461/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 461 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated461/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 461 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 461 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 461/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του ενάγοντος-εκκαλούντος-καλούντος: Π. Κ. του Ε., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Πράγα Τσεχίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του εναγομένου-εφεσίβλητου - καθ’ ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κυριόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1808/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4026/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-9-2007 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1832/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε κατά το αναφερόμενο μέρος την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 683/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-1-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1078/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρεί εν μέρει και κρατεί την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για ουσιαστική εκδίκαση σε εκ νέου συζήτηση στο ως άνω Δικαστήριο.
Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου κατ’ ουσίαν συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 22-9-2014 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, εισηγητής δε ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 22-9-2014 κλήση του αναιρεσείοντος, εισάγεται νόμιμα προς περαιτέρω κατ’ ουσία εκδίκαση, κατά τα άρθρα 580 παρ-3 και 581 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ (όπως το πρώτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012 και 65 παρ. 1 Ν. 4139/2013) η από 4-10-2006 έφεση που άσκησε κατά της 1808/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1078/2014 δεύτερης αναιρετικής (εν μέρει) απόφασης του Δικαστηρίου αυτού.
II. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 10-12-2004 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στρεφόμενος κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Με την υπ’ αριθ. 1808/2006 απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και επί ασκηθείσας κατ’ αυτής από 4-10- 2006 εφέσεως η 4026/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσία η έφεση. Την εν λόγω 4026/2007 απόφαση πρόσβαλε ο εκκαλών - ενάγων με την από 12-9-2007 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1832/2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη κατά το αναφερόμενο σ’ αυτή μέρος, ήτοι κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη και η υπόθεση παραπέμφθηκε κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Με την από 12-1-2009 κλήση ο εκκαλών επανέφερε προς συζήτηση την από 4-10-2006 έφεση στο Δικαστήριο παραπομπής, το οποίο με την 683/2010 απόφαση δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσία την έφεση, εξαφάνισε την 1808/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αυτής διατάξεις, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 29.568 δολλαρίων ΗΠΑ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την αναίρεση της εφετειακής απόφασης αυτής (683/2010) ζήτησε ο ενάγων με την από 30-1-2013 αίτηση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1078/2014 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Μ’ αυτήν, κατά παραδοχή του πρώτου και έκτου αναιρετικών λόγων, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 18 Κ.Πολ.Δ., αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη 683/2010 απόφαση, ήτοι μόνον κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, καθόσον αφορά την αιτούμενη προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη, κατά ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ και δη βάσει της νεότερης 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 ΚΥΑ. Ενόψει δε του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, η υπόθεση κρατήθηκε κατά το αναιρούμενο μέρος της από το Δικαστήριο αυτό, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 580§3 (γ) ΚΠολΔ, (όπως ισχύει) προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάμβανε χώρα μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, ο δε Άρειος Πάγος δικάζει πλέον την ουσία της υπόθεσης, κατά το ρηθέν μέρος, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Συνεπώς η έφεση κατά το μέρος αυτό αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας από το αναιρετικό αυτό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο παραδεκτά εισήχθη με την αναφερθείσα στην αρχή από 22-9-2014 κλήση ενάγοντος-εκκαλούντος (αρθρ. 581§1&2 ΚΠολΔ).
