Legislator Case Law & Legislation
461/2025 AI generated

461/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 461/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

461/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 461 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 461/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Τζήκα, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. Δ. του Σ., 2.Ιδιότυπης Μεταφορικής Εταιρείας Διεθνών Μεταφορών - Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Ιδιότυπος Μεταφορικής Εταιρείας Διεθνών Μεταφορών Δ. - Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης - ΙΜΕ - Δ.", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3.Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "D. TRANSPORT LTD", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4.Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "D. TRANSPORT BV", που εδρεύει, σύμφωνα με το καταστατικό της στην πόλη Oistervwijk της Ολλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, και 5.Α. Δ. του Β., κατοίκου ... Ο πρώτος, η δεύτερη και η τρίτη δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η τέταρτη και ο πέμπτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο, ο oποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο πρώτος (Β. Δ.) απεβίωσε, κατέθεσε την από με στοιχεία .../2021 (Αριθμός/Τόμος/έτος) ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Ιωαννίνων και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 597/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης ή της κλήσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1478/2022, 158/2021, 1121/2020, 24/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ..., ....2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων Κ. Α. Κ., ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 75/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος προς τον σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 2η και 3η αναιρεσίβλητες αντίστοιχα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν οι άνω αναιρεσίβλητες ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν, ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018). Η διακοπή της δίκης επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του) (ΑΠ 1713/2023, 1667/2022, 1281/2021). Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1713/2023, 222/2016, 548/2012).

Στην προκειμένη υπόθεση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων Σωτήριος Β. Σδούκος με προφορική δήλωσή του, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου του 1ου αναιρεσιβλήτου Β. Δ. του Σ. στις 9-11-2021 στα Ιωάννινα προσκομίζοντας το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Ιωαννιτών Ιωαννίνων, χωρίς ταυτόχρονη δήλωση συνέχισης της διακοπείσας δίκης από τους κληρονόμους του. Επομένως, η δίκη πρέπει ως προς αυτόν να θεωρηθεί ως βιαίως διακοπείσα. Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά πρώτα, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι λόγοι του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης και ακολούθως, αν κρίνει αυτή παραδεκτή και νόμιμη, προχωρεί στην έρευνα του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης. Κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης (ΑΠ 109/2022).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ` αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ` αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμα και εάν ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί (ΑΠ 57/2023, 536/2020, 649/2020, 465/2019).

Με την από 12.3.2024 και με αριθμ κατάθεσης 5/12-3-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών - περιουσιακών διαφορών υπ' αριθμ. 75/14-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 15.4.2019 και με αριθμ.

καταθ. 52/16.4.2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 597/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και μετά από εξαφάνιση αυτής, απέρριψε την από 19.6.2017 και με αριθμό κατάθ. 703/19.6.2017 αγωγή, α) ως απαράδεκτη, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, β) ως μη νόμιμη όσον αφορά τον πέμπτο αναιρεσίβλητο και γ) ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1, 144 ΚΠολΔ). Καθ'ό, όμως, μέρος η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης αναιρεσίβλητων εταιρειών, αντίδικων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς τις οποίες η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσία, αυτή (αίτηση αναίρεσης) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος καθότι με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους δεν προβάλλονται αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατά το μέρος που το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως προς τις ως άνω αναιρεσίβλητες ως κατ'ουσία αβάσιμη και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς αυτές.

Ως προς τον πέμπτο, όμως, αναιρεσίβλητο η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της καθό μέρος αφορούν αυτόν (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 19.6.2017 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης 703/19.6.2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ο ενάγων - εκκαλών [αναιρεσείων] εξέθετε ότι ο πρώτος των εναγομένων [1ος αναιρεσίβλητος] είναι διαχειριστής και κάτοχος της πλειοψηφίας των μεριδίων των δεύτερης και τρίτης των εναγόμενων εταιρειών περιορισμένης ευθύνης [2η και 3η αναιρεσίβλητες], που εδρεύουν στα Ιωάννινα και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, και μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της τέταρτης εξ αυτών, μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης [4η αναιρεσίβλητη], επιπλέον δε, ότι ασκούσε αποκλειστικά ο ίδιος τη διαχείριση και εκπροσώπηση της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "A.

