Legislator Case Law & Legislation
461/2017 AI generated

461/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 461/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 461 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

461/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 461 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
psychiatric treatment substance addiction medical expenses severe depression inpatient addiction treatment insurance coverage of psychotherapy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 461 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 461/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Μ., 2) Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Φ. Λ., 3) Φ. Κ. του Γ., 4) Μ. Κ. του Γ., 5) Φ. Λ. του Γ. και 6) Ε. συζ. Φ. Λ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος και 4ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιωσηφέλλη και οι 2η, 3ος, 5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιωσηφέλλη.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1675/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7831/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 27-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-4-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7831/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20-4-2015 (αρ. κατ. 425/2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 7831/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι’ αυτό απευθύνονται κατ’ ανάγκην, όχι απ’ ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη- μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους-μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους-μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου. Εντούτοις, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα, προκρίνοντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων που είναι η πλέον σύμφωνη προς το σκοπό αυτό για να καταλήξουν έτσι σε λύση συμβατή προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 23/1998). Το άρθρο 3 παρ. 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ της 24ης Απριλίου 1972 "περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών-μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής", η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Προεδρικό Διάταγμα 1019/1981 "Περί προσαρμογής των διατάξεων του Ν. 489/76 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" προς τας διατάξεις της από 24.4.72 υπ’ αριθ. 166 Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως ετροποποιήθη υπό της οδηγίας υπ’ αριθ. 72/430/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκ. 1972, διά την προσέγγισιν των Νομοθεσιών των Κρατών-μελών αναφορικώς προς την ασφάλισιν της αστικής ευθύνης εκ της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων και τον έλεγχον της υποχρεώσεως προς ασφάλισιν της ευθύνης ταύτης" διαλαμβάνει τα εξής: Άρθρο 3 "Κάθε Κράτος-μέλος λαμβάνει υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 4, όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση. Η έκταση της καλυπτόμενης ευθύνης και οι όροι και συνθήκες της καλύψεως καθορίζονται με βάση τα μέτρα αυτά". Η οδηγία 72/166/ΕΟΚ, στο άρθρο 3, επιβάλλει σε κάθε κράτος-μέλος να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση και ορίζει ότι οι καλυπτόμενες ζημίες καθώς και οι όροι της ασφάλισης αυτής καθορίζονται στα πλαίσια των μέτρων αυτών. Με το άρθρο 2 παράγραφος 1 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30ης Δεκεμβρίου 1983 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών-μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, η οποία (οδηγία) ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 264/1991 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας 84/5 ΕΟΚ" προβλέπονται τα εξής: "1. Κάθε κράτος-μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου κάθε διάταξη του νόμου ή συμβατική ρήτρα που περιλαμβάνεται σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο εκδιδόμενο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ και αποκλείει την ασφάλιση της χρήσης ή της οδήγησης οχημάτων από πρόσωπα: - στα οποία δεν έχει επιτραπεί ρητά ή σιωπηρά η χρήση ή η οδήγηση, ή - τα οποία δεν διαθέτουν άδεια οδηγήσεως του σχετικού οχήματος, ή - τα οποία δεν έχουν συμμορφωθεί με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τεχνικού χαρακτήρα που αφορούν την κατάσταση και την ασφάλεια του εν λόγω οχήματος, να θεωρείται, για την εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ, ανίσχυρη όσον αφορά την προσφυγή τρίτων θυμάτων ατυχήματος. Πάντως η διάταξη ή η ρήτρα που αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση μπορούν να αντιταχθούν σε πρόσωπα που επιβιβάσθηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον ο ασφαλιστής μπορεί να αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα είχε κλαπεί. Τα κράτη-μέλη έχουν την ευχέρεια -όσον αφορά τα ατυχήματα που συμβαίνουν στο έδαφός τους- να μην εφαρμόζουν τη διάταξη του πρώτου εδαφίου, εάν και εφόσον το θύμα μπορεί να αποζημιωθεί για τη ζημία από οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης". Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται χάριν της προστασίας των θυμάτων, τα αποτελέσματα ορισμένων ρητρών απαλλαγής να περιορίζονται στις σχέσεις μεταξύ του ασφαλιστή και του υπευθύνου για το ατύχημα. Με την εξαίρεση ότι σε περιπτώσεις οχημάτων που έχουν κλαπεί η διάταξη ή η ρήτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχ. α’ (στην πρώτη περίπτωση) μπορούν να αντιταχθούν σε πρόσωπα που επιβιβάσθηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον ο ασφαλιστής μπορεί να αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα είχε κλαπεί. Οπωσδήποτε, σε περιπτώσεις οχημάτων που έχουν κλαπεί ή αποκτηθεί με χρήση βίας, τα κράτη-μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ο προαναφερθείς οργανισμός παρεμβαίνει για να αποζημιώσει το θύμα. Ακολούθως, με το άρθρο 3 της ίδιας ως άνω οδηγίας προβλέπεται ότι: "Τα μέλη της οικογενείας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 1 παράγραφος 1, δεν μπορούν να αποκλειστούν, λόγω του δεσμού συγγενείας, από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους. Στο πλαίσιο των ως άνω διατάξεων δεν μπορούν να αποκλεισθούν από το δικαίωμα ασφάλισης: οι τραυματισθέντες, λόγω συγγενικής σχέσης με τον υπεύθυνο του ατυχήματος, και, οι τρίτοι, θύματα, σε περίπτωση απαγορευμένης χρησιμοποίησης οχήματος ή σε περίπτωση χρησιμοποίησης οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης ή χωρίς κάλυψη των υποχρεώσεων τεχνικού χαρακτήρα και ασφάλειας. Περαιτέρω, με την Κοινοτική Οδηγία 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1990 προβλέπεται στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο αυτής "Υπό την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, [που προβλέπει (η επιφύλαξη) ότι οι ρήτρες αποκλεισμού που αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της οδηγίας 84/5/ΕΟΚ μπορούν να αντιταχθούν σε πρόσωπα που επιβιβάσθηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον ο ασφαλιστής μπορεί να αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα είχε κλαπεί] η ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 3 παρ. 1 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ, (δηλ. η ασφάλιση που καλύπτει την αστική ευθύνη τη σχετική με την κυκλοφορία οχήματος), καλύπτει την ευθύνη για σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού, που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος". Με το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, ορίστηκε αναφορικά με την προθεσμία συμμορφώσεως προς αυτή ότι "1. Τα κράτη-μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992. Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά. Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1: Η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία έχουν προθεσμία έως τις 31 Δεκεμβρίου 1995 για να συμμορφωθούν με τα άρθρα 1 και 2". Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο μόνο εν μέρει και ειδικότερα ως προς τα άρθρα 3 και 4 αυτής με το ΠΔ 314/1993 "Συμμόρφωση προς ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 90/232 ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών Μελών σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων", ενώ ως προς τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 ουδεμία πράξη μεταφοράς αυτών στο εσωτερικό εκδόθηκε από τον εθνικό νομοθέτη, παρά τη λήξη της ως άνω προθεσμίας που τάχθηκε προς τούτο στην Ελληνική Δημοκρατία. Με τη διάταξη της παρ. 1 εδ. πρώτο της οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης καλύπτει τις σωματικές βλάβες "όλων των επιβατών του οχήματος", πλην του οδηγού, χωρίς να γίνεται κάποια διάκριση μεταξύ των επιβατών, και ιδίως μεταξύ των επιβατών η ευθύνη των οποίων καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση, ή έχουν καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση και επιβατών τρίτων. Εξάλλου, αναφορικά με την ορθή ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, της 14ης Μαΐου 1990 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, που ενσωματώθηκαν αυτούσιες στην Οδηγία 2009/103/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής που κωδικοποίησε όλες τις παραπάνω οδηγίες, καθώς και τις οδηγίες 2000/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών και καθώς και 2005/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τροποποίηση