της ελληνικής ιθαγένειας από τον ήδη μοναχό, ή η περιέλευση του μοναχού στις τάξεις των ετεροδόξων ή σχισματικών, στους οποίους σχισματικούς ανήκουν και οι ορθόδοξοι χριστιανοί που ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο, δεν επάγονται την αυτοδίκαιη απώλεια της μοναχικής ιδιότητας,
γιατί δεν συνιστούν λόγους αυτοδίκαιης διαγραφής του μοναχού είτε από τα ομόλογα του εξαρτήματος, εφόσον πρόκειται για εξαρτηματικό μοναχό, είτε από τα μοναχολόγια της Μονής στην οποία υπάγεται, αλλά δύνανται να θεωρηθούν ως αποχρώντες λόγοι αποχώρησης οι οποίοι δικαιολογούν τη χορήγηση από την Μονή απολυτηρίου. Επομένως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων δέχθηκε τα ίδια, ότι δηλαδή τα ως άνω γεγονότα δεν συνιστούν λόγους αυτοδίκαιης διαγραφής του μοναχού από τα μοναχολόγια ή τα ομόλογα της Μονής του εξαρτήματος
αυτής,
αντίστοιχα, αλλά αποχρώντες λόγους αποχώρησης του μοναχού από τη Μονή ή το εξάρτημα που δικαιολογούν την χορήγηση σ' αυτόν απολυτηρίου, ορθώς τις πιο πάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε σχετικά με τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ότι ο δικαιοπάροχός τους μοναχός Γ1, κατά κόσμο Γ1, απώλεσε την ελληνική ιθαγένεια και απόκτησε την αμερικανική και ότι αυτός ήταν οπαδός του παλαιού ημερολογίου και είχε παύσει να μνημονεύει τον Οικουμενικό Πατριάρχη και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να εγκαταβιώσει στο Άγιο Όρος, αλλά αυτοδικαίως, λόγω των καταστάσεων αυτών, είχε διαγραφεί από τα ομόλογα της .... στην οποία ανήκε καθώς και από τα μοναχολόγια της ενάγουσας κυρίαρχης Μονής, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει απολέσει το από το άρθρ. 101 του ΚΧΑΟ αναγνωριζόμενο κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας αυτού, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος, μέρος δεύτερο, λόγος αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβίασης της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του Συντάγματος και του ΚΧΑΟ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, με τον τέταρτο μέρος τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 131 εδ. β' και 132 παρ. 2 του ΚΧΑΟ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, αφού από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μόνο οι μοναχοί των κοινοβίων δεν μπορούν να αποκτήσουν ιδία περιουσία μετά την κουρά τους, η τυχόν δε μετά την κουρά κτηθείσα από αυτούς περιουσία περιέρχεται στην οικεία μονή μετά τον θάνατο αυτών, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί σ' αυτούς απολυτήριο από τη Μονή τους, ενώ οι μοναχοί των εξαρτημάτων, και δη εκείνοι ιδιόρρυθμης ..., μπορεί και μετά την κουρά τους να αποκτήσουν ιδία περιουσία. Επομένως, αν ο ανωτέρω Γ1 είχε καρεί κανονικά μοναχός και ήταν μοναχός κοινοβίου δεν θα μπορούσε μετά την κουρά του να αποκτήσει και να έχει δική του περιουσία. Σημειωτέον δε ότι το Εφετείο δεν δέχεται ότι ο Γ1 ήταν μοναχός κοινοβίου της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου από τις οποίες θα κρινόταν η παραβίαση ή όχι των προδιαληφθεισών διατάξεων της ΚΧΑΟ , όπως ότι ο κατά κόσμον Γ1 εκάρη κανονικός μοναχός στην ενάγουσα Μονή στα μοναχολόγια της οποίας έχει γραφεί χωρίς ποτέ να λάβει απολυτήριο από αυτήν μέχρι του θανάτου του.
