461/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 461 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 461/2011
Legislator headnote
AI generated461/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 461 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 461/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 461 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 461/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο" (ΝΑΤ), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρό του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Β., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου του αποβιώσαντος πατέρα του Λ. Χ., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σμυρνιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Δεκεμβρίου 1990 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 624/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1029/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν το αναιρεσείον με την από 2 Ιουλίου 2007 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 84 του ν. 792/1978, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 913/1978 (ΦΕΚ Α' 220): "1. Οι ναυτικοί μέλη συγκροτημένων πληρωμάτων Ελληνικών πλοίων, και αντιστοίχως οι πλοιοκτήται τούτων, καταβάλουν τακτικάς μηνιαίας εισφοράς ως ακολούθως: α').... β').... γ')... Οι πλοιοκτήται υποχρεούνται εις καταβολήν προς το Ν.Α.Τ. της ιδίας αυτών εισφοράς ως και της εισφοράς των ναυτικών δια το σύνολον της οργανικής συνθέσεως του πληρώματος του πλοίου δι' όλον τον χρόνον της ισχύος του ναυτολογίου... Δια την εν γένει καταβολήν προς το Ν.Α.Τ. των ανωτέρω οφειλομένων ή βεβαιουμένων εισφορών ευθύνονται αλληλεγγύως, μη χωρούσης της ενστάσεως της διζήσεως, άπαντες οι εν παραγράφω 6 του άρθρου 86 του παρόντος νόμου αναφερόμενοι υπόχρεοι....". Εξ άλλου, το άρθρο 86 του ίδιου ν. 792/1978, ορίζει ότι: "1. Παν πλοίον, μη εξαιρουμένων των εις την υπηρησία του Κράτους ανηκόντων ή χρησιμοποιουμένων υπ' αυτού τοιούτων, ως και των θαλαμηγών αναψυχής άνω των εκατό κόρων, υποχρεούται να εφοδιασθεί δια ναυτολογίου. 2. ... 3. ... Ο υπολογισμός, η εκκαθάρισις και η βεβαίωσις των εκ του ναυτολογίου οφειλομένων εισφορών ενεργείται υπό της ναυτιλιακής αρχής ή του Ν.Α.Τ., εκδιδομένου παρά του τελευταίου του σχετικού φύλλου εκκαθαρίσεως. 4. ... 5. ... 6. Δια τας εκ του ναυτολογίου οφειλομένας ή βεβαιούμενος εισφοράς εν γένει, ευθύνονται αλληλεγγύως, μη χωρούσης της ενστάσεως της διζήσεως α) Άπαντες οι κατά καιρούς πλοιοκτήται, δια τα προ της χρονολογίας της παρ' αυτών μεταβιβάσεως της κυριότητος του πλοίου οφειλόμενα δικαιώματα, ως και οι διάδοχοι αυτών, β) Οι εφοπλισταί δια τον χρόνον της παρ' αυτών εκμεταλλεύσεως του πλοίου, γ) Επί συμπλοιοκτησίας, έκαστος συμπλοιοκτήτης κατά τον λόγον κυριότητος του επί του πλοίου, οι δε διαχειρισταί δια τον χρόνον της διαχειρήσεώς των εις ολόκληρον, και δ) Οι διευθυνταί, διαχειρισταί και εν γένει εκπρόσωποι πάσης φύσεως εταιριών ή επιχειρήσεων εκμεταλλευομένων τα πλοία και εις ολόκληρον έκαστος. Δια το Ν.Α.Τ. ως εκπρόσωποι των πλοιοκτητών νοούνται και οι εν Ελλάδι πράκτορες ή πληρεξούσιοι τούτων, ευθυνόμενοι μόνον δια τας συναλλαγάς, τας οποίας διενήργησαν μετά του Ν.Α.Τ., εφόσον ανέλαβαν εγγράφως προσωπικήν ευθύνην δια τας εκάστοτε οφειλάς των υπ' αυτών εκπροσωπουμένων προσώπων". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι, για οφειλές ναυτικής εταιρίας από εισφορές ναυτολογίου έναντι του Ν.Α.