Supreme Court dismisses appeal on medical evidence errors, ruling lower court's conclusion was correct despite flawed reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision rejecting a medical claim. The appellant argued the appellate court erred in its assessment of limb asymmetry evidence and procedural irregularities. The court held that although the appellate court's reasoning contained errors, its final conclusion on the medical facts was correct based on the totality of evidence, warranting dismissal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if filed timely, but grounds must be substantiated; if the lower court's conclusion is correct despite flawed reasoning, the appeal is dismissed without remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 460 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 460/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ψ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κωτσόπουλο, που ανακάλεσε την από 22/12/2012 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 22/12/2012 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1102/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1048/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/10/2021 αίτησή του και τους από 15/12/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 4-10-2021 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ .../2021, ΕΑΚ .../2021, Αριθ. Δικ. 1905/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 1048/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 6-3-2020 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1102/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι από 15-12-2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 20-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 178/2022) και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, καθώς και στην πληρεξούσια δικηγόρο αυτής, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (βλ. τις 5419Γ/20-12-2022 και 5420Γ/21-12-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Θ. Κ., αντίστοιχα), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 τροποποιήθηκε από το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, που ισχύει από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του Ν. 4842/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 236/2020) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή πρόκληση ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που όφειλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, την οποία αν κατέβαλε θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.
Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, οι οποίες συντρέχουν ταυτοχρόνως, θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 237/2016). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1.../1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 424/2012) και, συγχρόνως, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011).
Κατ` εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016).
Μάλιστα, ο ιατρός οφείλει να παρέχει την ιατρική του συνδρομή όχι μόνο, όπως ορίζει το άρθρο 330 ΑΚ, δηλαδή κατά το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, αλλά με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 1683/2014).
Περαιτέρω, η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκάλεσε σε ασθενή κατά την παροχή σ` αυτόν των ιατρικών υπηρεσιών του εμπίπτει και στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007, που καθιερώνει νόθο αντικειμενική ευθύνη για τον υπαίτιο ιατρό, αφού και αυτός παρέχει τις ιατρικές υπηρεσίες του κατά τρόπο ανεξάρτητο, δηλαδή χωρίς να υπόκειται σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του ασθενούς, αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει ο ίδιος τον τρόπο της παροχής των υπηρεσιών του (ΑΠ 424/2012, ΑΠ 1227/2007).
Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με τη σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική, επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν σχετικής εκ των προτέρων ενημέρωσής του ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, μπορεί δε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ανακαλέσει ελεύθερα και οποτεδήποτε τη συναίνεσή του.
Έτσι, πέραν των παραπάνω υποχρεώσεων του ιατρού, κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης υφίσταται υποχρέωσή του να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, συνιστά δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού, ώστε να μπορεί να λαμβάνει ελεύθερα τις αποφάσεις του για την υποβολή του στις μεθόδους και πρακτικές αυτές ή όχι.
Παραβίαση δε του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 330, 652 και 914 του ΑΚ.
Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη του ιατρού και υποχρέωσή του γι' αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται.
Τέτοιος δε αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει στην ως άνω περίπτωση, όταν ο ιατρός παραλείπει να ενημερώσει τον ασθενή σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών της ιατρικής πράξεως που πρόκειται να επιχειρήσει στον ασθενή, έστω κι αν υπάρχει γι' αυτό συναίνεση του τελευταίου, αφού η συναίνεση αυτή δεν είναι έγκυρη, ελλείψει της απαιτούμενης ενημέρωσης, με ενδεχόμενο η έλλειψη της ενημέρωσης αυτής να μην αποτρέψει τον ασθενή από την επέμβαση που πρόκειται να υποβληθεί, υποβαλλόμενος δε στην τελευταία, να υποστεί βλάβη του σώματος και της υγείας του, με αντίστοιχη περιουσιακή και ηθική ζημία συνεπεία τούτου (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 687/2013, ΑΠ 424/2012).
Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 16/2022).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, ενώ ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτών (ΑΠ 13/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη), η οποία σήμερα είναι 36 ετών, γεννήθηκε στη Γερμανία, όπου ζούσε μέχρι πρόσφατα ...