Επειδή, σε κατάχρηση κατά τους όρους του άρθρ. 281 ΑΚ υπόκειται η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από το ουσιαστικό δίκαιο, και όχι των δικαιωμάτων που προβλέπονται από διατάξεις του δημόσιου δικαίου και αναφέρονται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, όπως είναι και το από το άρθρ. 103 του ΚΧΑΟ προβλεπόμενο δικαίωμα των μονών του Αγ. Όρους να χορηγούν στον μοναχό απολυτήριο, το οποίο ανάγεται στην άσκηση από τις κυρίαρχες μονές του Αγίου Όρους, που είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημόσιας διοίκησης σύμφωνα με το άρθρ. 105 παρ. 2 του Συντάγματος, επί των οποίων δεν εφαρμόζεται το άρθρ. 281 ΑΚ. Επομένως, αφού και το Εφετείο , όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως και απέρριψε την ένσταση των εναγομένων- ήδη αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Μονής να μη χορηγήσει στο δικαιοπάροχο των εναγομένων μοναχών Γ1, κατά κόσμο Γ1, απολυτήριο, απορρίπτοντας της σχετική αίτηση εκείνου, ως μη νόμιμη, ορθώς την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ ερμήνευσε, ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος, μέρος τέταρτο, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, με τους τέταρτο, μέρος πέμπτο, και πέμπτο, μέρος πρώτο, λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, καθόσον επί του ουσιώδους ζητήματος για την έκβαση της δίκης, της ιδιότητας του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, μοναχού Γ1, κατά κόσμο Γ1, ως εξαρτηματικού ή κοινοβιάτη, δεν περιέχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, προκύπτει ότι το Εφετείο επί του θέματος αυτού δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο Γ1 προσήλθε και κοινοβίωσε, ως δόκιμος μοναχός, στην ενάγουσα Μονή του Αγίου Όρους κατά το έτος 1925 και εκάρη μοναχός στην ίδια κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 1926, έκτοτε δε ενεγράφη στα οικεία μοναχολόγια και έλαβε το όνομα Γ1 .
Ενόψει τούτων ο ισχυρισμός των εναγομένων άτι ο Γ1 δεν εκάρη μοναχός, αλλά διετέλεσε μόνο "ρασοευχίτης" και επομένως συννόμως μεταβίβασε με διαθήκη την περιουσία του στους εναγομένους, είναι αβάσιμος. Και ναι μεν αποδείχθηκε ότι ο Γ1 είχε αποχωρήσει επί σειρά πολλών ετών από την ενάγουσα, όμως το γεγονός αυτό δεν επέφερε ως έννομο αποτέλεσμα τον αυτοδίκαιο χαρακτηρισμό του ως μη εντεταγμένου πλέον στους μοναχούς της ενάγουσας, όπως οι εναγόμενοι υποστηρίζει αβασίμως.
Διότι ο μοναχός από την κουρά του και εφεξής καθίσταται μέλος της αδελφότητας της Μονής της μετανοίας του και διατηρεί την ιδιότητα αυτή ισοβίως. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στην επί του θέματος της εγκαταβίωσης του ανωτέρω μοναχού στην ενάγουσα, αφού δέχεται ρητώς ότι αυτός "προσήλθε και κοινοβίωσε" στην ενάγουσα.
Επομένως οι ως άνω περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, οφείλει ο ενάγων, για το ορισμένο αυτής, να εκθέσει στο δικόγραφό της ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του διεκδικουμένου, ότι δηλαδή αυτός (ενάγων) απέκτησε την κυριότητα από αληθή κύριο, εάν δε ο παράγωγος τρόπος στηρίζεται σε κληρονομική διαδοχή, οφείλει να περιλάβει σ' αυτό ότι το διεκδικούμενο είναι κληρονομιαίο και να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο ο κληρονομούμενος έγινε κύριος αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο υπ' αυτής κληρονομηθείς μοναχός Γ1, κατά κόσμο Γ1, ήταν κύριος του σ' αυτήν περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου, αναφέροντας και τον τρόπο κτήσης του από αυτόν, ήτοι αγορά με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού και ότι το επίδικο είναι κληρονομιαίο. Ενόψει τούτων η αγωγή είναι ορισμένη χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται σ' αυτήν και το γεγονός ότι και οι δικαιοπάροχοι του κληρονομουμένου Γ1 ήταν κύριοι, αφού η κυριότητα αυτού, ως απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, δεν αμφισβητείται.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με
τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής, ως αόριστης, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφό της και ότι ο από την ενάγουσα κληρονομηθείς Γ1 αγόρασε από αληθή κύριο, ενώ δεν αμφισβητείται η κυριότητα του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αυτοτελείς δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997),ενώ ο από το αρθρ. 559 αρ. 9β" του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή τη βάση αγωγής, ανταγωγής κλπ ,όπως είναι και το αίτημα για επίδειξη εγγράφων, η μη εκδίκαση του οποίου στοιχειοθετεί τη δεύτερη αυτή αναιρετική πλημμέλεια του άριθ, 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι την πρώτη του αριθ. 8 εδ.
