Legislator Case Law & Legislation
461/2010 AI generated

461/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 461/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

461/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Keywords

AI generated
international agreements on transport European Economic Interest Grouping aegean Sea act of accession of Greece generalized tariff preferences conversion rates for the ECU
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 461 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 461/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Α.Ν.Ε.Ζ. ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Λιούλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων πόλεως ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Σιγάλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 24-4-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται και όταν το δικαστήριο προχωρεί σε παραδοχές πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, δεν απαιτείται όμως να αξιολογούνται τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιό συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο στήριξε τις πραγματικές παραδοχές, σχετικά με την αντένσταση των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών τους, στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και στα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, από το διοικητικό της συμβούλιο το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό ή δια του διοικητικού της συμβουλίου η εκπροσώπησή της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο.

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες προς αυτές των άρθρων 118, 216 παρ. 1α, 224 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι σε αγωγή κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως αναληφθείσας από αυτό αλλά και σε ένσταση ή αντένσταση, με τις οποίες γίνεται επίκληση τέτοιας συμβάσεως για τη θεμελίωση του περιεχόμενου σ' αυτές αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν απαιτείται να αναφέρονται και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσώπησαν το νομικό πρόσωπο κατά τη σύναψη της συμβάσεως καθώς και τα στοιχεία της νόμιμης εκπροσωπήσεώς του.

Αν όμως αμφισβητείται η σύναψη της συμβάσεως ή το κύρος της λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, ο επικαλούμενος τη σύμβαση, πρέπει να καθορίσει με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή αν πρόκειται για ένσταση ή αντένσταση, με την προσθήκη των προτάσεων, το πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτισή της και δήλωσε κατά το νόμιμο τούτο τρόπο τη σχετική βούλησή του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο από το οποίο εκπροσωπήθηκε το νομικό πρόσωπο καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο το πρόσωπο αυτό απέκτησε την εξουσία εκπροσωπήσεως ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Εάν, όμως, δεν αμφισβητήθηκε το κύρος της συμβάσεως, τέτοια υποχρέωση του δικαστηρίου δεν υπάρχει και δεν καθίσταται ανεπαρκής η αιτιολογία του στην περίπτωση που δεν παραθέσει σ' αυτήν τα προαναφερόμενα στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα εξής:

Με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι, εκθέτοντας ότι είχαν προσληφθεί από την αναιρεσείουσα με συμβάσεις ναυτολογήσεως και παροχής ναυτικής εργασίας, ο πρώτος ως αξιωματικός-υποπλοίαρχος καταστρώματος και ο δεύτερος ως ναύτης καταστρώματος στο Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο της αναιρεσείουσας "Ζ... Ι." και ότι παρείχαν σ' αυτό υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και αργίες, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει για τις αιτίες αυτές τις εκτιθέμενες διαφορές αποδοχών για τα έτη 2001 και 2002.

Η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 289 και 291 του ΚΙΝΔ ετήσιας παραγραφής, ενώ οι αναιρεσίβλητοι πρότειναν την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνωρίσεως των ένδικων απαιτήσεών τους από την εναγομένη και ειδικότερα από τον πρόεδρο του ΔΣ και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής κατά την ενώπιον της Λιμενικής Αρχής ...

συνάντησή τους. Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε το κύρος της αναγνωρίσεως αυτής λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεώς της από το ως άνω πρόσωπο. Το Εφετείο, σχετικά με την εν λόγω αντένσταση δέχτηκε ότι στη σύσκεψη που συγκάλεσε ο Λιμενάρχης ... στις 19-9-2002 με αντικείμενο τα οικονομικά προβλήματα του πληρώματος του Ε/Γ/-Ο/Γ "Ζ...

Ι" με τη συμμετοχή της εργοδοσίας και των εκπροσώπων των ναυτεργατών ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, Πρόεδρος του ΔΣ αυτής, υποσχέθηκε ότι θα δοθούν στους εργαζόμενους οι οφειλόμενες από την εφαρμογή της ΣΣΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Πλοίων διαφορές αποδοχών, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η αναιρεσείουσα αναγνώρισε τις αναφερόμενες στην αγωγή αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 του ν. 2190/1920 και επιπλέον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της διακοπής της ετήσιας παραγραφής των ένδικων αξιώσεων και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει και τον τρόπο με τον οποίο ο Πρόεδρος του ΔΣ της αναιρεσείουσας ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας απέκτησε την εξουσία εκπροσωπήσεώς της, ενόψει του ότι η τελευταία δεν αμφισβήτησε με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το κύρος της επικαλούμενης από τους αναιρεσίβλητους με την αντένστασή τους, αναγνωρίσεως των ένδικων αξιώσεων λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως αυτής.

