Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on property sale validity and legal costs allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by buyers against the appellate court's judgment regarding the validity of property sales and legal costs. The buyers argued that the sellers concealed the cancellation of the urban planning approval, rendering the contracts voidable, and claimed the appellate court erred in awarding excessive legal costs. The court rejected these claims, ruling that the appeal lacked specific grounds for annulment under the Civil Procedure Code and that the appellate court's decision on costs was uncontrollable and legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Civil Procedure Code; An appeal must specify the exact legal error and the specific provision violated; decisions on substantive matters and legal costs are generally uncontrollable unless they violate fundamental principles of proportionality or contain a clear error of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 461 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 461/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Α. του Λ., κατοίκου ... Σουηδίας και προσωρινά ... Χανίων, 2) Κ. - Τ. - Μ. (όνομα) Χ. (επώνυμο) K. J. M., του Σ. (S.) και 3) Ι. - Α. (I. A.) συζύγου K. J. M. H., του B. F. B., κατοίκων J. Σουηδίας και προσωρινά ... Χανίων. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αγαμέμνωνα Τάτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GRECIAN SUN & SEA DEVELOPMENTS ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "GRECIAN SUN & SEA DEVELOPMENTS S.A.", η οποία εδρεύει στον Δήμο Νέας Κυδωνιάς και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Κ. του Σ., κατοίκου … και 3) Γ. Λ. του Μ., κατοίκου ... Κύπρου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Αποστολάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-09-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 06-03-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 15-09-2014 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν α) ότι οι πρώτη εναγομένη εταιρία, εκπροσωπούμενη από τη δεύτερη εναγομένη, στην οποία ο τρίτος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, είχε χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα, μεταβίβασε σ' αυτούς λόγω πωλήσεως τις περιγραφόμενες στην αγωγή οριζόντιες ιδιοκτησίες, διαβεβαιώνοντάς τους διά των ως άνω φυσικών προσώπων, ότι το ακίνητο επί του οποίου είχαν ανεγερθεί οι οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες βρίσκεται σε περιοχή εντός σχεδίου πόλεως και β) ότι οι συμβάσεις αυτές, όμως, που κατήρτισαν με την πρώτη εναγομένη είναι ακυρώσιμες, διότι κατά το χρόνο κατάρτισής του η σχετική απόφαση έγκρισης του σχεδίου πόλεως είχε ακυρωθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, γεγονός που γνώριζαν οι εναγόμενοι αλλά το απέκρυψαν δολίως, προκειμένου να τους παραπείσουν να προβούν στη σύναψη των ως άνω δικαιοπραξιών, στην οποία αυτοί δεν θα προέβαιναν εάν γνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή οι πωληθείσες ιδιοκτησίες βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησαν, με την κύρια βάση της αγωγής τους, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω απάτης των ένδικων συμβάσεων και ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, οφείλουν να τους καταβάλουν ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της κατάρτισης των εν λόγω συμβάσεων, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Επικουρικά δε, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των παραπάνω δικαιοπραξιών γιατί αντιβαίνουν στις διατάξεις που απαγορεύουν τη μεταβίβαση γηπέδων σε εκτός σχεδίου πόλεως περιοχές, από την οποία δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα και, επίσης, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να αποκαταστήσουν την περιουσιακή τους ζημία.
Το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν τόσο κατά την κύρια βάση, δεχόμενο ότι οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν κατά τον κρίσιμο χρόνο ότι είχε ακυρωθεί η εγκριτική του σχεδίου πόλεως απόφαση και, συνεπώς, δεν υπήρξε απατηλή συμπεριφορά τους, όσο και κατά την επικουρική της βάση, με την αιτιολογία ότι οι ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες δεν είχαν καταστεί αυθαίρετες.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μόνον καθ' όσον αφορά την επικουρική βάση, την οποία, όμως, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος αυτό, απέρριψε ως μη νόμιμη.
Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αναίρεσή τους. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δηλαδή αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2008).
Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, ενόψει του ότι, κατά τα άρθρα 339 και 421 επ. ΚΠολΔ, αποτελούν, όπως και κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ίδιου Κώδικα που καταργήθηκε με το νόμο 4335/2015, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι τηρήθηκαν γι' αυτές οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 1708/2018, ΑΠ 946/2018).
