461/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated461/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τ. για τις κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης κατ' εξακολούθηση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Full text
Απόφαση 461 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 461/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Παπαγεωργίου Του αναιρεσίβλητου: Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Σεραφείμ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 575/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3097/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-10-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π.3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής απόδοσης ωφελημάτων του αναιρεσίβλητου, λόγω ακυρότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, που αφορά τα καταλειφθέντα κληρονομιαία στοιχεία (ακίνητα και επιχείρηση) της διαθέτιδας, προβληθείσα ένσταση, από το άρθρο 281 ΑΚ, του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη.
Γι' αυτό, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. 2628/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο προσκόμισε μετ' επικλήσεως για την απόδειξη της ένστασης του από το 281ΑΚ και το οποίο μετά από έγκληση του ήδη αναιρεσίβλητου αποφάνθηκε ότι η επίμαχη διαθήκη της μητέρας των διαδίκων Μ.
Τ., όσο και η διαθήκη του πατέρα τους Δ. Τ. εγράφησαν από την αδελφή των διαδίκων Χ. Τ. του Δ. καθ' υπαγόρευση του πατέρα τους παρόντων όλων (και των διαθετών γονέων και των τριών τέκνων-κληρονόμων) και ότι εξέφραζαν την αληθή βούληση των διαθετών και κατά συνέπεια δεν ήταν πλαστογραφημένες, όπως ο ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε με την έγκληση αυτή, και ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) και της ως άνω αδελφής του Χ.
Τ. για τις κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης κατ' εξακολούθηση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (Ολ.Α.Π.44/1990, Α.Π.581/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ, αφού χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) και πρότεινε για τη θεμελίωση της από τη διάταξη αυτή ένστασης, έκρινε αυτήν μη νόμιμη, χωρίς να διαλάβει επαρκείς αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, προϋποθέτει για τη θεμελίωσή του την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ ως μη νόμιμη και, επομένως, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της ουσιαστικής κρίσης επ' αυτής.
Ωσαύτως, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος, κατά το σχετικό μέρος του, λόγος αναίρεσης, καθόσον προβάλλεται δι' αυτού αιτίαση περί ανεπάρκειας αιτιολογιών, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα του αναφερόμενου σ' αυτόν εγγράφου, ήτοι του υπ' αριθμ. 2628/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ (Ολ.Α.Π.25/2003, 12/2000 και 3/1997). Επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (Ολ.Α.Π.11/1996).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ (Ολ.Α.Π.88/1980, Α.Π.524/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της από 25-4-2017 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τον οποίο επανέφερε την και στον πρώτο βαθμό υποβληθείσα και απορριφθείσα ως μη νόμιμη ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου δικαιώματος του ενάγοντος προς ακύρωση της ιδιόγραφης διαθήκης της μητέρας τους, ότι τούτο κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου αυτής, για την αναγνώριση του καταχρηστικού χαρακτήρα του ενασκούμενου δικαιώματος, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα ακόλουθα περιστατικά, τα οποία και πρωτοδίκως είχε επικαλεσθεί για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής και ειδικότερα ότι: "α) ο αδελφός του (αναιρεσίβλητος) είχε πλήρη γνώση, ήδη από τη στιγμή της σύνταξης της διαθήκης το έτος 2004, του περιεχομένου του κειμένου της διαθήκης της μητέρας τους καθώς και του γεγονότος ότι αυτή συντάχθηκε από τη Χ.
Τ. καθ' υπαγόρευση. Το αυτό συνέβη και με τη διαθήκη του πατέρα τους και για το λόγο αυτόν οι δύο διαθήκες έχουν τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, β) τα οριζόμενα στο κείμενο της υπό κρίση διαθήκης έβρισκαν σύμφωνους όλους αυτούς καθώς, πέραν του ότι ανταποκρίνονταν στην πραγματική βούληση της μητέρας τους, διαμόρφωναν μια κατάσταση δίκαιη προς όλα τα τέκνα καθώς από τη συνολική περιουσία των γονέων έκαστο τέκνο κληρονομούσε μερίδα περίπου ίση με το 1/3 της αξίας και ουδείς εξέφρασε αντίρρηση προς τα όσα συμφωνήθηκαν και από κοινού αποφασίστηκαν, ενώ ούτε και στη συνέχεια εκφράστηκε κάποια διαφωνία και συνεπώς ο ενάγων ενήργησε πράξεις που καταδεικνύουν την αποδοχή της κληρονομίας, γ) καίτοι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) γνωρίζει την ακυρότητα και της πρώτης διαθήκης, εκείνη του πατέρα τους, της οποίας έννομο αποτέλεσμα είναι η σημερινή κατάσταση, δεν διαμαρτύρεται για αυτή, ούτε ζητά την ακύρωσή της καθώς έχει ευνοηθεί τα μέγιστα και δ) για τη μακρά χρονική περίοδο αδράνειας του αντιδίκου, χωρίς ωστόσο να εστιάσει τόσο στη μακροχρόνια αδράνεια per se, αλλά στο συνδυασμό με τα ανωτέρω καθώς και στο γεγονός ότι ο ενάγων παραβλέπει ότι η κληρονομηθείσα περιουσία δεν περιείχε μόνο ωφελήματα αλλά και βάρη, όπως φόρους κλπ''.