III. Με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (αρθρ. 150 § 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998), ορίζεται ότι: "Ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ’ όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων". Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ.083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β731-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 του ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ’ αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι’ αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παραγρ. Ε’ και ΣΤ’ της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γ’ αυτό λόγοι. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γενικών Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου Βοηθητικού Προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν. 419/1976. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ’ της Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8%, 12% και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 §§4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 §§ 2 και 5 του παραπάνω νόμου (2594/1998) ορίστηκε ότι: "Στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται θέσεις ιδιαιτέρων γραμματέων... κλητήρων.... Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, οι οποίοι γνωρίζουν την τοπική γλώσσα. Για την πρόσληψη απαιτείται κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, μετά από πρόταση του Προϊσταμένου της εν λόγω αρχής. Με την κοινή αυτή απόφαση καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες αγοράς εργασίας. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής (παρ. 2 εδαφ. α’ , β’ ). Οι κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι: α) τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του καταβαλλομένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του, β) οι εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 131 § 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 § 5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Επομένως, οι αποφάσεις, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (αρθρ. 43 § 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες, γ) οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (2594/1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία (του Υπουργείου Εξωτερικών), διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, στο οποίο συμβατικό καθεστώς συμπεριλαμβάνεται το εν λόγω επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και οι προσαυξήσεις του για οικογενειακά βάρη, για όσους ελάμβαναν ήδη το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής το ύψος του οποίου (δυνητικά) μπορεί να αναπροσαρμόζεται με υπουργική απόφαση δ) η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για αντιμετώπιση των δαπανών στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος αυτού για όλους τους μόνιμους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μόνιμους υπαλλήλους, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου (ΑΕΔ 14/2005, ΑΠ 319/2011, 162/13, 1078/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων - εκκαλών με την ένδικη αγωγή εξέθετε ότι προσλήφθηκε την 1-12-1990 ως κλητήρας, από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδος στη Πράγα, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976, αντί μηνιαίων αποδοχών αποτελουμένων από τη μηνιαία αποζημίωση - αντίστοιχη του μισθού του εσωτερικού κλητήρα Α’ τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας -καθώς και από το, στους υπαλλήλους του Κλάδου αυτού, παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. Είναι έγγαμος με την Ι. Ν., πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, που γεννήθηκαν στις 13-4-1991 και 18-5-1994, ότι από της προσλήψεως του υπηρετεί στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Πράγα, πλην το εναγόμενο, ενώ του καταβάλλει το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, αρνείται να του καταβάλλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος αυτού (υπηρεσίας αλλοδαπής - ΕΥΑ) για δαπάνη στέγασης και οικογενειακά βάρη. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 132.852 δολλαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο τους σε ευρώ κατά την ημέρα εξοφλήσεως, για την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) με το ποσοστό του επιδόματος στέγασης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2004 και με το ποσοστό επιδόματος οικογενειακών βαρών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2004.
IV. Από την επανεκτίμηση των εγγράφων αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο την 1-12-1990 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε εγγράφως από τον ίδιο και από τον εκπρόσωπο του εναγομένου, Πρέσβη της Ελλάδος στην Πράγα της Τσεχίας, Γ. Π. κατ’ άρθρο 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976, στον παραπάνω τόπο και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως κλητήρας της εν λόγω υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών στην αλλοδαπή, με μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού του εσωτερικού κλητήρα Α’ τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2004, όπως και προηγουμένως από την 1-12-1990, ο ενάγων ελάμβανε το μισθό που συμφωνήθηκε και προβλεπόταν από τις διατάξεις του Ν. 419/1976 και του άρθρου 129 παρ. 5 του Ν. 2594/1998, που ίσχυαν αντίστοιχα μέχρι 23-3-1998 και από 24-3-1998 και εφεξής αποτελούμενο δηλαδή από το μισθό του βαθμού κλητήρα Α’ της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών και από το επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (ΕΥΑ). Tο εναγόμενο, ωστόσο, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα, όπως όφειλε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, την αύξηση του εν λόγω επιδόματος, με το ποσοστό του επιδόματος τέκνων, το οποίο ο ενάγων εδικαιούτο να λάβει, αν και γνώριζε το εναγόμενο ότι ο ενάγων ήταν πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, που γεννήθηκαν στις 13-4-1991 και 18-5-1994, αντίστοιχα. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την εκτεθείσα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως ο αναιρεσείων, διατηρούσαν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούσαν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, στο οποίο συμβατικό καθεστώς συμπεριλαμβάνεται το εν λόγω επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο κατά την πρόσληψη του αποτέλεσε περιεχόμενο και της ατομικής του σύμβασης εργασίας, και επομένως και οι προσαυξήσεις αυτού, για οικογενειακά βάρη. Συνακόλουθα, ο αναιρέσεων δικαιούται την επίμαχη προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, που χορηγήθηκε για τα οικογενειακά βάρη και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), εφόσον, κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, την δικαιούταν και μάλιστα τη δικαιούται κατά ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση για κάθε τέκνο, δεδομένου ότι η παραπάνω νεότερη 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία αύξησε τα ποσοστά που είχε χορηγήσει η ως άνω παλαιότερη ΚΥΑ, από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου σε 8%, 12% και 16%, αντίστοιχα, καταλαμβάνει, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998 και τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, οι περιοδικές κατά μήνα αξιώσεις του ενάγοντος για το Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής σχετικά με τις προσαυξήσεις του για τα οικογενειακά βάρη (επίδομα τέκνων) του χρονικού-διαστήματος από 1-1-1999 μέχρι και 31-12-2002 έχουν αποσβεσθεί, λόγω διετούς παραγραφής από τότε που γεννήθηκε η κάθε αντίστοιχη αξίωση, κατ’ άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 236271995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", όπως κρίθηκε ήδη με την 683/2010 κατά το μη αναιρεθέν μέρος της (σημειούμενου ότι με την 1832/2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη, κατά το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για δαπάνες στέγασης). Επομένως, το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2004 την αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, που χορηγήθηκε με την προαναφερθείσα 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ και ίσχυσε από 1-1-2001, με τα ποσοστά του επιδόματος τέκνων, δηλαδή κατά ποσοστό 8% στο επίδομα του Πρέσβη για κάθε τέκνο μέχρι έξι (6) ετών, κατά ποσοστό 12% στο επίδομα του Πρέσβη για κάθε τέκνο από επτά (7) ετών μέχρι δώδεκα (12) ετών και 16% για κάθε τέκνο από δεκατριών (13) ετών μέχρι δεκαοχτώ (18) ετών. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι το πρώτο τέκνο του ενάγοντος που γεννήθηκε την 13/4/1991 συμπλήρωσε την 13-4-1998 τα επτά έτη της ηλικίας του και την 13-4-2003 τα δώδεκα έτη, το δε δεύτερο τέκνο του ενάγοντος που γεννήθηκε την 18-5-1994, συμπλήρωσε την 18-5-2001 τα επτά έτη και την 18-5-2006 τα δώδεκα έτη, δικαιουμένου για την κατηγορία αυτή προσαυξήσεως 12% , για επίδομα τέκνου, υπολογιζόμενου στο επίδομα του Πρέσβη, όπως τούτο κρίθηκε ήδη αμετακλήτως με τις ρηθείσες αποφάσεις, απορριπτόμενου εντεύθεν ως αβασίμου του προβαλλομένου με τις προτάσεις της παρούσας συζητήσεως περί του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, έκτοτε δε, δηλαδή από τη συμπλήρωση του δωδεκάτου έτους ήτοι από 14-4-2003 έως 31-12-2004, καθόσον αφορά το πρώτο τέκνο, ο ενάγων δικαιούται για την αιτία αυτή προσαυξήσεως 16% μόνο για το πρώτο τέκνο, ενώ το δεύτερο δεν είχε συμπληρώσει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του, ο ενάγων δικαιούται να λάβει τα ακόλουθα χρηματικά ποσά, ως προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής με το επίδομα τέκνων, α) από 1/1/2003 μέχρι 12/4/2003: Επίδομα τέκνων επί του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβεως= (12% συν 12%= 24% επί 6.300 δολ. ΗΠΑ (το ύψος του οποίου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβεως κατά το ένδικο διάστημα δεν αμφισβητείται) = 1.512 δολ. ΗΠΑ μηνιαία, επί (3,5) μήνες= 5.292 δολ. ΗΠΑ, β) από 13/4/2003 μέχρι 31/12/2004: Επίδομα τέκνων επί του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβεως= (16% συν 12%= 28% επί 6.300 δολ. ΗΠΑ)= 1.764 δολ. ΗΠΑ ανά μήνα, επί (20,5) μήνες= 36.162 δολ. ΗΠΑ, ήτοι για επίδομα τέκνων επί του Ε.Υ.Α. για το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 μέχρι 31/12/2004, συνολικά το ποσόν των 41.454 Δολ. ΗΠΑ (5.292 δολ. ΗΠΑ συν 36.162 δολ. ΗΠΑ). Επομένως, πρέπει η έφεση κατά το ως άνω μέρος της να γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και περαιτέρω εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης απόφασης, κατά το μέρος αυτό κρατούμενης της υπόθεσης από το Δικαστήριο αυτό και ερευνωμένης της ενδίκου αγωγής κατ’ ουσίαν, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει αυτή (αγωγή) να γίνει δεκτή εν μέρει, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να υποχρεωθεί δε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το σε ευρώ ισόποσο κατά το χρόνο πληρωμής των 41.454 δολ. ΗΠΑ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας των διαδίκων και της από τον λόγο αυτόν εν μέρει κατανομής των δικαστικών εξόδων των τελευταίων, το εναγόμενο πρέπει να καταδικασθεί στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζεται στο διατακτικό, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 183, 178 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένων κατ’ αρθρ. 21 Ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά τη με αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1- 1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 4-10-2006 έφεση του ενάγοντος, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμ. 1808/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτό.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή, κατά το μέρος αυτό.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το σε ευρώ ισόποσο κατά το χρόνο πληρωμής των σαράντα μιας χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα τεσσάρων (41.454) δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει το εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίζει μειωμένα ποσόν των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