Ως προς τις ένορκες, όμως, βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία τους στην απόφαση, αλλά πρόκειται για απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην περίπτωση αυτή, αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 1708/2018, ΑΠ 1633/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης μέμφονται το Εφετείο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως είχαν επικαλεσθεί με τις προτάσεις τους και είχαν προσκομίσει ενώπιόν του και τα οποία ήσαν κρίσιμα για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, εφόσον από αυτά προέκυπτε η αλήθεια του αγωγικού τους ισχυρισμού, ότι δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν ότι οι οριζόντες ιδιοκτησίες που τους μεταβίβασαν είχαν ανεγερθεί επί οικοπέδου που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. .../6-9-2018 και .../6-9-2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Ζώης Λαμπαφάκη των μαρτύρων Κ. Κ. και Κ. Τ.. Το Εφετείο, σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, διέλαβε επί λέξει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπείται, τα εξής:
«|Από τις ένορκες στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αμφότερες τις διάδικες πλευρές ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν στα πλαίσια άλλων μεταξύ τους δικών, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαία η κατ' ιδίαν αναφορά τους...., χωρίς όμως να ληφθούν καθόλου υπόψη τα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες με την από 20.09.2018 προσθήκη στις προτάσεις τους έγγραφα, αφού δεν πρόκειται για νέα αποδεικτικά μέσα πρόσφορα για την αντίκρουση ισχυρισμών των αντιδίκων τους, που περιέχονται στις προτάσεις τους (άρθρο 237 παρ. 3 εδ.
γ' ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) - από τις υπ' αριθ. .../06.09.2018 και .../06.09.2018 ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Ζωής Λαμπαθάκη ένορκες βεβαιώσεις του Κ. Κ. του Θ. και του Κ. Τ. του Π. αντίστοιχα, που δόθηκαν με επιμέλεια των εκκαλούντων μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων τους (βλ. τις υπ' αριθ. ...
και .../29.08.2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων Ιωάννας Βλοντάκη - Σαλαβαντάκη), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα εξής:...|».
Από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η σαφής βεβαίωση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων τις πιο πάνω αναφερόμενες δύο ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, όπως και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, στα οποία έγγραφα περιέλαβε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και εκείνες τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων, ενώ δεν έλαβε υπόψη εκείνα μόνον τα έγγραφα, που οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με την από 20-09-2018 προσθήκη των προτάσεών τους, τέθηκε δε η εξαίρεση αυτή ως παρενθετική πρόταση, η οποία τελειώνει με την παράθεση (εντός παρενθέσεως) των σχετικών διατάξεων που τη δικαιολογούν, μετά την οποία (παράθεση) συνεχίζεται η κύρια πρόταση για τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Εφετείο, με ρητή μνεία των επίμαχων δύο ένορκων βεβαιώσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επομένως, από τη βεβαίωση αυτή της προσβαλλόμενης απόφαασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα πιο πάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ, αντίθετα, ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 752/2017, ΑΠ 43/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί, ότι οι αναιρεσίβλητοι, εφόσον η υπ' αριθμ. 1673/2007 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ανακλήθηκε η εγκριτική του σχεδίου πόλεως πράξη, δημοσιεύτηκε στις 06-06-2007 και θεωρήθηκε στις 13-12-2007, δεν θα μπορούσαν να γνώριζαν την έκδοση της παραπάνω απόφασης, ούτε στις 10 Οκτωβρίου 2007 που καταρτίστηκε το πρώτο συμβόλαιο, αλλά ούτε και στις 31 Μαΐου 2010, οπότε καταρτίστηκε το δεύτερο συμβόλαιο, και ακόμη ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της πιο πάνω απόφασης για πρώτη φορά στις αρχές του έτους 2012, όταν, στο πλαίσιο σύναψης άλλης σύμβασης πωλήσεως, πληροφορήθηκε για την έκδοσή της από υπαλλήλους της αρμόδιας Δ.Ο.Υ Χανίων, λαμβάνοντας τελικά σχετική βεβαίωση του δημάρχου στις 15-02-2012.
Και παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, γιατί η πρώτη αναιρεσίβλητη, ζήτησε και έλαβε την συγκεκριμένη βεβαίωση από το δήμαρχο, μόνο και μόνο για να "νομιμοποιήσει" τα δεκάδες πωλητήρια συμβόλαια που είχαν καταρτιστεί μέχρι τότε, ώστε να μπορεί να ισχυριστεί, με βάση το δημόσιο αυτό έγγραφο, ότι δήθεν τότε έλαβε για πρώτη φορά γνώση της συγκεκριμένης απόφασης, καίτοι, όμως, η τελευταία είχε γίνει ήδη ευρέως γνωστή, αφού το Φεβρουάριο 2008 ο Δήμος ...