Το έτος 2003, διαγνώστηκε ότι έπασχε από λιποίδημα κάτω άκρων (ανώμαλη κατανομή λιπώδους ιστού), ήδη στο δεύτερο στάδιο. Ο θεράπων ιατρός της στη Γερμανία, της συνέστησε για την αντιμετώπιση της ασθένειάς της, ώστε να μειωθεί ο όγκος και το πρήξιμο στα κάτω άκρα της, τη χρήση αρχικά ειδικής κάλτσας και αν δεν υπάρξει αποτέλεσμα, επέμβαση λιποαναρρόφησης.
Σε ταξίδι της στην Ελλάδα, τον Δεκέμβριο του έτους 2013, της συνέστησαν, ως ειδικό σε τέτοιου είδους επεμβάσεις τον πρώτο εναγόμενο (ήδη εκκαλούντα). Ο εκκαλών, είναι ιατρός, με την ειδικότητα του ωτορινολαρυγγολόγου, όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτοκόλλου .../17-5-2012 απόφαση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας.
Στα πλαίσια της ανωτέρω ειδικότητάς του, συμμετείχε σε πλήρες πρόγραμμα κλινικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων της Κλινικής Πλαστικής Χειρουργικής ΑΠΘ στο Γ.Ν. Παπαγεωργίου (Γενικό χειρουργείο, χειρουργείο βραχείας νοσηλείας, χειρουργείο μικροεπεμβάσεων - Laser, χειρουργείο επειγόντων περιστατικών, τακτικά εξωτερικά ιατρεία, ενδοκλινικά μαθήματα, εφημερίες), όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-5-2010 βεβαίωση της Κλινικής Πλαστικής Χειρουργικής του ΑΠΘ..., ενώ έχει παρακολουθήσει και εκπαιδευτικά προγράμματα αισθητικής ιατρικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δίχως, όμως, να έχει λάβει στην Ελλάδα την ειδικότητα του πλαστικού χειρουργού.
Αν και δεν έχει την ειδικότητα του πλαστικού χειρουργού, η οποία αποτελεί ξεχωριστή ειδικότητα, που περιλαμβάνει τη διενέργεια κανονικών χειρουργικών επεμβάσεων με ολική αναισθησία, ο εκκαλών, μπορούσε να προβαίνει στη διενέργεια μικροεπεμβάσεων αισθητικής φύσεως με τη χρήση μηχανημάτων λέιζερ. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (έτη 2013 - 2014) ο εκκαλών εργαζόταν ως επιστημονικός συνεργάτης στο κέντρο αισθητικής "SMART LIPO SOLUTION", ιδιοκτησίας της συζύγου, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη.
Σε συνάντηση που είχε η εφεσίβλητη (ενάγουσα) με τον εκκαλούντα, στο ιατρείο του στο ως άνω κέντρο αισθητικής, συμφώνησαν να προχωρήσουν σε αναίμακτη επέμβαση αρχικά στην περιοχή των κνημών της. Ως κατάλληλη θεραπεία λιποαναρρόφησης στην περιοχή των κνημών ο πρώτος εναγόμενος πρότεινε στην ενάγουσα, τη διενέργεια λιπόλυσης (διάλυσης του λίπους), η οποία αποτελεί μία ελάχιστα επεμβατική μέθοδο αφαίρεσης του λίπους από τα επίμαχα σημεία, που μπορεί να πραγματοποιηθεί σε χώρους μικρών επεμβάσεων, υπό τοπική αναισθησία, ενώ η διάρκειάς της είναι περίπου μία ώρα και διενεργείται με τη χρήση ειδικού μηχανήματος λέιζερ, που διέθετε ο εναγόμενος γιατρός, που ονομάζεται "smartlipo".
Η μέθοδος αυτή διενεργείται με τοπική αναισθησία της πάσχουσας περιοχής και από μία μικρή οπή, μικρότερη των 2 mm, εισέρχεται στο σώμα ένας λεπτός σωλήνας, από τον οποίο εισχωρεί στο σώμα οπτική ίνα, που κατευθύνεται στον λιπώδη ιστό, ρευστοποιεί το λίπος, το οποίο στη συνέχεια αναρροφάται και απομακρύνεται με τη χρήση μικροκάνουλας.