των οδηγιών 72/166/ΒΟΚ, 84/5/ΕΟΚ, 88/357/ΕΟΚ και 90/232/ΕΌΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία οχήματος, κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση ...10 της 1ης Δεκεμβρίου 2011, αφού επισήμανε στο αιτιολογικό του μεταξύ άλλων ότι "μεταξύ των σκοπών των ρυθμίσεων του δικαίου της Ένωσης οι οποίες αφορούν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα είναι, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της τρίτης οδηγίας, να προστατεύσουν μια ιδιαιτέρως ευάλωτη κατηγορία δυνητικών θυμάτων, ήτοι τους επιβάτες των αυτοκίνητων οχημάτων, καλύπτοντας τα κενά που υφίστανται στις νομοθεσίες ορισμένων κρατών-μελών όσον αφορά την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη αυτών των επιβατών" και ότι "η μοναδική διάκριση που γίνεται δεκτή από τις ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης που αφορούν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα είναι εκείνη ανάμεσα στον οδηγό και τον επιβάτη, ότι ο ίδιος σκοπός της προστασίας των θυμάτων επιβάλλει επίσης να εξομοιωθεί η νομική κατάσταση του προσώπου το οποίο ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός του οχήματος, αλλά βρισκόταν σε αυτό ως επιβάτης κατά τον χρόνο του ατυχήματος, με τη νομική κατάσταση οποιουδήποτε άλλου επιβάτη που υπήρξε θύμα του ατυχήματος αυτού και επομένως, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός του οχήματος το οποίο προκάλεσε το ατύχημα ουδόλως σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί τρίτος, θύμα ατυχήματος, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας, εφόσον απλώς επέβαινε στο όχημα και δεν το οδηγούσε", αποφάνθηκε ότι: 1) "Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, της 14ης Μαΐου 1990, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών-μελών σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών-μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική ρύθμιση που έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο αποκλεισμό της υποχρεώσεως του ασφαλιστή να αποζημιώσει το θύμα τροχαίου ατυχήματος, όταν το ατύχημα προκλήθηκε από οδηγό ο οποίος δεν ήταν ασφαλισμένος δυνάμει της σχετικής συμβάσεως και το θύμα, που επέβαινε στο όχημα κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός του συγκεκριμένου οχήματος και είχε επιτρέψει στο πρόσωπο αυτό να το οδηγήσει. 2) Η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα δεν διαφέρει ανάλογα με το αν το ασφαλισμένο θύμα γνώριζε ότι το πρόσωπο στο οποίο επέτρεψε να οδηγήσει το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο ως οδηγός, ή αν πίστευε ότι ήταν ή, ακόμη, αν έλαβε ή όχι υπόψη του το ζήτημα αυτό". Επίσης, προηγουμένως, για την ορθή ερμηνεία των ως άνω διατάξεων των τριών οδηγιών είχε αποφανθεί το ΔΕΚ, μετά από σχετικά προδικαστικά ερωτήματα με αποφάσεις του που εκδόθηκαν στις υποθέσεις: 1) υπ’ αριθ. C-356/05 υπόθεση της 19-4-2007 (υπόθεση F.), 2) υπ’ αριθ. 537/03 υπόθεση της 30-6-2005 (υπόθεση C.) και 3) υπ’ αριθ. C-348/98 υπόθεση της 14-9-2000 (υπόθεση F.), με τις οποίες, μεταξύ άλλων, υιοθέτησε τις ακόλουθες θέσεις: Ότι δεν είναι ο εθνικός αλλά ο κοινοτικός νομοθέτης εκείνος ο οποίος καθορίζει τον κύκλο των προσώπων τα οποία καλύπτονται από την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης και χαρακτηρίζονται ως τρίτοι παθόντες, (υπόθεση F.). Ότι ο κοινοτικός νομοθέτης με το άρθρο 3 παρ. 1 της Πρώτης οδηγίας, 2 παρ. 1 της Δεύτερης οδηγίας και 1 της Τρίτης οδηγίας επιτάσσει ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα πρέπει να παρέχει σε όλους τους επιβάτες που είναι παθόντες σε αυτοκινητικό ατύχημα τη δυνατότητα να αποζημιωθούν για τη ζημιά που αυτοί υπέστησαν (σκέψη 27 της υπόθεσης C.). Ότι όταν το άρθρο 1 της Τρίτης οδηγίας προβλέπει την εξαίρεση από την ασφαλιστική προστασία μόνο του οδηγού, αυτό σημαίνει ότι αντιδιαστέλει όλους τους άλλους επιβάτες από τον οδηγό του οχήματος και τους συμπεριλαμβάνει στην ασφαλιστική προστασία. Επομένως επιβάλλεται να εξομοιωθεί η νομική κατάσταση του κυρίου του αυτοκινήτου, ο οποίος δεν είναι και οδηγός του, με τη νομική κατάσταση οποιουδήποτε άλλου επιβάτη ο οποίος υπέστη ζημίες από σωματική βλάβη κατά το τροχαίο ατύχημα (υπόθεση C. - σκέψη 33). Ότι μία εθνική ρύθμιση δεν μπορεί να συρρικνώσει την έννοια του επιβάτη και να στερήσει έτσι από την ασφαλιστική κάλυψη τα πρόσωπα που δικαιούνται, σύμφωνα με τις πάρα πάνω οδηγίες, αποζημίωση για βλάβες που τους προκαλούνται από αυτοκίνητα οχήματα (υπόθεση F. - σκέψη 30). Και αυτό διότι η εθνική νομοθεσία δεν επιτρέπεται να προβλέπει εξαιρέσεις από την ασφαλιστική προστασία μιας κατηγορίας προσώπων, εκτός από εκείνες τις εξαιρέσεις που ορίζει ρητά η κοινοτική νομοθεσία (υπόθεση F. - σκέψεις 27 και 29).