είχε κάνει δημόσιες ανακοινώσεις και αναρτήσεις και ο τοπικός τύπος είχε ασχοληθεί εκτενέστατα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν η μεγαλύτερη κατασκευάστρια εταιρεία της Κρήτης, η οποία είχε οικοδομήσει όλη την επίμαχη περιοχή, να μη γνωρίζει ότι αυτή είχε κηρυχθεί εκτός σχεδίου, όπως έκρινε το Εφετείο, που απέδωσε σ' αυτή παντελή έλλειψη υπαιτιότητας σε σχέση με τις ψευδείς δηλώσεις που περιελήφθησαν στα πωλητήρια συμβόλαια, ενόψει μάλιστα του ότι η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αναρτήθηκε στους δημόσιου πίνακες ανάρτησης του Δήμου και δημοσιεύτηκε στον τοπικό τύπο των Χανίων με την υπ' αριθ.
πρωτ. …/06-11-2008 απόφαση του οικείου Δήμου, η αρμόδια Υπηρεσία του οποίου έλαβε γνώση της ακύρωσης του σχεδίου πόλεως στις 22-02-2008 κατόπιν σχετικής εξώδικης όχλησης του Κ. Κ..
Όμως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν ούτε και ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση της παραβιάσεως ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (που ούτε και αυτές προσδιορίζονται) και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττεται με αυτόν, στην πραγματικότητα, η εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και, ως εκ τούτου, η επικαλούμενη παραβίαση δεν έχει σχέση με ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 1021/2019). Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα, με την έννοια της παραπάνω διατάξεως, και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, τα πραγματικά περιστατικά ή τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι υποβάλλονται διηγηματικά προς ευδοκίμηση της αγωγής ή στο πλαίσιο της γενικής ή ειδικής άρνησης της ή αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 153/2019, ΑΠ 99/2017, ΑΠ 893/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 8 περ. β' (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ενώπιόν του με την έφεση και τις προτάσεις ισχυρισμό τους, ότι από την αρχή οι εναγόμενοι λειτουργούσαν κακόπιστα, επιδεικνύοντας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά μέχρι και σήμερα, αφού ακόμη και κατά τα έτη 2014 και 2015 επιμένουν να ισχυρίζονται ότι τα επίμαχα ακίνητα βρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και να ασκούν αγωγές εναντίον τους με βάση αυτή την ιστορική αιτία, γεγονός που αποδεικνύει την ένταση της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς τους.
Όμως, ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά γεγονότα δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να στηρίξουν την βασιμότητα της αγωγής τους.
Επί πλέον, είναι απαράδεκτος, αφού υπό την προσχηματική επίκληση των ως άνω αιτιάσεων, πλήττεται κατ' ουσίαν, η από το Εφετείο γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση, είτε ρητώς είτε εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται για τη συγκρότηση αυτών, με αποτέλεσμα ο ως άνω λόγος αναιρέσεως να καθίσταται και αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 651/1977 «Εις πάσαν δικαιοπραξίαν έχουσαν ως αντικείμενον μεταβίβασιν λόγω πωλήσεως οικοπέδου ή αγροτεμαχίου μετά ή άνευ κτισμάτων επισυνάπτεται εις το πωλητήριον συμβόλαιον τοπογραφικόν διάγραμμα, υπογραφόμενον υπό των συμβαλλομένων και του συντάσσοντος τούτο μηχανικού ή υπομηχανικού εις το οποίον αναγράφονται τα μήκη των πλευρών, τα όρια προς τας ομόρους ιδιοκτησίας, τα ονόματα των γνωστών ιδιοκτητών των ως και το εμβαδόν του πωλουμένου ακινήτου.
Επί του διαγράμματος δηλούται υπευθύνως υπό του συντάσσοντος τούτο μηχανικού ή υπομηχανικού εάν επί του μεταβιβαζομένου επιτρέπεται ή ού η ανοικοδόμησις κατά τας κειμένας πολεοδομικάς διατάξεις. Εάν το μεταβιβαζόμενον αποτελή τμήμα μεγαλυτέρας εκτάσεως, βεβαιούται εις το αυτό σχεδιάγραμμα υπό του μηχανικού ή υπομηχανικού εάν και το εναπομένον εις τον πωλητήν πληροί ή όχι τους όρους δομήσεως».