Από την επισκόπηση των από 23-11-2016 προτάσεων του αναιρεσείοντος, ως εναγόμενου στη πρωτοβάθμια δίκη, προκύπτει ότι προτάθηκε ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αξιώσεων υπό την προεκτεθείσα έννοια και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον πρώτο λόγο της από 25-4-2017 έφεσής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος, που υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτός είχε προβάλλει έναντι των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), εκθέτοντας ότι ''η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε σε βάρος του κατά παράβαση των αναφερομένων στο άρθρο 281 ΑΚ, διότι ο ενάγων είχε πλήρη γνώση για την ακυρότητα (πλαστότητα) της επίμαχης διαθήκης της μητέρας τους Μ.
Τ. ήδη από τη στιγμή της σύνταξης αυτής το έτος 2004, όπως αυτό συνέβη και με τη διαθήκη του πατέρα τους και για το λόγο αυτόν οι δύο διαθήκες έχουν τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, ότι αυτή αποτύπωνε την αληθή βούληση της διαθέτιδος και ότι υπογράφηκε από την ίδια. Ότι αυτός συμφώνησε και συνέπραξε στη σύνταξη της εν λόγω διαθήκης, αποδεχθείς το περιεχόμενο και τους όρους της και ότι πράττει κατά προφανή κατάχρηση δικαιώματος, όταν ένδεκα ολόκληρα χρόνια μετά ζητά την ακύρωσή της, ενώ μέχρι τότε δεν εξέφρασε αντίρρηση προς τα όσα συμφωνήθηκαν και από κοινού αποφασίστηκαν, αφού έκαστο τέκνο κληρονομούσε μερίδα περίπου ίση με το 1/3 της αξίας από τη συνολική περιουσία των γονέων τους, ενώ ούτε και στη συνέχεια εξέφρασε κάποια διαφωνία καθόσον είχε ευνοηθεί τα μέγιστα προβαίνοντας στην εκμετάλλευση του καταλειπόμενου μέρους της κληρονομηθείσας περιουσίας από αυτόν, ήτοι της εταιρίας εμπορίας χαλιών της μητέρας τους.
Ότι τυχόν αποδοχή της αγωγής θα είχε οδυνηρές και επαχθέστατες συνέπειες για αυτήν (εναγόμενη), αφού ουδέποτε είχε διανοηθεί ότι ο αντίδικος θα υιοθετούσε τέτοια συμπεριφορά, λόγω του ότι η σύνταξη και το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης αποτέλεσε αντικείμενο κοινής συμφωνίας όλης της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένου και αυτού''.
Την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος του ήδη αναιρεσίβλητου προς ακύρωση της επίμαχης διαθήκης της μητέρας τους, η υπ' αριθμ. 575/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την απέρριψε ως μη νόμιμη. Την παραπάνω ένσταση επανέφερε ο αναιρεσείων και ενώπιον του Εφετείου με την από 25-4-2017 έφεσή του.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση κατάχρησης του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου ως μη νόμιμη και απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, δεχόμενο τα εξής: "με την παραδοχή ότι οι εναγόμενοι καταφάσκουν την ιστορική βάση της αγωγής, ότι δηλαδή η επίδικη διαθήκη της μητέρας τους είναι πλαστή, εφόσον γράφηκε και υπογράφηκε από την πρώτη εναγόμενη καθ' υπαγόρευση της μητέρας της, επομένως υπάρχει νόμιμο δικαίωμα του ενάγοντος για απόδοση των ωφελημάτων της κληρονομίας εκ μέρους των εναγόμενων ως κακόπιστων νομέων.
Τα ως άνω περιγραφόμενα στον πρώτο λόγο και των δύο κρινόμενων εφέσεων νέα γεγονότα, με τα οποία οι εναγόμενοι επιχειρούν να στηρίξουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ), δεν μπορούν να υπαχθούν στη διάταξη αυτή, διότι όλα τα επικαλούμενα από αυτούς νέα περιστατικά ερείδονται στη γνώση του ενάγοντος περί της πλαστής διαθήκης, ήτοι στη δημιουργηθείσα και υφιστάμενη παράνομη κατάσταση της ύπαρξης πλαστής διαθήκης και της κακής πίστεως των εναγόμενων ως νομέων κληρονομίας, την οποία, άλλωστε, οι εναγόμενοι συνομολογούν.
Συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν δύνανται να αρύονται από την παράνομη αυτή κατάσταση της απόλυτης ακυρότητας της διαθήκης δικαίωμα αντιτάξιμο στο νόμιμο αίτημα του ενάγοντος περί απόδοσης των ωφελημάτων, η δε επικαλούμενη βλάβη των εναγόμενων είναι η ικανοποίηση του ενάγοντος", χωρίς να αναφερθεί στα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά : α) της προηγούμενης συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου (παρουσία και συμφωνία στο περιεχόμενο της διαθήκης), β) στο χρονικό διάστημα αδράνειας των ένδεκα ετών, γ) στην εύλογη πεποίθηση μη άσκησης δικαιώματος και δ) στις ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες για την υπόχρεο, που είχε προτείνει για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού αυτού, τα οποία και δεν έλαβε υπόψη.
Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο σχετικός λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Δεδομένου δε ότι η αποδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης επιφέρει την ολική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η έρευνα του τέταρτου λόγου αυτής. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από τους δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4335/15 και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3097/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.-
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