Το ραντεβού μεταξύ των διαδίκων κλείστηκε για τις 10 Απριλίου 2014, στις εγκαταστάσεις της δεύτερης εναγομένης, EUROMEDIKA ΑΕ "Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης" (μη διαδίκου στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη). Την προηγούμενη του ραντεβού τους, ο πρώτος εναγόμενος την ενημέρωσε ότι η επέμβαση δεν θα γινόταν στη "Γενική Κλινική", αλλά στο ιατρείο του, στο ως άνω κέντρο αισθητικής, με τοπική αναισθησία και με τη μέθοδο που προαναφέρθηκε, της λέιζερ λιπόλυσης, με το σύστημα smartlipo.
Έτσι, στις 10-4-2014, η ενάγουσα μετέβη στο ιατρείο του πρώτου εναγομένου στο παραπάνω κέντρο αισθητικής, όπου αρχικά συμπλήρωσε και υπέγραψε στο τέλος του, το από 10-4-2014 έγγραφο συγκατάθεσης, στο οποίο δήλωσε, (α) ότι είχε ήδη υποβληθεί σε λιποαναρροφήσεις τα έτη 2005, 2013 και 2014, (β) ότι δεν έχει κάνει ποτέ θεραπεία ιατρικής αισθητικής και (γ) ότι ενημερώθηκε ότι οι κίνδυνοι και οι παρενέργειες της λέιζερ λιπόλυσης είναι σπάνιες και αφορούν την παρουσία εκχυμώσεων μετά τη θεραπεία και σπανιότερα κάποιου μικρού βαθμού εγκαυμάτων ή επιμόλυνσης, ότι υπάρχουν αντενδείξεις και περιορισμοί στην εφαρμογή της μεθόδου αυτής, όπως είναι η κύηση, ο σακχαρώδης διαβήτης ο υπερθυρεοειδισμός, η HIV λοίμωξη και άλλες αυοτάνοσες παθήσεις, ότι είναι πολύ σπάνια η αλλεργική αντίδραση στην τοπική αναισθησία και ότι το κέντρο αισθητικής είναι πάντα εξοπλισμένο να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ότι γνωρίζει ότι όπως σε κάθε θεραπεία αισθητικής, το αποτέλεσμα δεν είναι εγγυημένο από πριν, ότι η επιχείρηση δε φέρει καμία ευθύνη αν ο πελάτης δεν είναι απόλυτα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα της θεραπείας smartlipo, καθώς και ότι είναι στην κρίση του θεράποντος ιατρού της (ήτοι του πρώτου εναγομένου) να επαναληφθεί η θεραπεία σε ορισμένα σημεία ή περιοχές που ενδεχομένως απαιτούν διόρθωση, στην περίπτωση που κριθεί ότι υπάρχει περιθώριο για ακόμη καλύτερο αποτέλεσμα.
Ακολούθως, μετά την ως άνω παροχή της συγκατάθεσης της ενάγουσας στην υποβολή της στη θεραπεία, υποβλήθηκε στη λέιζερ λιπόλυση με το μηχάνημα smartlipo, μόνο στην αριστερή της γάμπα, με τοπική αναισθησία, χωρίς την παρουσία αναισθησιολόγου. Αφού τελείωσε η επέμβαση και ο πρώτος εναγόμενος τοποθέτησε επιδέσμους στα σημεία που απαιτείτο, φόρεσε η ενάγουσα την ειδική αντιθρομβωτική κάλτσα και επέστρεψε στο σπίτι της φίλης της όπου φιλοξενούνταν.
Τις επόμενες ημέρες της εν λόγω επέμβασης, η ενάγουσα είχε έντονους πόνους, οι οποίοι, όπως τη διαβεβαίωσε ο πρώτος εναγόμενος, οφείλονταν στην αναισθητική ουσία που της είχε χορηγήσει (ξυλοκαϊνη). Η επέμβαση στη δεξιά γάμπα της ενάγουσας έγινε, και πάλι στο ίδιο αισθητικό κέντρο, στις 17-4-2014, με την ίδια διαδικασία της λέιζερ λιπόλυσης με το μηχάνημα smartlipo, με ολική αναισθησία και με παρουσία αναισθησιολόγου.