Με την ως άνω διάταξη ορίστηκε ως υποχρεωτική σε όλες τις δικαιοπραξίες, που έχουν ως αντικείμενο τη μεταβίβαση λόγω πωλήσεως οικοπέδου ή αγροτεμαχίου, η επισύναψη υπεύθυνης δήλωσης του μηχανικού σχετικά με την επιτρεπόμενη ή όχι ανοικοδόμηση του ακινήτου σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, για την περίπτωση δε ανακριβούς δηλώσεως προβλέπονται, αντίστοιχα, σε βάρος του συντάξαντος το διάγραμμα μηχανικού και των συμβαλλομένων και του συμβολαιογράφου, αντίστοιχα, πειθαρχικές και ποινικές κυρώσεις (παρ. 2 και 3 του ανωτέρω άρθρου).
Η συγκεκριμένη υπεύθυνη δήλωση τέθηκε με σκοπό την προστασία των αγοραστών, τον περιορισμό της κατάρτισης άκυρων δικαιοπραξιών και τη μείωση της αυθαίρετης δόμησης και των περιπτώσεων παράνομων κατατμήσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι είναι δυνατή και νόμιμη η κατάρτιση συμβολαιογραφικού συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου με παρωχημένη χρονικά και όχι πρόσφατη υπεύθυνη δήλωση μηχανικού, στην οποία αυτός βεβαιώνει, κατά το χρόνο κατάρτισης συμβολαίου, ανυπόστατα και ψευδή γεγονότα (δηλαδή ότι το πωλούμενο ακίνητο είναι εντός σχεδίου πόλεως), παραβίασε ευθέως την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 651/1977 και τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον έπρεπε να δεχθεί ότι πρώτη αναιρεσίβλητη προσκόμισε κατά την κατάρτιση των ένδικων συμβολαίων την προγενεστέρως εκδοθείσα, από Απριλίου 2006, υπεύθυνη δήλωση της μηχανικού Α.
Ξ., με την οποία οποία βεβαιώνονταν ότι η επίμαχη έκταση κείτεται "εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως", μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούσε να προσκομίσει νεότερη και μάλιστα σύγχρονη με το χρόνο κατάρτισης των δικαιοπραξιών, αφού δεν ήταν δυνατή η έκδοση τέτοιας βεβαίωσης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως, αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο, οι διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι οι αριθμοί των λόγων αναίρεσης, για τους οποίους οι αναιρεσείοντες ψέγουν με τα όσα αποδίδουν την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε και οι σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης αυτής και, επίσης, ποια ήταν τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, παραβίασε και σε τί συνίσταται η παραβίασή τους.
Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση της παραβιάσεως της πιο πάνω διάταξης και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πραγματικά γεγονότα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τη γνώση των αναιρεσιβλήτων για το αν τα πωληθέντα ακίνητα βρίσκονταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εκτός σχεδίου πόλεως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 690/1948, η οποία είχε καταργηθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, αλλά επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 του ν. 651/1977 (άρθρο 417 παρ.1 του π.δ. της 14/27-7-1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας"), απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων που συνεπάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο είτε κατά το βάθος, ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (παράγραφος 4 άρθρου 417 του π.δ.
της 14/27-7-1999) κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου που έχει αντικείμενο μεταβίβαση κυριότητας που απαγορεύεται από την προηγούμενη παράγραφο είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η δικαιοπραξία με την οποία γίνεται μεταβίβαση της κυριότητας τμήματος οικοπέδου, εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα (ΑΠ 903/2018, ΑΠ 1124/2017, ΑΠ 981/2007), η μείζων δε αυτή έκταση, της οποία επιχειρείται κατάτμηση, μπορεί να είναι άρτια είτε κατά τον κανόνα είτε κατά παρέκκλιση (ΣΤΕ 4541/2009).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι με ακυρότητα πλήττεται η κατάτμηση ασκεπών χώρων προοριζομένων για ανοικοδόμηση, με την κατά κυριότητα μεταβίβαση διαιρετών τμημάτων αυτών, εάν τα προκύπτοντα από αυτή νέα οικόπεδα δεν είναι άρτια (AΠ 1076/2006), πρέπει δε η μη αρτιότητα αυτή να δημιουργείται με τη συγκεκριμένη μεταβίβαση.
Αφορά, δηλαδή, η απαγόρευση μόνο ακάλυπτους χώρους, δηλαδή τμήματα οικοπέδου επί των οποίων δεν υφίστανται κτίρια και όχι τμήματα επί των οποίων υπάρχει οικοδομή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003 "Η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του από 24/31.5.1985 π.δ/τος αντικαθίσταται ως εξής: "α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα.
Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου που αφορά στο ελάχιστο πρόσωπο δεν ισχύει για την ανέγερση κτιρίων των άρθρων 2 και 3, εφόσον εξυπηρετούνται από αγροτικούς ή δασικούς δρόμους, καθώς και ορειβατικών καταφυγίων, η ανέγερση των οποίων επιτρέπεται και σε γήπεδα που εξυπηρετούνται αποκλειστικά από μονοπάτια".
Επομένως, για την αρτιότητα ακινήτου εκτός σχεδίου πόλεως, θα πρέπει αυτό να έχει ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο 25 μέτρα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την επικουρική βάση της αγωγής τους οι αναιρεσείοντες, ισχυρίστηκαν α) ότι με τις αναφερόμενες στην αγωγή δικαιοπραξίες η πρώτη αναιρεσίβλητη, εκπροσωπούμενη δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που χορήγησε σ' αυτή ο τρίτος αναιρεσίβλητος, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, μεταβίβασε σ' αυτούς λόγω πωλήσεως τις παρακάτω ένδικες οριζόντιες (καθ' ύψος) ιδιοκτησίες, ήτοι α) στον πρώτο από αυτούς την Δ - 103 ισόγειο με υπόγειο κατοικία μιας διώροφης οικοδομής (Κτιρίου Δ), και β) στους δεύτερο και τρίτη αναιρεσείοντες την Η - 101 ισόγειο με υπόγειο κατοικία μιας διώροφης οικοδομής (Κτιρίου Η), που καθεμιά από τις ανωτέρω οικοδομές έχει ανεγερθεί σε αυτοτελή οριζόντια (κατ' έκταση) ιδιοκτησία, επιφανείας 470,04 τ.μ.
και 522,93 τ.μ., αντίστοιχα, η οποία αποτελεί τμήμα ("Τμήμα Δ" και "Τμήμα Η", αντίστοιχα) μείζονος οικοπέδου, επιφανείας 10.952,12 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επ' αυτού 62,62/1000 και 69,67/1000, αντίστοιχα, το οποίο το έτος 2006 υπήχθη στις διατάξεις του ν. 3741/1929, των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και του ν.δ. 1024/1971 και ανεγειρόταν σ' αυτό συγκρότημα κατοικιών με καταστήματα, β) ότι κατά το χρόνο κατάρτισης των αντίστοιχων ως άνω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων το προαναφερόμενο μείζον ακίνητο ήταν εκτός σχεδίου πόλεως, αφού είχε ακυρωθεί η εγκριτική του σχεδίου αυτού απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας με την υπ' αριθμ. 1673/2007 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, και γ) ότι για το λόγο αυτό οι ως άνω δικαιοπραξίες είναι άκυρες, καθόσον αντιβαίνουν σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, "που απαγορεύουν τη μεταβίβαση γηπέδων σε εκτός σχεδίου περιοχές, το εμβαδόν των οποίων είναι μικρότερο των 4.000 τ.μ., τη μεταβίβαση μη άρτιων οικοπέδων, την κατάτμηση εκτάσεων προς το σκοπό δημιουργίας κοινόχρηστων χώρων, τη δημιουργία ιδιωτικών σχεδίων πόλεως κλπ".