β' του ίδιου άρθρου. Συνακόλουθα, ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρθρ. 559 αρ. 9 β" ΚΠολΔ( και όχι από τον αριθ. 8 εδ. β' του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο), πλημμέλεια της μη εκδίκασης του αιτήματος των εναγομένων για επίδειξη των αναφερόμενων σ' αυτόν εγγράφων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο δίκασε το αίτημα αυτό και το απέρριψε ως άνευ αντικειμένου, χωρίς να εισέλθει στην ουσιαστική του διάγνωση και γι' αυτό και η επικουρικώς προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Επειδή, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ.559 αρ. 12 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στην υπ' αριθμ. 256/2000 βεβαίωση της ενάγουσας, στην οποία το αρμόδιο όργανο αυτής βεβαιώνει ότι ο ως άνω Γ1 εκάρη μοναχός στην ίδια την ενάγουσα κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 1926, χωρίς να επιτρέψει την ανταπόδειξη, παρά το ότι το βεβαιούμενο γεγονός της κουράς δεν έγινε από τον συντάκτη του εγγράφου αυτού, ούτε έγινε ενώπιόν του, αφού η κουρά αναφέρεται στο έτος 1926,κατά παράβαση του αρθ. 438 ΚΠολΔ.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο προσέδωσε μεν πλήρη απόδειξη στην παραπάνω βεβαίωση, ως δημόσιο έγγραφο που συντάχθηκε κατά τους νόμιμους τύπους από αρμόδιο όργανο της ενάγουσας και ασκεί δημόσια λειτουργία, αφού ο συντάκτης της διαπίστωσε την αλήθεια του βεβαιούμενου γεγονότος της κουράς, σύμφωνα με το άρθρ. 440 ΚΠολΔ, από την εγγραφή του στο μοναχολόγιο της ενάγουσας που είναι δημόσιο βιβλίο και παρά το ότι αναφέρεται στην απόφαση ότι οι εναγόμενοι δεν προσέβαλαν το έγγραφο αυτό ως πλαστό, επέτρεψε την ανταπόδειξη αφού προχωρεί σ' αυτήν δεχόμενο ότι ο ίδιος ο Γ1 γνωρίζοντας.......ότι είχε καρεί μοναχός στην ενάγουσα ομολογεί τούτο στην προς αυτήν από 3-8-1992 αίτησή του, αλλά και στην δημόσια υπ' αριθ. .........
διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Λαυρίου Δ. Μπίτρου, στην οποία ανάφερε ότι είναι εγγεγραμμένος στα μοναχολόγια της ενάγουσας. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος ,κατά το μέρος που αφορά το υπ' αριθ. ...... πρακτικό της Έκτακτης Διπλής Ιεράς Συνάξεως της ..., περί του κύρους της ρασοευχής στην οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, το Εφετείο προσέδωσε πλήρη αποδεικτική ισχύ παραβιάζοντας το άρθρ.438 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο που σ' αυτό βεβαιώνεται η αλήθεια ή η αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, αλλά γίνεται ερμηνεία των περί κουράς διατάξεων προς την οποία εξομοιώνεται η ρασοευχή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.12.2004 αίτηση για αναίρεσης της 7306/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