Ωστόσο, μετά την δεύτερη επέμβαση, και ενώ είχε επιστρέψει η ενάγουσα στο σπίτι, όπου φιλοξενούνταν, αντιλήφθηκε ότι το δεξί της πόδι ήταν, σε σχέση με το αριστερό, αρκετά πρησμένο. Επειδή το πρήξιμο δεν υποχωρούσε παρά τη φαρμακευτική αγωγή που της είχε συστήσει ο πρώτος εναγόμενος μαζί με την περιποίηση της περιοχής, αντιθέτως συνοδεύτηκε τις επόμενες ημέρες με έντονες μελανιές και πόνους, θεωρήθηκε αναγκαίο από αυτόν να προτείνει την εισαγωγή της σε κλινική.
Έτσι η ενάγουσα, στις 23-4-2014, εισήχθη στην ως άνω κλινική, όπου, κατόπιν των απαραίτητων εργαστηριακών εξετάσεων, διαγνώστηκε ότι είχε επιμολυνθεί από σταφυλόκοκκο που της είχε προκαλέσει φλεγνονώδη κυτταρίτιδα - δερματίτιδα στην περιοχή όπου είχε διενεργηθεί η επέμβαση, δηλαδή στο δεξί κάτω άκρο. Για την αντιμετώπιση του σταφυλόκοκκου της χορηγήθηκε ειδική φαρμακευτική αγωγή, ειδικό πλύσιμο της πάσχουσας περιοχής και η ενάγουσα εξήλθε με βελτίωση από την κλινική, στις 26-4-2014.
Μετά την έξοδό της από την κλινική η ενάγουσα συνέχισε τη θεραπεία με αντιβίωση επί δεκαήμερο στο σπίτι της και στη συνέχεια αναχώρησε για τη Γερμανία. Επειδή η ενάγουσα ένοιωθε διόγκωση της δεξιάς της γάμπας και λόγω της μετεγχειρητικής μόλυνσης αυτής, επισκέφτηκε το Φλεβολογικό ιατρείο ... στη Γερμανία, στο οποίο αποκλείστηκε μεν φλεβική θρόμβωση, όμως, κατόπιν ειδικών μετρήσεων, καταγράφηκε ότι η περιφέρεια της δεξιάς κνήμης ήταν 39 cm και της αριστερής 40 cm (όπως προκύπτει από το από 12-5-2014 έγγραφο του Φλεβολογικού ιατρείου ..., υπογεγραμμένο από τον ιατρό Τ..
Μ.). Αξίζει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα, στις 16-5-2014, προέβη σε επεμβάσεις λιποαναρρόφησης στις εγκαταστάσεις της ίδιας ως άνω κλινικής και σε άλλα σημεία του σώματός της, όπου είχε εμφανισθεί λιποίδημα και συγκεκριμένα στην περιοχή των μηρών, των γλουτών και της κοιλίας. Όσον αφορά τις απαιτήσεις της ενάγουσας, που είχαν γενεσιουργό αιτία, τις ανωτέρω επεμβάσεις, όπως και την επιμόλυνσή της με σταφυλόκοκκο, όπως προειπώθηκε, απορρίφθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση...
Επομένως, το παρόν Δικαστήριο, δεν θα ασχοληθεί με την επέμβαση, που έγινε την 16-4-2014 ... ούτε με την κατά την 23-5-2014 αφαίρεση από τον εναγόμενο, των επιδέσμων, που είχαν τοποθετηθεί σε αυτήν, μετά την ανωτέρω επέμβαση, αφού η αγωγή ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες έχει απορριφθεί ...
Στη συνέχεια, αποδείχθηκε, ότι η εφεσίβλητη (ενάγουσα), με σκοπό τη βελτίωση της εικόνας των κάτω άκρων και την καλύτερη κατανομή του λίπους σ' αυτές, υποβλήθηκε σε κύκλο λεμφικού μασάζ, που επρόκειτο να συνδράμει, τόσο στην εξάλειψη της ασυμμετρίας των γαμπών της με την καλύτερη κατανομή του λίπους που θα έπρεπε να εισρέει, όσο και στην εξαφάνιση "βαθουλωμάτων" στην οπίσθια πλευρά των γαμπών της, που είχε προκληθεί από τη λιποαναρρόφηση.