Εξάλλου, καθόσον αφορά το εθνικό μας δίκαιο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α’ και β’ και 6 παρ. 2 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" στον κύριο ή κάτοχο αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί εντός της χώρας, επιβάλλεται η υποχρέωση να συνάψει, σύμβαση ασφάλισης, η οποία θα καλύπτει την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου αστική ευθύνη του, λόγω θανατώσεως ή ζημιών σε πράγματα, περιλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, το ζημιωθέν πρόσωπο έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή. Κατά δε το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει από 1-7-1991, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του Π.Δ/τος 264/1991 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας 84/5 ΕΟΚ", θεωρούνται τρίτοι και έχουν ευθεία αξίωση αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου, που προξένησε τη ζημία ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική ευθύνη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ως άνω ασφάλιση γίνεται για να καλύψει την αστική ευθύνη των ασφαλισμένων προσώπων έναντι τρίτων, που ζημιώνονται και ότι τα πρόσωπα, τα οποία ο νόμος θεωρεί τρίτους, έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, εφόσον όμως έναντι αυτών ο ασφαλισμένος έχει υποχρέωση αποζημιώσεως, την οποία καλύπτει ακριβώς η σύμβαση ασφαλίσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάζει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στη δε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Ενόψει αυτών, βασική προϋπόθεση για τη θεμελίωση από την οικογένεια του θύματος αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης είναι η έναντι του τελευταίου (θύματος) τέλεση αδικοπραξίας. Ως αδικοπραξία δε στην περίπτωση αυτή δε νοείται μόνο αυτή που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και κάθε περίπτωση που θεμελιώνει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση διατάξεις ειδικών νόμων, όπως είναι και ο Ν. ΓΠΝ/1911. Επομένως, η οικογένεια του θύματος μπορεί να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εφόσον πληρούται το πραγματικό μιας, με την παραπάνω έννοια, αδικοπραξίας σε βάρος του θύματος από πρόσωπο, του οποίου, κατά τα ανωτέρω, έχει ασφαλισθεί η έναντι τρίτων αστική ευθύνη.

Συνεπώς, αν το τελευταίο τούτο πρόσωπο είναι το ίδιο το θύμα, δεν πληρούται το πραγματικό της αδικοπραξίας εις βάρος του, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται δικαίωμα αποζημιώσεως και εντεύθεν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας για την κάλυψη αυτής. Έτσι, στην περίπτωση που από πταίσμα του οδηγού τραυματίζεται ή θανατώνεται ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ασφαλίσεως ή ο κύριος-κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο οποίος κατά το ατύχημα είναι συνοδηγός, ο τραυματιζόμενος ή θανατούμενος δεν είναι τρίτος και ως τοιούτος δεν έχει αξίωση, είτε ο ίδιος, είτε (σε περίπτωση θανατώσεώς του) οι κληρονόμοι αυτού (μέλη της οικογένειας κατά την έννοια των άρθρων 932, 57 και 59 ΑΚ) για χρηματική ικανοποίηση (ψυχική οδύνη). Τα ανωτέρω δεν αλλοιώνονται από την ρύθμιση του άρθρ. 6 παρ. 2 του Ν. 489/76 (ΠΔ 264/91), δυνάμει της οποίας η ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβάνει και την αστική ευθύνη λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου - οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου καλύπτεται η αστική ευθύνη. Η ρύθμιση αναφέρεται σε βλάβη των ως άνω προσώπων υπό την προϋπόθεση, ότι δεν είναι αντισυμβαλλόμενος ή ασφαλισμένος (κάτοχος - ιδιοκτήτης). Τα πρόσωπα αυτά θεωρούνται "τρίτοι" με αποτέλεσμα να έχουν αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά για τη ζημία που οι ίδιοι έχουν υποστεί και μόνο σε περίπτωση θανατώσεως αυτών συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούται η οικογένειά τους να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (ΑΠ 1447/2009, πρβλ. επίσης ΑΠ 583/2014, ΑΠ 208/2012, ΑΠ 1788/2011, ΑΠ 637/2010). Επομένως, κατ’ εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 7 του Ν. 489/1976, η οποία είναι σαφής, μη παρέχουσα δυνατότητα ερμηνευτικής προσέγγισης αντίθετης με το γράμμα και το πνεύμα του κανόνα που θεσπίζει, ο ιδιοκτήτης ως συνεπιβάτης, αν τραυματισθεί ή θανατωθεί κατά το ατύχημα, έναντι της ασφαλιστικής του εταιρίας δεν είναι τρίτος γιατί είναι ασφαλισμένος. Επομένως, δεν έχει αξίωση κατά του ασφαλιστή του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είτε ο ίδιος είτε οι συγγενείς του (μέλη της οικογενείας του) επί θανατώσεως του (ΑΠ 637/2010) και συνεπώς δεν καθιδρύεται υποχρέωση του ασφαλιστή (και συνακόλουθα και του Επικουρικού Κεφαλαίου υπέχοντος θέση Ασφαλιστή) για κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι του ιδιοκτήτη ή κατόχου του ασφαλισμένου οχήματος εξ αιτίας σωματικής βλάβης του ή σε περίπτωση θανατώσεως αυτού έναντι των μελών της οικογένειάς του, που ως μέλη της οικογένειάς του κατά την ΑΚ 932 θα είχαν αξίωση ψυχικής οδύνης (AΠ 327/2005).

