461/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 461 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 461/2015
Legislator headnote
AI generated461/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 461 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 461/2015
Full text
Απόφαση 461 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 461/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Δ. συζ. Μ. Α., το γένος K., κατοίκου ..., 3) Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Ε. Β. του Σ., κατοίκου ..., και 5) Α. συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στυλιανή - Λίνα Καντεράκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3862/2008 μη οριστική, 5197/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6594/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/3/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 5/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. 4393Β/30.5.2014 και 4938Β/8.12.2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Χ. Π., ακριβές αντίγραφο της από 4.3.2014 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19.11.2014, καθώς και πρακτικό αναβολής για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως "μετ’ αναβολή" δικάσιμο, επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσίβλητους προς τον αναιρεσείοντα.
Μάλιστα, αφού ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, η επίδοση του πρακτικού αναβολής για τη σημερινή δικάσιμο έγινε ως εκ περισσού, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 και 226 § 4εδ γ ΚΠολΔικ). Ενόψει τούτων, ο αναιρεσείων εφόσον δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί, κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτού.
Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔικ, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996).
Μόνο αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή, για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως, οπότε και απαιτείται η κατά το άρθρο 566 § 2 ΚΠολΔικ κατάθεση της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αναίρεση στρέφεται, τόσο κατά της υπ’ αριθμ. 5197/2010 αποφάσεως, του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και κατά της υπ’ αριθμ. 6594/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔικ), έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, και κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως και το Εφετείο μετά την τυπική παραδοχή της εν λόγω εφέσεως, την απέρριψε κατ’ ουσίαν.
Επομένως η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔικ). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι απαιτείται ειδική μνεία της εκθέσεως πραγ/νης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔικ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι’ αυτό η μνεία της αποφάσεως περί λήψεως υπόψη των νομίμως προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (ΟλΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008), ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ.β του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 πεδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 § 1 ΚΠολΔικ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, η οποία πρέπει να γίνεται, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ, το οποίο αναφέρεται μεν στον τρόπο επαναφοράς των "ισχυρισμών", πλην όμως λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων, είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, δεν καλύπτεται δε η διάταξη αυτή του νόμου όταν στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις είτε περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, είτε με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 9/2000).
Τέλος ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ νοούνται οι νόμιμοι παραδεκτοί, ορισμένου και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως.
Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένες αρνήσεις ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο, σχετικό με αυτοτελή, υπό την παραπάνω έννοια, ισχυρισμό, ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά από επικύρωση της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, ως ουσιαστικά βάσιμη την περί ακυρώσεως ιδιόγραφης διαθήκης από 18.11.2004 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την ακυρότητα της νομίμως δημοσιευθείσας και κηρυχθείσας κυρίας από 10.11.2001 ιδιόγραφης διαθήκης της, σε ηλικία 86 ετών, αποβιώσασας, στις 7.6.2002, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου Ε.
Κ., που εν ζωή ήταν κάτοικος ..., γιατί η διαθήκη αυτή δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από την φερομένη ως διαθέτιδα, αλλά είχε συνταχθεί εξ ολοκλήρου από τον τετμημένο, με αυτήν, ως μοναδικό κληρονόμο αναιρεσείοντα, με επακόλουθο να είναι μη γνήσια και πλαστή.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι από τις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 11εδγ και 8εδβ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλειες, κατά τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον τέταρτο λόγο της εφέσεως, δεχθέν ως αληθινό τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι ο εναγόμενος - αναιρεσείων "δεν διατηρούσε προσωπικές σχέσεις με την διαθέτιδα και δεν την επισκεπτόταν στο Γηροκομείο της Αλεξάνδρειας, όπου ζούσε, τα τελευταία χρόνια της ζωής της", και ότι για τη διαμόρφωση του πορίσματός του αυτού δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, γιατί (κατά τις παραδοχές της προβαλλομένης), η επίκλησή τους είχε γίνει με προσάρτηση των πρωτοδίκων προτάσεων σε εκείνες του Εφετείου και με γενική αναφορά στο περιεχόμενο των προτάσεων αυτών.
Ο λόγος αυτός, ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος, προεχόντως γιατί αφορά σε λόγο εφέσεως που λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, αλλά και γιατί αναφέρεται σε περιεχόμενο σε λόγο εφέσεως ισχυρισμό, ο οποίος δεν συνιστά "πράγμα" υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια αλλά σε επιχείρημα των εναγόντων, προς στήριξη του καταγομένου σε δίκη δικαιώματος τους προς αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης.
Προσέτι οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες δεν λήφθηκαν υπόψη τα προς απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού αποδεικτικά μέσα, των οποίων γινόταν επίκληση στις πρωτόδικες προτάσεις, που ενσωματώθηκαν σε εκείνες του Εφετείου, δεν ιδρύουν την επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αφενός μεν γιατί αφορούν σε αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, που όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων δεν προσκομίστηκαν με τον επιβαλλόμενο από το άρθρο 240 ΚΠολΔικ τρόπο, δηλαδή είτε με τις προτάσεις αυτές (του Εφετείου) είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των πρωτόδικων προτάσεων, αλλά με ενσωμάτωση σ’ αυτές των εν λόγω πρωτόδικων, προτάσεων, αφετέρου δε γιατί αφορούν σε επιχείρημα των εναγόντων και όχι σε απόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την ίδια διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του δικανικού του πορίσματος, ως προς την εγκυρότητα της ένδικης διαθήκης, δέχθηκε τα πορίσματα της έκθεσης της τεχνικής συμβούλου των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, γραφολόγου Μ.