Τ. ευθύνονται, εκτός των άλλων, και οι ορισθέντες εκπρόσωποι της ναυτικής εταιρίας και μάλιστα, επί περισσοτέρων, από κοινού και εις ολόκληρον ο καθένας, εφόσον δε οι εκπρόσωποι αυτοί είναι εταιρίες, δεν ευθύνονται παράλληλα προς αυτές οι διευθυντές, οι διαχειριστές και οι εν γένει πάσης φύσεως εκπρόσωποι τους, καθόσον τούτο συμβαίνει μόνο στην περίπτωση εταιριών ή επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται πλοία, όχι δε και στην περίπτωση των εταιριών που εκπροσωπούν τέτοιες εταιρίες ή επιχειρήσεις. Μόνο δε στην περίπτωση που ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκπροσωπούσας εταιρίας ήθελε δεσμευθεί να ευθύνεται παραλλήλως προς αυτήν για εισφορές ναυτολογίου με έγγραφη δήλωσή του προς το Ν.Α.Τ., θα μπορούσε να τύχει ανάλογης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 6 περ. δ' εδ. β' του κ. ν. 792/1978, με το οποίο καθορίζονται οι υποχρεώσεις του πράκτορα και του πληρεξουσίου αυτού έναντι των εκπροσωπουμένων προσώπων ως προς τις οφειλές τους έναντι του Ν.Α.Τ., οπότε και θα μπορούσε το τελευταίο με το φύλλο εκκαθαρίσεώς του (άρθρο 90 παρ. 1β του κ. ν. 792/1978) να καταλογίσει σ' αυτόν ή στην εκπρόσωπο εταιρία ασφαλιστικές εισφορές, όχι όμως και όταν μια τέτοια δέσμευση γίνεται για την περίπτωση που παύσει να υφίσταται η εκπρόσωπος εταιρία και τούτο δεν συμβαίνει κατά το χρόνο εκδόσεως του φύλλου εκκαθαρίσεως του Ν.Α.Τ. με το οποίο καταλογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της ανακοπής του δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου, που είχε ασκήσει κατ' άρθρο 71 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, ως εφαρμοζομένου και εν προκειμένω, κατ' άρθρο 88 παρ. 6 του ΚΝ 729/1978, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Η παναμαϊκή εταιρία με την επωνυμία "VICENCI SHIPBROKERS S.A." τυγχάνει πλοιοκτήτρια του δεξαμενόπλοιου "Κ.", νηολ. Πειραιά…, το οποίο με την υπ' αριθμ. 54250/1975 απόφαση των Υπουργών Συντονισμού, Προγραμματισμού και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο 449/5-4-1976 ΦΕΚ, εγκρίθηκε να διέπεται υπό των εκάστοτε κειμένων διατάξεων που θα έχουν εφαρμογή καθόλη τη διάρκεια της παραμονής του πλοίου υπό ελληνική σημαία, θεωρουμένου ως κεφαλαίου εξωτερικού. Με το από 1-12-1975 έγγραφο της η πλοιοκτήτρια εταιρία γνωστοποίησε προς το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, το Υπουργείο Οικονομικών και το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.), ότι εκπρόσωπο της στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 2687/1953, για το νηολογηθησόμενο πλοίο "Κ.Α.Μ.Π.Ο.Σ." διορίζει την εδρεύουσα στον Πειραιά εταιρία "Α. Χ. και Σία", η οποία θα είναι υπεύθυνη εις ολόκληρον για την εκκαθάριση και εξόφληση των προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ιδρύματα Ε.Ν. και Ο.Τ.Ε. οφειλών του ανωτέρω πλοίου τακτικώς και εμπροθέσμως, καθώς και κατά το χρόνο της αλλαγής της σημαίας της εκούσιας ή αναγκαστικής εκποιήσεως τούτου σε αλλοδαπούς ή ημεδαπούς ή της βυθίσεώς του. Ακολούθως, η ορισθείσα εκπρόσωπος εταιρία "Α. Χ. και Σία" με το υπό ίδια ημερομηνία (1-12-1975) έγγραφο της, υπογεγραμμένο από τον Διευθυντή αυτής Λ. Χ., δήλωσε ότι αποδέχεται το διορισμό της ως εκπροσώπου και την εις ολόκληρον ευθύνη της για τις οφειλές του εν λόγω πλοίου, παραιτούμενη του ευεργετήματος της διζήσεως και ότι σε περίπτωση που η εταιρία αυτή παύσει να υφίσταται, μέχρι του διορισμού νέου εκπροσώπου την εις ολόκληρον ευθύνη για τις οφειλές του πλοίου αναλαμβάνει ατομικά ως φυσικό πλέον πρόσωπο ο υπογράφων Λ. Χ.. Σημειωτέον, ότι ο Λ. Χ. (ανακόπτων) συμμετείχε ως ετερόρρυθμος εταίρος και διετέλεσε διευθυντής της εταιρίας "Α. Χ. και Σία" από το έτος 1957 μέχρι της τροποποιήσεως του καταστατικού της εταιρίας αυτής την 27-12-1984, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς. Με το υπ' αριθμ. 