Από την αντιπαραβολή της διατάξεως του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, της τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, της 14ης Μαΐου 1990, η οποία επιτάσσει ότι η ασφάλιση που καλύπτει την αστική ευθύνη τη σχετική με την κυκλοφορία οχήματος πρέπει να καλύπτει την ευθύνη για τις σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού, που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος και προβλέπει την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη μόνο του οδηγού, με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976, προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 περιέχει σημαντική απόκλιση προς την ως άνω διάταξη της τρίτης οδηγίας, αφού η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 7 του Ν. 489/1976), εξαιρεί, μεταξύ άλλων, από τον ορισμό των ζημιωθέντων τρίτων κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παραγρ. 1 και 6 παρ. 2 "κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης" καθώς και εκείνο, "το οποίο έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση", και συνεπώς αποκλείεται, από την εν λόγω διάταξη η ασφαλιστική κάλυψη του κυρίου του οχήματος και ασφαλισμένου, ως τρίτου θύματος, σε ατύχημα που λαμβάνει χώρα καθ’ ον χρόνο ο ίδιος συνεπιβαίνει στο όχημα του οποίου είναι κύριος. Δεδομένου, όμως ότι η παραπάνω πρόβλεψη της εν λόγω Οδηγίας, άρθρα 1 και 2 αυτής, ανεξαρτήτως της ασάφειάς της, όπως συνάγεται και από τη σειρά προδικαστικών ερωτημάτων που έχουν υποβληθεί στο ΔΕΚ από άλλα εθνικά δικαστήρια σχετικά με την ορθή ερμηνεία της, δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, ως προς την ως άνω διάταξή της, όπως προαναφέρθηκε, υποχρέωση του ασφαλιστή (και του Επικουρικού Κεφαλαίου υπέχοντος θέση Ασφαλιστή) για κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι του ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου οχήματος εξ αιτίας σωματικής βλάβης του ή σε περίπτωση θανατώσεως αυτού έναντι των μελών της οικογένειάς του, όπως στην περίπτωση της ένδικης διαφοράς, δεν μπορεί να θεμελιωθεί, στη διάταξη της Κοινοτικής Οδηγίας 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1990, με την οποία προβλέπεται στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο αυτής ότι η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης καλύπτει τις σωματικές βλάβες όλων των επιβατών του οχήματος, πλην του οδηγού, εφόσον η ισχύς της εκτείνεται μόνο κατά του κράτους-μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, όπως είναι στην ένδικη υπόθεση η σχέση μεταξύ των αναιρεσειόντων αφ’ ενός και του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφ’ ετέρου, που είναι Ν.Π.Ι.Δ, όπως άλλωστε η επωνυμία του δηλώνει, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Εμπορίου (ΑΠ 81/2012) και τo οποίο αποτελεί Οργανισμό που προεχόντως ιδρύθηκε από το νόμο χάριν του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του παθόντος δεν είναι αρκούντως εξασφαλισμένες στην ικανοποίησή τους κατά του υπόχρεου ή υπεύθυνου για το ατύχημα και εξομοιώνεται απολύτως μετά την υπεισέλευσή του στη θέση του ασφαλιστή, ωσάν να εναγόταν τούτο από την αρχή και υπό ευρεία έννοια επιτελεί λειτουργία Ασφαλιστή αστικής ευθύνης του ζημιογόνου αυτοκινήτου (ΑΠ 34/2012, 1229/2010, 389/2002). Περαιτέρω, με τη ρύθμιση, του άρθρου 7 του Ν. 489/1976, δεν παραβιάζεται το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος που επιβάλλει την ισότητα των Ελλήνων απέναντι στο νόμο, αφού με την εν λόγω διάταξη, ο νομοθέτης δεν νομοθετεί κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων με διαφορετικό τρόπο, θεσπίζοντας αυθαίρετα διακρίσεις και εξαιρέσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας προσώπων, ούτε άλλωστε μπορεί να γίνει λόγος ότι με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται άνιση μεταχείριση μεταξύ επιβατών ασφαλισμένων αυτοκινήτων που έχουν κάποια από τις ιδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 7 και επιβατών που δεν έχουν κάποια από τις εν λόγω ιδιότητες, αφού δεν πρόκειται για ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, δεδομένου ότι στην περίπτωση του άρθρου 6 η ασφαλιστική κάλυψη καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του οχήματος, ενώ στο άρθρο 7 η ευθύνη του ασφαλισμένου ιδιοκτήτη καλύπτεται από την Ασφαλιστική Σύμβαση. Αλλά ούτε και το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει συνταγματικά το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική και οικογενειακή ζωή και προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, εφόσον ο Ν. 489/1976 ρυθμίζει την έναντι τρίτων παθόντων υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης του κυρίου, κατόχου κ.