D. GmbH" (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) που λύθηκε την 2.2.2016, νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός εταίρος της οποίας τυπικά και μόνο φέρεται να είναι ο πέμπτος εναγόμενος [5ος αναιρεσίβλητος]. Ότι ειδικότερα ως προς την λυθείσα εταιρεία με την επωνυμία "A. D. GmbH", ο πρώτος εναγόμενος ήταν ο πραγματικός της διαχειριστής και ασκούσε τη διοίκησή της μέσω του πέμπτου εναγόμενου, υιού του, ως παρένθετου προσώπου.

Ότι στο καταστατικό της τέταρτης εναγόμενης, καθώς και της εταιρείας "A. D. GmbH", ορίζεται ως έδρα η πόλη Oisterwijk της Ολλανδίας και η Νυρεμβέργη της Γερμανίας, αντίστοιχα, στην πραγματικότητα, όμως, οι εταιρίες αυτές, που έχουν ως αντικείμενο τη δραστηριοποίηση στον τομέα των διεθνών οδικών μεταφορών, έχουν πραγματική έδρα στα Ιωάννινα επί της οδού ..., όπου ασκείται πραγματικά η διοίκησή τους και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία τους αποφάσεις.

Ότι η ως άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "A. D. GmbH" με πραγματική έδρα την Ελλάδα δεν απέκτησε νομική προσωπικότητα στην Ελλάδα δεδομένου ότι το καταστατικό της δεν καταχωρήθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ούτε δημοσιεύθηκε περίληψη της ιδρυτικής της πράξης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (Τεύχος ΑΕ και ΕΠ΅Ε) και ουδέποτε καταχωρήθηκε στο ΓΕΜη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005.

Ότι δυνάμει της από 6.6.2012 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισε προφορικά με τον ανωτέρω, πρώτο εναγόμενο, προσλήφθηκε για να εργασθεί ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και οκτώ ώρες ημερησίως, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού ύψους 1.400 ευρώ για το έτος 2012, 1.600 ευρώ για το έτος 2013 και 1.900 ευρώ για το έτος 2014, εργάσθηκε δε από την ανωτέρω ημερομηνία έως την 30η.11.2014, σε όλες τις προαναφερθείσες εταιρείες, η εργασία του δε προς αυτές, δεν μπορεί να διαχωριστεί χρονικά, ποιοτικά και ποσοτικά, ούτε υπήρχε κάποια κύρια και κάποια δευτερεύουσα απασχόληση και για τον λόγο αυτό, όλες οι προαναφερθείσες εταιρείες θεωρούνται συνεργοδότριές του.

Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του, ο πρώτος εναγόμενος ασκούσε αποκλειστικά ο ίδιος τη διαχείριση όλων των ανωτέρω εταιρειών, χρησιμοποιώντας καταχρηστικά και αντίθετα προς τη συναλλακτική καλή πίστη, τη νομική προσωπικότητα αυτών, με αποκλειστικό σκοπό την αποφυγή της προσωπικής του ευθύνης για τις αναλαμβανόμενες από αυτές υποχρεώσεις, καθώς ο ίδιος καρπωνόταν τα κέρδη τους, αποφεύγοντας τις δυσμενείς συνέπειες για την προσωπική του περιουσία.

Ότι σε βάρος των αντιδίκων του διατηρεί χρηματικές απαιτήσεις, για δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, για εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργιών, χωρίς να του χορηγείται εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, αμοιβή νυκτερινής εργασίας, επίδομα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποζημίωση και επίδομα αδείας, των ετών 2012-2014, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, καθώς και αξίωση για χρηματική ικανοποίηση και χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, λόγω τραυματισμού του συνεπεία εργατικού ατυχήματος που συνέβη στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας στις 20.6.2012 στις αποθήκες της εταιρείας "HIWA Rotterdam Port Cold", κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται σ'αυτή.