16/Μ/2421/1982 φύλλο εκκαθαρίσεως, το οποίο εξέδωσε το καθού Ν.Α.Τ., καθορίσθηκαν οι εισφορές εκ του ναυτολογίου του πλοίου "Κ." και με βάση αυτό βεβαιώθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος από το Δημόσιο Ταμείο Γενικών Εσόδων Πειραιώς, οφειλή ύψους 1.373.972 δραχμών, την πληρωμή της οποίας επιτάχθηκε να καταβάλει δια της από 12-10-1987 ατομικής ειδοποιήσεως". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του κατέληξε το Εφετείο στο πόρισμα, ότι υπόχρεη για την πληρωμή της επιβληθείσας από το καθού εισφοράς του πλοίου "Κ." ήταν η εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρίας στην Ελλάδα εταιρία "Α. Χ. και Σία" και όχι ατομικώς ο ανακόπτων διευθυντής αυτής Λ. Χ., ακολούθως δε απέρριψε την έφεση του αναιρεσίβλητου, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την ανακοπή του δικαιοπαρόχου αυτού. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 86 παρ. 6 περ. δ' του Κ.Ν. 792/1978, εφόσον σύμφωνα με τις παραδοχές του, εκπρόσωπος στην Ελλάδα της αλλοδαπής πλοιοκτήτριας εταιρίας του πλοίου "Κ." και δηλωθείσα έναντι του ΝΑΤ ως υπόχρεη για ασφαλιστικές εισφορές ναυτολογίου του πλοίου αυτού ήταν η άνω ετερόρρυθμη εταιρία και όχι ο διευθυντής αυτής Λ. Χ. (ανακόπτων), ο οποίος μεν δεσμεύθηκε ατομικώς έναντι του ΝΑΤ για τις εν λόγω υποχρεώσεις της, για την περίπτωση όμως που έπαυε να υφίσταται η τελευταία, γεγονός που δεν συνέβαινε κατά το χρόνο εκδόσεως του παραπάνω φύλλου εκκαθαρίσεως ασφαλιστικών εισφορών, σε τρόπον ώστε οι τελευταίες να μπορούν να καταλογισθούν μόνον εις βάρος της εκπροσώπου εταιρίας και όχι και κατά του ανακόπτοντος διευθυντού της, βάσει των όσων εκτίθενται στη μείζονα σκέψη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ή προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους. Και έχει μεν υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του Συντάγματος να αιτιολογεί την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς του αποδεικτικού μέσου. Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις που προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του ενώπιόν του, τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαφορετικά η εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη: α) το υπ' αριθμ. 3113.1.516/1/03 έγγραφο του ΥΕΝ προς το ΝΑΤ, β) το υπ' αριθμ. 301107/5-84 Σήμα του ΥΕΝ προς το ΝΑΤ, γ) το υπ' αριθμ. 3113.1.516/1/02 έγγραφο του ΥΕΝ προς το ΝΑΤ, δ) την από 1.12.1975 δήλωση διορισμού εκπροσώπου της παναμαϊκής πλοιοκτήτριας εταιρίας του πλοίου "Κ.", ε) την από 1-12-1975 δήλωση αποδοχής διορισμού εκπροσώπου της εταιρίας "Α. Χ. και Σία" και στ) τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στην υπ' αριθμ. 13/2004 εισηγητική έκθεση του δικαστή που διορίσθηκε για τη διεξαγωγή αποδείξεων με την υπ' αριθμ. 935/1991 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη, τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην άνω εισηγητική έκθεση, καθώς και όλα τα έγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το παραπάνω αποδεικτέο γεγονός, και τις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά και τα προμνησθέντα έγγραφα, για ορισμένα μάλιστα εκ των οποίων κάνει εκτενή αναφορά. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο εξετίμησε εσφαλμένως τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις εσφαλμένες παραδοχές του, ως προς τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02 Ιουλίου 2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 258/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις15 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