Επομένως, ο σχετικός από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 170 παρ. 1 του ΝΔ 187/1973 "περί του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου", με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως του αρμόδιου Υπουργού, καθορίζονται α) οι κατηγορίες των δρομολογια-κών γραμμών προς εξυπηρέτηση της μεταφοράς επιβατών μεταξύ των ελληνικών λιμένων και β) η αρμοδιότητα προς δρομολόγηση πλοίων και καθορισμό δρομολογίων στις γραμμές αυτές.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1ε του ΠΔ 814/1974 "περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητας δρομολογήσεως", που εκδόθηκε με βάση την ως άνω νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά την εφαρμογή του διατάγματος αυτού και με τον όρο δρομολογιακή γραμμή νοείται η σειρά των λιμένων ή σημείων προσεγγίσεως του επιβατηγού πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής.

Εξάλλου, οι από 6-4-2001 και 8-3-2002 ΣΣΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων, που κυρώθηκαν με τις ΥΑ 352/2001 (ΦΕΚ Β' 783) και 3525/2002 (ΦΕΚ Β' 498), εφαρμόζονται επί των πλοίων, τα οποία εκτελούν πλόες αποστάσεως άνω των τριάντα ναυτικών μιλίων, ενώ για τα πλοία (πορθμεία), που εκτελούν πλόες μέχρις αποστάσεως τριάντα ναυτικών μιλίων, εφαρμόζεται η ΣΣΕ για τις αμοιβές πληρωμάτων πορθμείων εσωτερικού.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ως πλόες αποστάσεως μέχρι 30 ναυτικών μιλίων ή άνω των 30 ναυτικών μιλίων από την αφετηρία, στο λιμένα προορισμού, νοείται το σύνολο της δρομολογιακής γραμμή, όπως προκύπτει αυτή από τη σχετική διοικητική πράξη περί δρομολογήσεως του συγκεκριμένου πλοίου και είναι αδιάφορο αν το δρομολόγιο κατά την εκτέλεσή του πραγματοποιείται κάθε φορά εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος.

Περαιτέρω, το μήκος της δρομολογιακής γραμμής, το οποίο έχει σημασία για την εφαρμοστέα κάθε φορά ΣΣΕ ή ΥΑ, προκύπτει αφού συνυπολογισθούν και οι αποστάσεις των ενδιαμέσων λιμένων, στους οποίους προσεγγίζει το πλοίο κατά τα αναφερόμενα στη διοικητική πράξη δρομολογήσεως αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε και τα ακόλουθα:

Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν με συμβάσεις ναυτικής εργασίας ως αξιωματικός- υποπλοίαρχος καταστρώματος ο 1ος και ναύτης καταστρώματος ο 2ος για να απασχοληθούν στο πλοίο Ε/Γ - Ο/Γ "Ζ... Ι." της πλοιοκτήτριας αναιρεσείουσας, με αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Ναυτικής Εργασίας.

Το πλοίο αυτό της αναιρεσείουσας εκτελούσε αρχικά το δρομολόγιο ...-...-... εκτελώντας πορθμειακούς πλόες, αφού η απόσταση ...-... είναι μικρότερη από 30 ναυτικά μίλια. Όμως, από την 1-6-2001 το δρομολόγιο του πλοίου επεκτάθηκε στις δρομολογιακές γραμμές ...- ... και ... . Η απόσταση ...-...-... (και ...) είναι μεγαλύτερη των 30 ναυτικών μιλίων.

Με βάση τα περιστατικά αυτά έκρινε ακολούθως, ότι το πιο πάνω πλοίο, στο οποίο εργάζονταν οι αναιρεσίβλητοι, εκτελούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-6-2001 μέχρι 30-11-2002, ακτοπλοϊκούς πλόες και κατά συνέπεια έπρεπε στις ένδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας και για τον υπολογισμό των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, να εφαρμοσθούν οι από 6-4-2001 και 8-3-2002 ΣΣΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων και όχι εκείνη των πληρωμάτων πορθμείων εσωτερικού, την οποία εφάρμοζε η αναιρεσείουσα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, των εφαρμοστέων στις ένδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας, Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.

Επομένως και ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι σχετικές πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 62/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