Κ., που θεώρησε αξιόπιστα, ενώ δεν έλαβε υπόψη τις καταλήγουσες σε αντίθετο πόρισμα γραφολογικές εκθέσεις των Μ. Μ. και Δ., καθώς και τη γραφολογική έκθεση του Κ., που διατυπώνει επιφυλάξεις, ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της ένδικης διαθήκης. Οι αιτιάσεις αυτές αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο λαμβανομένου υπόψη και του ότι ενόψει του συστήματος της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων που ισχύει στον ΚΠολΔικ κατά τη διάταξη του άρθρου 340 η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι τεχνικές εκθέσεις ως γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρ. 390) ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίνει μεγαλύτερη πίστη στο ένα ή το άλλο αποδεικτικό μέσο.
Εξάλλου, από την αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης σε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις τεχνικές αυτές εκθέσεις (φύλλο 6β) δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι οι εν λόγω εκθέσεις, πλην εκείνης του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντα Μ.
Μ., που, όπως έχει ήδη εκτεθεί, δεν είχε προσκομισθεί νόμιμα, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές, νόμιμα προσκομισθείσες, αποδείξεις για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την ακυρότητα της ένδικης διαθήκης. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, κατά το ερευνώμενο πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί.
Με το δεύτερο μέρος, του ίδιου δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθώς και του αριθμού 8γ του ίδιου άρθρου για το λόγο ότι το Εφετείο για την απόδειξη του ζητήματος της εγκυρότητας ή μη της ένδικης διαθήκης, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, των οποίων η επίκληση είχε γίνει με τον προαναφερθέντα στον πρώτο αναιρετικό λόγο τρόπο (ήτοι με προσάρτηση των πρωτόδικων προτάσεων σε εκείνες του Εφετείου και με γενικόλογη αναφορά στο περιεχόμενό τους), καθώς και τους περιεχομένους και επαναφερθέντες με τον ίδιο τρόπο ισχυρισμούς που αφορούσαν το εν λόγω ζήτημα και περιείχοντο στις πρωτόδικες προτάσεις.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η επαναφορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των αποδεικτικών μέσων και των ισχυρισμών γίνεται με τον αναφερόμενο στο άρθρο 240 ΚΠολΔικ τρόπο, πράγμα το οποίο δεν συνέβη στην ένδικη περίπτωση και γιαυτό το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τα περιεχόμενα στις πρωτόδικες προτάσεις αποδεικτικά μέσα και ισχυρισμούς δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες πλημμέλειες της μη λήψεως υπόψη, παρά το νόμο, αποδείξεων και πραγμάτων που προσκομίσθηκαν και αντίστοιχα, προτάθηκαν, νόμιμα.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή κατά τα άρθρα 249 και 250 ΚΠολΔικ, παρέχεται η δυνατότητα και δεν θεσμοθετείται υποχρέωση, αναβολής συζήτησης της υπόθεσης, με απόφαση πάντοτε του δικαστηρίου, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του διαδίκου, εφόσον για προκριματικό ζήτημα της δίκης υφίσταται εκκρεμής δίκη σε άλλο πολιτικό δικαστήριο (249), ή εφόσον υφίσταται εκκρεμής ποινική αγωγή, η οποία επηρεάζει τη διάγνωση της αστικής δικαιολογικής σχέσης.
Η αναβολή, η οποία μπορεί να διαταχθεί και στην κατ’ έφεση δίκη, απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την προς τούτο απόφασή του, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον ‘ Αρειο Πάγο. ‘ Άλλος λόγος αναβολής μετά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν προβλέπεται στον ΚΠολΔικ, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 241 προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο με σχετικό αίτημα του διαδίκου, που αν γίνει δεκτό, εφόσον υπάρχει κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου σπουδαίος λόγος, σημειώνεται στο πινάκιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος, που υποβλήθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην αλλαγή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ο οποίος δεν είχε λάβει γνώση του φακέλου της υποθέσεως και προσέτι ήταν υπερασπιστής του την ημέρα της δικασίμου σε ποινική δίκη και ότι λόγω απορρίψεως του αιτήματος αυτού ο αναιρεσείων στερήθηκε της δυνατότητας για νόμιμη επαναπροσκομιδή και επανυποβολή στο Εφετείο των αποδεικτικών μέσων και των ισχυρισμών, που είχαν αντίστοιχα προσκομισθεί και υποβληθεί πρωτόδικα, με αποτέλεσμα την παραβίαση του δικαιώματος υπερασπίσεως του και της δυνατότητάς του για πρόσβαση στη δίκη, με την επαναφορά των ισχυρισμών του και των αποδεικτικών του μέσων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως γιατί η περί αναβολής - αναστολής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αλλά και γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι μετά τη συζήτηση της υπόθεσης προβλέπεται λόγος αναβολής για σπουδαίο λόγο, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αναβολή - αναστολή της δίκης προβλέπεται μόνο για τις περιπτώσεις των άρθρων 249 και 250 ΚΠολΔικ και ενόψει τούτου οι επικαλούμενες στο λόγο αυτό και από τις διατάξεις των αριθμών 8, 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς, καθόσον έχουν ως προαπαιτούμενο την βασιμότητα των αναφερομένων στην απόρριψη του αιτήματος αναβολής αιτιάσεων.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔικ. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.3.2014 αίτηση του Ι. Σ. του Ο. κατά των Ε. Κ. του Ν., Δ. συζ. Μ. Α. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6594/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της υπ’ αριθμ. 5197/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