461/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/1997 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3746/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1472/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/3/2015 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated461/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 461 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 461/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εν προκειμένω, από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Φορολογίας Ανωνύμων Εταιρειών (Φ.Α.Ε.) Αθηνών, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους Χρήστο Κοραντζάνη και Γεώργιο Καφίρη, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσαν την από 3/11/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ' ης η αναίρεση Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/1997 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3746/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1472/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/3/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 23/10/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη προβάλλει με τις προτάσεις της, την ένσταση του απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι το αναιρεσείον δεν έχει έννομο συμφέρον για την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1472/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, διατείνεται για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της, ότι αυτή, ως μέτοχος της οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", εξόφλησε ολοσχερώς, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, τις απαιτήσεις του αναιρεσείοντος κατ' αυτής, τις οποίες αυτό ανήγγειλε στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και ζήτησε την κατάταξή του γι' αυτές στον πίνακα κατάταξης, που συνέταξε ο ίδιος, με συνέπεια αυτό να μην έχει πλέον οποιαδήποτε απαίτηση κατά της οφειλέτριας και να μην υφίσταται έννομο συμφέρον από τη συγκεκριμένη δίκη.
Η ένσταση, όμως, αυτή με την οποία προβάλλεται ισχυρισμός, κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος εξέλειπε, λόγω ολοκληρωτικής ικανοποίησης του και δεδομένου ότι τα επικαλούμενα γεγονότα δεν προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι ανωτέρω προτάσεις με τις οποίες προτείνεται, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το παραπάνω άρθρο προθεσμίας των 20 ημερών, πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, στις 6-11-2017, αλλά, όπως προκύπτει από την επ' αυτών σφραγίδα, που υπογράφεται από το γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση και συγκεκριμένα στις 9-11-2017.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1472/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Το αναιρεσείον άσκησε αρχικά κατά του υπ'αριθ. .../30-9-1996 πίνακα κατάταξης δανειστών του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, Ε. Π., συμβολαιογράφου Αθηνών, την από 14-1-1997 ανακοπή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε τη μεταρρύθμισή του, ώστε να καταταγεί αυτό για τις αναγγελθείσες απαιτήσεις του και να αποβληθεί αντίστοιχα η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " ...
ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, η αναιρεσίβλητη. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 3746/1998 απόφασή του, που δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη και συγκεκριμένα για μερικές από τις αναγγελθείσες απαιτήσεις του, λόγω εξόφλησής τους και για τις λοιπές, λόγω αοριστίας της αναγγελίας του.
Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε την από 29-12-1998 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης απόφασή του, με την οποία α) απέρριψε την έφεση, κατά το μέρος που η πρωτόδικη απόφαση είχε δεχθεί ότι οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος ήταν ορισμένες και είχαν εξοφληθεί και β) δέχτηκε την έφεση κατά τα λοιπά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και εν τέλει απέρριψε την ανακοπή και κατά το μέρος αυτό με την αιτιολογία ότι η ανακοπή ήταν αόριστη, διότι οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, τόσο στην ανακοπή, όσο και στο συνημμένο σ' αυτή πίνακα χρεών, περιγράφονται με ελλιπή τρόπο.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933 και 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης, καθώς και την ύπαρξη του προνομίου της.
Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης, της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιό της.
Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 1281/2011). Περαιτέρω, από το άρθρο 61 § 1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)", που ορίζει ότι "1.
Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας..... Διά τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών....", καθώς και από το άρθρο 55 § 1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, δι' αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.
Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι' έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας¨, σαφώς προκύπτει, ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων κατά το προαναφερόμενο άρθρο 55§1 του ΚΕΔΕ.
Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. (ΑΠ 679/2016, ΑΠ 240/2015, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 1860/2013, ΑΠ 563/2013, ΑΠ 443/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην από 20-5-2009 ανακοπή του, κατά του υπ' αριθ. .../1996 πίνακα κατάταξης του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Π., με την οποία ζητούσε την κατάταξή του για συνολική απαίτηση 103.880.877 δραχμών, με την ακύρωση άλλως μεταρρύθμιση του πίνακα με αντίστοιχη αποβολή της καταταγείσας απαίτησης της καθής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ' ...
ΑΕ', καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η αναιρεσίβλητη, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, είχε ενσωματώσει την από 12-7-1996 αναγγελία του προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕΕ ΑΘΗΝΩΝ και τους πίνακες χρεών της ιδιοκτήτριας του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου και οφειλέτιδάς του εταιρείας με την επωνυμία .... Ειδικότερα, στην άνω αναγγελία αναγραφόταν το όνομα της οφειλέτιδας, ο ΑΦΜ αυτής, το συνολικό ποσό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και ότι αυτές είναι ληξιπρόθεσμες και προνομιακές κατά το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ.
Στους συνημμένους δε πίνακες απαιτήσεων (χρεών) αναγραφόταν ο αριθμός και το έτος βεβαίωσης του κάθε χρέους, το οικονομικό έτος στο οποίο αναγόταν, το είδος του χρέους, το ποσό του βασικού χρέους, οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και το συνολικό ποσό της απαίτησης ( βασικό χρέος+ προσαυξήσεις). Το είδος δε του καθενός χρέους περιγραφόταν ως ακολούθως ' πρόστιμο Ν.820/78', 'χαρτόσημο', 'πρόστιμο ΚΒΣ', 'τέλη κυκλοφορίας 23660 και 328458 ε.ι.χ.', 'προμήθεια δανείου', 'εισόδημα', 'ΦΜΥ', 'δάνειο', 'ΦΚΣ', 'Κέντρων διασκεδ.', 'Ν. 11/75', 'ΣΤ Κατηγορίας', 'ΦΚΕ', 'Δικαστ.
Δαπάνες', 'Έξοδα Διοικ. Εκτελ'. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη ανακοπή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα τις απαιτήσεις του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, περιέχει δε όλα τα προσδιοριστικά αυτής στοιχεία, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ.
Το είδος, ειδικότερα, των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος προσδιορίζεται, κατά τα παραπάνω, συνοπτικώς μεν, κατά τρόπο όμως σαφή και ορισμένο, χωρίς να απαιτείται η αναφορά κάποιου άλλου στοιχείου για την εξειδικευσή τους. Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο που δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 3746/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 14-1-1997 ανακοπή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσία αβάσιμη και εν συνεχεία, αφού δίκασε επί της ανακοπής, έκρινε την ανακοπή αόριστη και την απέρριψε ως απαράδεκτη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και πρέπει ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 ΚΠολΔ) να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν.
Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καθιστά, πλέον, αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αιτιάσεων, που προβάλλονται με τους λοιπούς λόγους της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 19, 8, 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα του, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και άρθρο 22 παρ.1 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Aναιρεί την υπ' αριθ. 1472/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