Ότι για όλες τις εναγόμενες εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, καθώς και για τη (μη διάδικο) εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "A. D. GmbH", δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες εκ του νόμου διατυπώσεις δημοσιότητας, που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο, με αποτέλεσμα οι εταιρείες αυτές να θεωρούνται ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμες εταιρείες και να καθιδρύεται προσωπική και απεριόριστη ευθύνη του πέμπτου των εναγομένων για την τελευταία, και του πρώτου εξ αυτών για όλες, κατ' άρθρο 9 του Ν. 3190/1955, επιπλέον δε του πρώτου εναγομένου και λόγω κάμψης της νομικής αυτοτέλειας όλων των προαναφερθεισών εταιριών, ζήτησε, αφού αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος καταχρηστικά χρησιμοποιούσε τη νομική προσωπικότητα των εταιρειών αυτών, καθώς και ότι η πραγματική έδρα της τέταρτης των εναγομένων και της (μη διαδίκου) εταιρείας με την επωνυμία "A.

D. GmbH", βρίσκεται στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτές οι πρώτος και πέμπτος των εναγομένων, να αρθεί η αυτοτέλεια της νομικής προσωπικότητας των εναγόμενων εταιρειών και να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος: α) το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β) το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική παροχή λόγω της αναπηρίας και της παραμόρφωσης που υπέστη συνεπεία του ανωτέρω τραυματισμού του και γ) τα ποσά των 7.661,35 ευρώ 20.920,44 ευρώ και 19.561,97 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, για εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργιών, αμοιβή νυκτερινής εργασίας, επίδομα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποζημίωση και επίδομα αδείας των ετών 2012, 2013 και 2014, αντίστοιχα, με τον νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 597/2018 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμα τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργιών, καθώς και αμοιβή νυκτερινής εργασίας, και ως απαράδεκτα τα αιτήματα περί κατάφασης του ότι η πραγματική έδρα της τέταρτης των εναγομένων και της (μη διαδίκου) εταιρείας με την επωνυμία "A.

D. GmbH", βρίσκεται στην Ελλάδα και συνακόλουθα, περί κατάφασης της προσωπικής και απεριόριστης ευθύνης των πρώτου και πέμπτου των εναγομένων έκρινε κατά τα λοιπά ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, και στη συνεχεία την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 15.4.2019 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, εκδόθηκε δε επ' αυτής η με αριθμό 75/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή:

α) ως απαράδεκτη, ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο, β) ως μη νόμιμη ως προς τον 5ο αναιρεσίβλητο και γ) ως ουσία αβάσιμη ως προς τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσεως, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 592/2024, 770/2021, 83/2019).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.

ΑΠ 18/1998, ΑΠ 592/2024, 83/2019). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 592/2024, 83/2019).

Περαιτέρω, η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.

Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.

Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποίησής του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης (ΑΠ 640/2023, 405/2023, 55/2022, 915/2021).

Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση, της νομιμοποίησης των διαδίκων, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση της εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1046/2024, 208/2021, 28/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 ΑΚ η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επί μέρους ζητήματα, που αφορούν στην ίδρυση, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, καθώς και στην αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του.

Ως "έδρα" δε στη διάταξη αυτή νοείται όχι η καταστατική, αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν.791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν 27/1975 ή των ΑΝ 89/1967 και 378/1968, διέπονται, ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους.

Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν.791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους, διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν 27/1975. Οι παραπάνω αναφερθείσες δύο περιπτώσεις αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ' απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε παραπάνω, αφού ρητά συνδέουν την ικανότητα δικαίου αυτών στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ, εταιρείες των οποίων τα όργανα διοίκησης λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη "εθνικότητα" ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδος.

Αν, συνεπώς, διαπιστωθεί, ότι η πραγματική έδρα της εταιρείας που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ίδρυσης (σύστασης και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρεία είναι άκυρη και θεωρείται ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, οι δε εταίροι των εταιρειών αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012 (ΑΠ 664/2024, 1460/2022, 1404/2021, 1183/2019).