λπ., αποβλέπει δηλαδή στην προστασία τρίτων προσώπων σε περίπτωση προκλήσεως σ’ αυτά ζημιών από αυτοκίνητο και όχι του ίδιου του κυρίου του αυτοκινήτου και ασφαλισμένου, ο οποίος πάντως δύναται να συνάψει ασφάλιση για την κάλυψη των ιδίων ζημιών, η οποία είναι προαιρετική, υπό την προϋπόθεση κατάρτισης πρόσθετης ασφάλισης (ΑΠ 327/ 2005) και επί πλέον, οι τραυματισθέντες ασφαλισμένοι επιβάτες ή σε περίπτωση θανατώσεώς τους κατά το ατύχημα, τα μέλη της οικογένειάς τους, δεν εμποδίζονται και μάλιστα υπέρμετρα, να αξιώσουν αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση κατά τις κοινές διατάξεις από τον ευθυνόμενο για το ατύχημα οδηγό, ούτε τέλος, η αρχή της αναλογικότητας αρ. 25 παρ. 1 Συντ. η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται, εφόσον οι περιορισμοί που τίθενται με το άρθρο αυτό, είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου με την εν λόγω διάταξη σκοπού, που είναι η κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται σε τρίτους από το ασφαλισμένο ζημιογόνο αυτοκίνητο, για τις οποίες υπέχει αστική ευθύνη ο κύριος, κάτοχος, κάθε οδηγός ή προστηθείς για την οδήγηση ή υπεύθυνος τούτου (ΑΠ 1788/2011). Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες - οικογένεια του θύματος, Π. Κ., ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα σε τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη στην ..., στις 4-5-2009, ενώ συνεπέβαινε στο με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου, στη θέση του συνοδηγού και το οποίο όχημα ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία ... ΑΕΓΑ, στη δικονομική και ουσιαστική θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ήδη το ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ, λόγω νόμιμης αιτίας, ήδη αναιρεσίβλητο, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι ο θανών επιβάτης - ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου οχήματος και λήπτης της ασφάλισης καλυπτόμενος από την ασφαλιστική Σύμβαση του οχήματος δεν είναι τρίτος και ως εκ τούτου οι κληρονόμοι αυτού, ήδη αναιρεσείοντες, δεν έχουν αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αποζημίωσης από αδικοπραξία κατά του Ασφαλιστή ή του ειδικού διαδόχου αυτού ΕΚ, ήδη αναιρεσίβλητου, παραβίασε Α) με την εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 7 Ν. 489/1976 τις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου και ειδικότερα α) το άρθρο 2 παρ. 1 της Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπ’ αρ. 84/5/ΕΟΚ της 30-12-1983 (2η οδηγία), β) το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπ’ αρ. 72/166/ΕΟΚ της 24-4-1972 (1η οδηγία), γ) το άρθρο 1 πρώτο εδάφιο της Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπ’ αρ. 90/232/ΕΟΚ της 14-5-1990 (3η οδηγία), Β) τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υπόθεση ...10 της 1-12-2011 με πανομοιότυπη ιστορική βάση), Γ) τα άρθρα 4, 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος (αρχή ισότητας, αρχή αναλογικότητας). Επίσης, με το δεύτερο σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο παραλείποντας να εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 489/1976, άλλως τις ως άνω Κοινοτικές Οδηγίες, που όφειλε να εφαρμόσει απευθείας, διότι το ΕΚ τυγχάνει ημικρατικός οργανισμός που παρέχει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος και συνεπώς ιδρύεται κάθετη σχέση μεταξύ των αναιρεσειόντων - συγγενών και του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, με επακόλουθο την απευθείας εφαρμογή των ως άνω οδηγιών, υπέπεσε στην ίδια ως άνω πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και της από 31-5-2011 (αρ. κατ. 3901/2011) αγωγής των αναιρεσειοντων -οικογένεια του θύματος (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή η οποία απευθυνόταν Α) κατά του 1ου εναγομένου Κ. Σ., οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη, μετά την ματαίωση τη υπόθεσης ως προς αυτόν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω δήλωσης παραίτησης των εναγόντων (άρθρ. 294-297 ΚΠολΔ) και απουσίας αυτού στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και Β) κατά του ΕΚ ήδη αναιρεσιβλήτου, που υπεισήλθε στη θέση της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες συγγενείς του Π. Κ., τέκνου του 1ου και 2ης τούτων, αδελφού του 3ου και 4ου τούτων και εγγονός του 5ου και της 6ης, ισχυρίστηκαν ότι στις 4-5-2009, στην ... ο συγγενής τους επέβαινε στο με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας αυτού, στη θέση του συνοδηγού και ότι ο οδηγός, φίλος του, προκάλεσε το ένδικο τροχαίο δυστύχημα, προσκρούοντας με υπερβολική ταχύτητα σε τσιμεντένιο στηθαίο διαχωριστικής νησίδας, με συνέπεια να τραυματιστεί ο συγγενής τους και να αποβιώσει ακαριαία. Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι το εναγόμενο ΕΚ υπέχοντας θέση ασφαλιστή, οφείλει να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε κάθε γονέα και αδελφό του θύματος το ποσό των 300.000 ευρώ και στον παππού και στη γιαγιά το ποσό των 100.000 ευρώ σε καθένα και επί πλέον στον 1ο ενάγοντα 4.074,98 ευρώ ως αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας. Συνολικά οι ενάγοντες ζητούσαν το ποσό των 1.404.074,98 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό όμως η αγωγή σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν είναι μη νόμιμη, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν πραγματικά περιστατικά το θύμα, κατά το τροχαίο δυστύχημα, συγγενής των αναιρεσειόντων και επιβάτης στο ζημιογόνο όχημα, ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος αυτού.