Ενόψει αυτών, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, με την ως άνω επικουρική βάση, να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ένδικων συμβάσεων, καθώς και η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να τους καταβάλουν, λόγω της ακυρότητας των δικαιοπραξιών αυτών, τα αναφερόμενα αναλυτικώς στην αγωγή ποσά. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή κατά την επικουρική της βάση είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η πράξη σύστασης κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του μείζονος οικοπέδου έλαβε χώρα το έτος 2006, δηλαδή καθόν χρόνο ίσχυε η μετέπειτα ακυρωθείσα εγκριτική του σχεδίου πόλεως απόφαση, χωρίς να προσβάλλεται ως άκυρη ή να διαλαμβάνεται ότι έχει ακυρωθεί η εν λόγω πράξη, και εφόσον οι ένδικες μεταβιβάσεις αφορούν αυτοτελείς οριζόντιες καθ' ύψος ιδιοκτησίες που ανηγέρθησαν επί καθέτων ιδιοκτησιών του μείζονος αρτίου οικοπέδου που είχαν ήδη οικοδομηθεί, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 690/1948, επί των οποίων και μόνον θεμελιώνεται η επικαλούμενη με την αγωγή ακυρότητα, αφού αυτές, όπως αναφέρθηκε, έχουν εφαρμογή μόνον σε περίπτωση μεταβίβασης ασκεπών γηπέδων (ακάλυπτων χώρων), επί των οποίων δεν υφίστανται κτίσματα, και όχι επί μεταβίβασης οριζοντίων ιδιοκτησιών οικοδομημένων τμημάτων του όλου οικοπέδου, όπως είναι, στην προκείμενη περίπτωση, τα ένδικα εξ αδιαιρέτου εδαφικά τμήματα των εναγόντων - αναιρεσειόντων, στα οποία έχουν ανεγερθεί τα αναφερόμενα ως άνω κτίρια με τις πωληθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Εξάλλου, τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά δεν θεμελιώνουν, κατά τρόπο ορισμένο, νομική βάση ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων λόγω απαγορευμένης μεταβίβασης εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο, στο οποίο έχει εκτελεσθεί αυθαίρετη κατασκευή, χωρίς αυτή να έχει νομιμοποιηθεί, αφού δεν γίνεται επίκληση των σχετικών προϋποθέσεων (βλ.
ΑΠ 183/2017, ΑΠ 995/2015). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ερευνώντας την επικουρική βάση της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη και, ειδικότερα, ως προς μεν τους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτών, χωρίς να προβάλλεται ως προς την κρίση της αυτή σχετικός λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά δε την πρώτη εναγομένη (αναιρεσίβλητη), με την εξής αιτιολογία:
«|Με τις επίδικες δικαιοπραξίες η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους ενάγοντες καθ' ύψος αυτοτελείς ιδιοκτησίες επί κάθετων ιδιοκτησιών μείζονος οικοπέδου, εμβαδού 10.952,12 τετραγωνικών μέτρων... . Συνεπώς, [...] δεν μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες οικόπεδο μη άρτιο, αλλά διαιρεμένη ιδιοκτησία, επί άρτιου με εμβαδόν μείζον των 4.000 τ.μ.
και πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό μείζον των 25 μέτρων και ταυτόχρονα εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας σε αυτό, χωρίς περαιτέρω να επικαλούνται οι ενάγοντες ότι με τις επίδικες δικαιοπραξίες έλαβε χώρα με άλλο τρόπο κατάτμηση οποιασδήποτε έκτασης|». Κατόπιν αυτού, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, καθό μέρος παραπονούντο με αυτή για την κατ' ουσίαν απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την εκκαλούμενη απόφαση και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε αυτήν, όπως αναφέρθηκε, ως μη νόμιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθώς και εκείνη του άρθρου 174 του ΑΚ, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, αφού δέχθηκε ότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό των άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον με τις ένδικες δικαιοπραξίες δεν έλαβε χώρα κατάτμηση ασκεπών χώρων προοριζομένων για ανοικοδόμηση, με την κρίση του δε αυτή, το Εφετείο δεν απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που οι ανωτέρω διατάξεις απαιτούν για την εφαρμογή τους.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού, αφού δεν αναφέρεται σαφώς το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, αλλά ούτε και η διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την οποία οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 461/2017, ΑΠ 218/2003) και ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης, ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 613/2010, ΑΠ 214/2010) η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ (ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1515/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 (κατ' εκτίμηση και όχι τον αρ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, καίτοι με λόγο έφεσης είχαν παραπονεθεί για την επιδίκαση σε βάρος τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικαστικής δαπάνης ποσού 6.500 ευρώ, ενώ έπρεπε να συμψηφίσει αυτήν, παρ' όλα αυτά το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, επαύξησε τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας στο ποσό των 20.000 ευρώ, τα οποία και επέβαλε σε βάρος τους, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας του άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και χωρίς να λάβει υπόψη την ερμηνευτική δυσχέρεια των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, η οποία δικαιολογεί το συμψηφισμό τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 179 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 176 ΚΠολΔ και μη εφαρμογής του άρθρου 179 ΚΠολΔ και του άρθρου 25 παρ. 1 Συντ/τος - αρχή της αναλογικότητας, καθόσον υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται n αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου ουσίας (βλ.
ΑΠ 461/2017).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-03-2019 αίτηση των 1) Σ. Α., 2) Κ. - Τ. - Μ. (όν) Χ. (επ.) K. J. M. και 3) Ι. – Α. (I. A.) συζ. K. J. M. H., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 80/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Mαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