Ειδικότερα ορίζεται με το άρθρο 249 παρ.1 του Ν. 4072/2012 ότι "Ομόρρυθμη είναι η εταιρεία με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό και για τα χρέη της οποίας ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον", με το άρθρο 251 παρ.3 ότι "Αν η εταιρεία αρχίσει την εμπορική της δραστηριότητα πριν από την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ., οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς αυτήν. Η μη καταχωρισθείσα στο Γ.Ε.ΜΗ. εταιρεία, η οποία ασκεί εμπορική δραστηριότητα, έχει ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα" και με το άρθρο 258 παρ.3 του ιδίου νόμου ότι "Ο εταίρος που εισέρχεται στην εταιρεία ευθύνεται απεριόριστα και εις ολόκληρον και για τα υπάρχοντα πριν από την είσοδό του εταιρικά χρέη. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει έναντι των τρίτων".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3190/1955, όπως ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, με τις οποίες ορίζονται ότι: "1. Μόνον από της συντελέσεως των εν τω προηγουμένω αρθρ. 8 διατυπώσεων η εταιρεία κτάται νομικήν προσωπικότητα. 2. Οι επ' ονόματι της εταιρείας προ της κατά το άρθρ. 8 παρ. 2 δημοσιεύσεως συμβληθέντες ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον.

Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρεία διά τας ρητώς επ' ονόματι αύτης προ του χρόνου τούτου γενομένας πράξεις εάν εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως ταύτης ανελήφθησαν υπ' αυτής αι εντεύθεν υποχρεώσεις." σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρου 8 του ιδίου νόμου προκύπτουν τα εξής: Πρόσωπα, τα οποία έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.) ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριορίστως και εις ολόκληρον.

Ευθύνεται όμως μόνη η, κατά τις ανωτέρω σχετικές διατάξεις κτησαμένη νομική προσωπικότητα, εταιρία για τις πράξεις που έγιναν ρητώς στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο εάν, εντός τριών μηνών από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητος ανέλαβε τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από αυτές τις πράξεις. Η προθεσμία των τριών μηνών δεν είναι αποκλειστική, δηλαδή η Ε.Π.Ε.

μπορεί να αναλάβει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και μετά την παρέλευση του τριμήνου, οπότε ευθύνεται τόσον η ίδια όσον και οι ιδρυτές εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις, που ανέλαβαν για την ΕΠΕ, οι ιδρυτές της και κατά το προϊδρυτικό στάδιο, δηλαδή και πριν από την κατάρτιση του καταστατικού της.

Η δήλωση της βουλήσεως της εταιρείας για ανάληψη των ανωτέρω υποχρεώσεων μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η εταιρεία εκπληρώνει προϊδρυτικές υποχρεώσεις των ιδρυτών της, χωρίς η δήλωση αυτή να έχει την έννοια της εγκρίσεως όπως θεσμοθετείται στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 236 και 23 ΑΚ (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 724/2015).

Περαιτέρω, η άσκηση εμπορίας από φυσικό πρόσωπο με ως "παρένθετο" νομικό πρόσωπο, χωρίς άλλο, δεν αποδοκιμάζεται ως εμπορική πρακτική από την έννομη τάξη και αφετηριάζει μόνο τις έννομες συνέπειες της απόκτησης της εμπορικής ιδιότητας και από το κρυπτόμενο φυσικό πρόσωπο πίσω από το νομικό πρόσωπο που ενεργεί εμφανώς τις εμπορικές πράξεις και την εις ολόκληρο ενοχή τόσο του φαινόμενου νομικού προσώπου σαν εμπόρου, όσο και του κρυπτόμενου πίσω από αυτό φυσικού προσώπου, για τις δημιουργούμενες από τη δράση του φαινόμενου εμπόρου ενοχές (ΑΠ 689/2013, 5/2009, πρβλ ΑΠ 840/2024).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 648 του Α.Κ., με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο μισθωτής της εργασίας (εργοδότης) είναι συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. (ΑΠ 474/2024, 1123/2022).