Συνεπώς δεν θεωρείται τρίτος, κατά το άρθρο 7 του Ν. 489/1976, εφόσον η ευθύνη του καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση, που ο ίδιος είχε συνάψει με τον ασφαλιστή του και ως εκ τούτου τα μέλη της οικογένειάς του - αναιρεσείοντες, δεν έχουν αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αποζημίωσης λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του, κατά του ασφαλιστή, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ήδη το ΕΚ. Επομένως, ενόψει αυτών το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αφενός μεν την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αποζημίωση, εξαιτίας του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους, ως μη νόμιμη, εφαρμόζοντας το άρθρο 7 του Ν. 489/1976, με παρόμοια αιτιολογία, και αφετέρου έκρινε επίσης, ότι οι περιορισμοί που έθεσε η διάταξη του άρθρ. 7 Ν. 489/1976, δεν αντιβαίνουν στις τρεις ανωτέρω Οδηγίες, και στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη αυτού, δηλαδή, είτε με την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρ. 7 Ν. 489/1976 του οποίου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, είτε με τη μη εφαρμογή του άρθρ. 6 του ίδιου νόμου, του οποίου, κατά τους αναιρεσείοντες, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και συνεπώς, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, στο σύνολό του.

Κατά το άρθρ. 267 ΣΛΕΕ (Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), πρώην άρθρ. 234 ΣΕΚ (Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα άρθρ. 177 ΣΕΟΚ (Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), τα δικαστήρια των κρατών-μελών, στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σ’ αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών, που έχουν προεκτεθεί, μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους-μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα, με προδικαστική απόφασή τους, στο Δικαστήριο της Ένωσης, για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση τους (ΔΕΚ 18.7.2007, 0-119/2005, Συλλ 2007.1-06199, σκέψη 43 ΟλΑΠ 19/1999) θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ πρώην ΔΕΚ). Καθιερώνεται έτσι με το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής μια διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης, με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή ασφαλώς απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη-μέλη της Ένωσης (ΟλΑΠ 16/2013). Κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης το Δικαστήριο περιορίζεται στην αποσαφήνισή του και δεν επεκτείνεται στην εφαρμογή του στην ένδικη υπόθεση, η οποία παραμένει έργο αποκλειστικά του εθνικού δικαστηρίου, όπως άλλωστε και η ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα, που απευθύνονται από τα εθνικά δικαστήρια, απολαύουν του τεκμηρίου λυσιτέλειας στο κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο της εκκρεμούς υπόθεσης, που αυτά προσδιορίζουν με ευθύνη τους και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το ενωσιακό Δικαστήριο (ΔΕΚ 15.5.2003, C-300/2001, Συλλ 2003.Ι-4899, σκέψεις 29 και 31), ούτε και μπορεί αυτό να αρνηθεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, εκτός αν ολοφάνερα προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, που ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει σχέση με το αντικείμενο της εκκρεμούς σ’ αυτό κύριας δίκης ή πρόκειται για πρόβλημα υποθετικής φύσης ή δεν έχουν παρασχεθεί στο Δικαστήριο της Ένωσης τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία για να δώσει αυτό χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (ΔΕΚ 22.6.2006, C-419/2004, Συλλ 2006.1- 5645, σκέψη 19). Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι εξ άλλου δεσμευτική, τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα, όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια, που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση. Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται μεν ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνον έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, για τις ανάγκες της οποίας επιτρέπεται και νέα παραπομπή του ζητήματος στο Δικαστήριο της Ένωσης, αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι αντιμετωπίζει δυσχέρειες κατανόησης ή εφαρμογής της απόφασης, που εκδόθηκε ήδη σε προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα ή όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο νέο νομικό ζήτημα ή νέα στοιχεία, ικανά να το οδηγήσουν σε διαφορετική απάντηση σε ερώτημα που ήδη υποβλήθηκε (ΔΕΚ 11.6.1987, 14/1986, Συλλ 1987.2545, σκέψη 12). Παρέπεται ότι η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ’ αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 468/2016).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ουδόλως απάντησε στο αίτημα των αναιρεσειόντων, που επικουρικά είχαν προτείνει με τις από 6-12-2013 κατ’ έφεση προτάσεις τους περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), σε σχέση με το εάν το άρθρ. 7 του Ν. 489/1976 αντιβαίνει στο άρθρο 2 παρ. 1 της από 30-12-1983 με αρ. 84/5/ΕΟΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στο άρθρο 3 παρ. 1 της από 24-4-1972 με αρ. 72/166/ΕΟΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και στο άρθρο 1 πρώτο εδάφιο της από 14-5-1990 Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και εάν δίδεται καταφατική απάντηση σε τούτο το ερώτημα, την υποβολή πρόσθετου ερωτήματος για το εάν υφίσταται περιθώριο ερμηνείας του άρθρ. 7 του Ν. 489/1976, ώστε τούτο να συνάδει με το πνεύμα και τον σκοπό των ανωτέρω Οδηγιών. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης (2ος) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δεν απάντησε σε αίτημα, για να προβεί σε διαδικαστική πράξη, που εναπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά εξουσία του, όπως είναι η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από το Εφετείο, επειδή τούτο ανάγεται στην διακριτική του ευχέρεια και σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ το Εφετείο μπορούσε και δεν είχε υποχρέωση προς τούτο, διότι η απόφαση του Εφετείου υπόκειτο στο ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΑΠ 1629/2003). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 176 Κ.Πολ.Δ., η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 218/2003) και ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας, της πιο πάνω διάταξης (πρβλ. ΑΠ 685/2005, ΑΠ 859/2002). Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρω ορίου του Κώδικα Δικηγόρων. Ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 77/2014, πρβλ. επίσης ΑΠ 192/2016, ΑΠ 613/2010, ΑΠ 614/2010).

Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε εσφαλμένα το λόγο έφεσής τους, με τον οποίο είχαν παραπονεθεί κατά της πρωτόδικης εκκαλουμένης απόφασης, που τους καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΕΚ, στο υπερβολικό ποσό των 28.000 ευρώ κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας του άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ θα έπρεπε να εφαρμόσει την ουσιαστική διάταξη του άρθρ. 179 ΚΠολΔ και να συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη, διότι η υπόθεση είχε δυσχερή και δυσεπίλυτα νομικά ζητήματα, για τα οποία έχουν εκδοθεί αντιφατικές αποφάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα για το ανωτέρω ζήτημα περί δικαστικών εξόδων: "...Με τον δεύτερο λόγο εφέσεώς τους οι εκκαλούντες παραπονούνται για το ύψος της δικαστικής δαπάνης που τους επιβλήθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση. Επ’ αυτού του λόγου αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 31.5.2011 και η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15.5.2013, ενώ το αντικείμενο της αγωγής με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 1.404.074,98 €. Ο νόμος 4194/2013, με τον οποίο καταργήθηκε το μέχρι τότε ισχύον ΝΔ 3026/54 "περί Κώδικος Δικηγόρων" τέθηκε σε ισχύ στις 27.9.2013, δηλαδή μετά την κατάθεση της ένδικης αγωγής, αλλά και τη δημοσίευση της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Συνεπώς, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 100 και 107 του τότε ισχύοντος προαναφερομένου ΝΔ με τις οποίες καθορίζονταν τα ελάχιστα όρια αμοιβών, εν όψει του προαναφερομένου αντικειμένου της δίκης (που με τις ως άνω διατάξεις καθοριζόταν σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης), η εκκαλουμένη απόφαση κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου επεδίκασε στους ενάγοντες για τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου το ποσό των 28.000 € λόγω της ήττας των εναγόντων κατ’ άρθρο 176 του ΚΠολΔ, μη συντρέχοντος λόγου συμψηφισμού μεταξύ των διαδίκων της δικαστικής δαπάνης κατά την 179 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος".

Εν προκειμένω και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη η επιβολή δικαστικής δαπάνης σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Δηλαδή, εφόσον το Εφετείο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 176 ΚΠολΔ και όχι του άρθρου 179 ΚΠολΔ η περί αυτού κρίση του Εφετείου είναι ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, ο 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης που βασίζεται στην αιτίαση ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο έδει να συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη και όχι να την επιβάλει σε βάρος τους είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 176 ΚΠολΔ και μη εφαρμογής του άρθρου 179 ΚΠολΔ και του άρθρου 25 παρ. 1 Συντ/τος - Αρχή της Αναλογικότητας, καθόσον υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται n αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου ουσίας. Η αιτίαση του αυτού, ως άνω λόγου περί επιδίκασης υπερβολικού ποσού είναι αβάσιμη, καθόσον με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου ως προς την επιβολή της δικαστικής δαπάνης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 176 ΚΠολΔ και 100 και 107 του τότε ισχύοντος Ν.Δ. 3026/54 "περί Κώδικος Δικηγόρων". Επομένως ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 179 περ. β’ , 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-4-2015 (αρ. κατ. 425/2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 7831/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων μειωμένα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, τα οποία καθορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