Περαιτέρω, επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι δυνατή η ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρείες, που απασχολούν το μισθωτό, ως συνεργοδότριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον, για την πληρωμή του μισθού του, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία, τούτο δε συνήθως συμβαίνει, στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών, που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση, κ.λπ. (ΑΠ 474/2024, 1123/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με το να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8, 8Α και 9Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης", 1,15, 16 του Ν. 3419/2005, 1 του ΕμπΝ και 249 και 251 παρ.3 εδ.β ν.4072/2012.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή με το εξής σκεπτικό: "Ότι παθητική νομιμοποίηση του τελευταίου (ενν. πέμπτου εναγόμενου και ήδη πέμπτου αναιρεσίβλητου) επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 3190/1955, λόγω της επικαλούμενης από τον ενάγοντα, πραγματικής έδρας στην Ελλάδα, της έχουσας καταστατική έδρα στη Νυρεμβέργη Γερμανίας, μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "A.

D. GmbH", για την οποία αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι τηρήθηκε ο συμβολαιογράφος τύπος για τη σύστασή της αλλά δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας κατά το ελληνικό δίκαιο, χωρίς όμως να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής συγκεκριμένες ενέργειες του εν λόγω εναγομένου που να καταδεικνύουν ότι αυτός συνεβλήθη πράγματι επ' ονόματι της ανωτέρω εταιρείας με τον ενάγοντα.

Αντιθέτως, αναφέρεται στην αγωγή ότι ο ανωτέρω μόνο τυπικά είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας αυτής, ενώ στην πραγματικότητα τη διαχείρισή της είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ήταν και το μοναδικό πρόσωπο που πραγματοποιούσε τις σχετικές με την επιχειρηματική δραστηριότητα αυτής, πάσης φύσεως συναλλακτικές πράξεις και ο οποίος προσέλαβε εν προκειμένω τον ενάγοντα με την ένδικη σύμβαση εργασίας.

Συνεπώς, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν καθιδρύεται ευθύνη του πέμπτου εναγομένου για την ένδικες απαιτήσεις που απορρέουν από τη σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ούτε και γι' αυτές που απορρέουν από το εργατικό ατύχημα, δεδομένου ότι, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ο τελευταίος δεν είχε καμία απολύτως ανάμειξη στη διοίκηση και διαχείριση των πάσης φύσεως υποθέσεων της ανωτέρω εταιρείας, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί σε βάρος του ούτε αντικειμενική, αλλά ούτε και υποκειμενική ευθύνη όσον αφορά την πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος.".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την από 19.6.2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε.

Και τούτο διότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή και καθό μέρος στρέφεται αυτή κατά του πέμπτου εναγομένου, υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του τελευταίου. Ειδικότερα ο ενάγων εκθέτει με αυτή ότι παρείχε την εργασία του και στην έχουσα καταστατική έδρα στη Νυρεμβέργη Γερμανίας μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "A.

D. GmbH" με μοναδικό εταίρο-διαχειριστή τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο, η οποία είχε πραγματική έδρα στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στα Ιωάννινα, όπου ασκείτο η πραγματική διοίκησή της, ότι η ως άνω εταιρεία ήταν συνεργοδότρια του ενάγοντος, όπως και οι συνεναγόμενες εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ότι για την ως άνω μη διάδικο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (που λύθηκε στις 2.2.2016, πριν την άσκηση της αγωγής) τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος για τη σύστασή χωρίς, ωστόσο, να τηρηθούν οι προεκτεθείσες στη νομική σκέψη που προηγήθηκε διατυπώσεις ίδρυσης (δημοσιότητας) που τάσσει η ελληνική νομοθεσία για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που εδρεύουν στην Ελλάδα, που έχει ως συνέπεια ότι η εν λόγω εταιρεία είναι άκυρη και θεωρείται ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, και ως εκ τούτου ο πέμπτος εναγόμενος, με την ως άνω ιδιότητά του, ευθύνεται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της ως άνω εταιρείας για τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος από τη παροχή της εργασίας του σ'αυτή ως συνεργοδότρια εταιρεία, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1, 251 παρ.3 και 258 παρ. 3 του Ν. 4072/2012.

Επομένως εφόσον εκτίθενται στην αγωγή τα ως άνω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο κατά τον έλεγχο της νομικής βασιμότητας της αγωγής έπρεπε να τα υπαγάγει στις ως άνω νομικές διατάξεις και να κρίνει ότι νομιμοποιείται παθητικά ο πέμπτος εναγόμενος για τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις, έστω και αν ο ενάγων επιχειρεί να θεμελιώσει την παθητική νομιμοποίηση του πέμπτου εναγόμενου και στη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 3190/1955 που αφορά την ευθύνη προσώπων, τα οποία έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.) περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω αφού η εν λόγω εταιρεία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή είχε συσταθεί και λειτουργούσε με καταστατική έδρα τη Νυρεμβέργη της Γερμανίας, πλην, όμως, είχε πραγματική έδρα στην Ελλάδα (Ιωάννινα), χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας και ως εκ τούτου θεωρείτο "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Σε κάθε περίπτωση (ανεξαρτήτως του ότι, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων θεμελίωνε τις αγωγικές αξιώσεις του κατά του πέμπτου εναγομένου και στις διατάξεις που διέπουν το νομικό πλαίσιο ευθύνης Ε.Π.Ε. με καταστατική έδρα στην αλλοδαπή που όμως έχει πραγματική έδρα στην Ελλάδα χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας σύστασης και δημοσιότητας που διέπουν το ως άνω εταιρικό τύπο, θεωρούμενη ως "εν τοις πράγμασι εταιρεία"), η υπαγωγή των επικαλούμενων με την αγωγή περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε.

Η δε κρίση του Εφετείου ότι στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρεται ότι ο πέμπτος εναγόμενος τυπικά και μόνο είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της μονοπρόσωπης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "A. D. GmbH", ως παρένθετο πρόσωπο και ότι στην πραγματικότητα ο πρώτος εναγόμενος ασκούσε την επιχειρηματική δραστηριότητα αυτής με αποτέλεσμα να μη νομιμοποιείται παθητικά ο πέμπτος εναγόμενος, είναι εσφαλμένη εφόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, για την ως άνω εταιρεία, που είχε καταστατική έδρα στο εξωτερικό αλλά πραγματική έδρα στην Ελλάδα δεν είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας στην Ελλάδα, θεωρείται ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία με συνέπεια να υφίσταται ευθύνη του πέμπτου εναγομένου με μόνη την ιδιότητά του ως μοναδικού εταίρου αυτής ακόμα και αν δεν είχε τη διαχείριση αυτής.

Είναι άλλο δε το θέμα αν με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή συντρέχει και ευθύνη εις ολόκληρον του πρώτου εναγομένου που ασκούσε τη διαχείριση της ως άνω εταιρείας με "παρένθετο" πρόσωπο τον πέμπτο εναγόμενο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε. Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο με το να απορρίψει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την αγωγή του ενάγοντος ως προς τον πέμπτο εναγόμενο ως μη νόμιμη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 3190/1955 που δεν ήταν εφαρμοστέα και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΑΚ και 249 παρ.1, 251 παρ.3 και 258 παρ.3 του ν. 4072/2012 που ήταν εφαρμοστέες, υποπίπτοντας στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Επομένως πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης και του τέταρτου εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα λόγου αναιρέσεως (με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης αιτιάσεις κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς τον πέμπτο εναγόμενο), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν μπορεί να διερευνηθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης, δεδομένου ότι με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ΚΠολΔ κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, λόγω της βιαίας διακοπής της δίκης λόγω του θανάτου του.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτής, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και β) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 75/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της στο ίδιο Εφετείο αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο πέμπτος αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) Τέλος, δεν τίθεται ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων υπέρ των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, καθ' ότι δεν παρέστησαν και επομένως δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί τη δίκη ως βιαίως διακοπείσα ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο Β. Δ. του Σ.

Απορρίπτει την από 12.3.2024 και με αριθμό κατάθ.5/2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 75/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 75/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος του πέμπτου αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