Και μετά, όμως, από την υποβολή της σε λεμφικό μασάζ η εικόνα των κνημών της δεν βελτιώθηκε, αφού παρουσίαζαν ασυμμετρία και βαθουλώματα. Για το λόγο αυτό και έχοντας συνεχή επικοινωνία με τον εναγόμενο, η ενάγουσα υποβλήθηκε, στις 11-9-2014 (και όχι 2015 που από προφανή παραδρομή αναφέρεται), στο ιατρείο του τελευταίου στο ίδιο ως άνω κέντρο αισθητικής SMART LIPO SOLUTION, από τον ίδιο σε νέα λιποαναρρόφηση των γαμπών της, με την ίδια μέθοδο της λέιζερ λιπόλυσης, με το μηχάνημα smartlipo, προκειμένου να αποκατασταθεί η ασυμμετρία που είχε προκληθεί σ' αυτές από τις προηγούμενες λιποαναρροφήσεις, που αυτός της είχε διενεργήσει, αλλά και προς αποκατάσταση των βαθουλωμάτων που παρουσιάζονταν σ' αυτές.
Ωστόσο, η εικόνα των κάτω άκρων της και μετά από την ανωτέρω επέμβαση συνέχισε να παρουσιάζει τα ίδια προβλήματα (ασυμμετρία και βαθουλώματα). Στις 18-11-2014, επειδή παρουσίαζε νυκτερινές κράμπες στις γάμπες, αίσθημα βάρους σε αυτές και αυξανόμενο οίδημα κατά τις απογευματινές ώρες κυρίως σε αυξημένη θερμοκρασία, επισκέφθηκε κέντρο φλεβών του ..., όπου δεν βρέθηκε κάποιο πρόβλημα στη φλεβική κυκλοφορία, κλινικά, όμως, αναφέρεται στη σχετική ιατρική βεβαίωση ότι και οι δύο γάμπες της παρουσίαζαν ουλές και ακανόνιστες δομές (βλ.
την από 18-11-2014 βεβαίωση των ανωτέρω Κλινικής, που προσκομίζει νόμιμα η ενάγουσα). Τελικά, η ενάγουσα, λόγω προβλημάτων που εμφάνιζαν οι γάμπες της, όπως "έλλειμμα υποδόριου λίπους και ασυμμετρία των κνημών" (βλ. την από 7-5-2015 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού πλαστικού χειρουργού, Γ. Ε., που προσκομίζει νόμιμα), αναγκάστηκε να υποβληθεί, στις 22-4-2015, σε διορθωτική επέμβαση από τον ανωτέρω πλαστικό χειρουργό.
Η ως άνω επέμβαση έγινε για την αποκατάσταση ελλείμματος υποδόριου λίπους (βαθουλώματα) και ασυμμετρίας των γαμπών (που παρουσιάστηκαν μετά τις επεμβάσεις από τον εναγόμενο), αλλά και για αποκατάσταση της χαλάρωσης και του ελλείμματος όγκου στους μηρούς, στους γλουτούς και για την ασυμμετρία των γονάτων της (που παρουσιάστηκαν μετά την επέμβαση της 16-5-2014 στις εγκαταστάσεις της κλινικής, για την οποία δεν υπάρχει λόγος έφεσης).
Εκτιμήθηκε δε, από τον ανωτέρω ιατρό, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην ιατρική του γνωμάτευση ότι η άμεση αποκατάσταση από την επέμβαση θεωρείται ικανοποιητική, μολαταύτα, η ενάγουσα ενημερώθηκε ότι η μεταμόσχευση λίπους θα πρέπει να επανεκτιμηθεί μετά εξάμηνο, διότι σχεδόν το 60% του όγκου απορροφάται, ότι η εξέλιξη της εικόνας της ουλής δεν μπορεί να προβλεφθεί, όσον αφορά την πιθανή υπερτροφία της και είναι θέμα της οργανικής τη αντίδρασης, καθώς και ότι η πιθανότητα ανάγκης διορθωτικών επεμβάσεων είναι πιθανή, εφόσον επανεκτιμηθεί μετά την παρέλευση εξαμήνου.
Η ενάγουσα υποβλήθηκε και σε άλλη επέμβαση λιποαναρρόφησης στις 23-2-2016 στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο στη Θεσσαλονίκη, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για διορθωτική των επεμβάσεων που έλαβαν χώρα από τον πρώτο εναγόμενο το έτος 2014, αφού στο φύλλο νοσηλείας της αναγράφεται μόνο ότι έλαβε χώρα διορθωτική λιποαναρρόφηση κοιλίας και κάτω άκρων.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο από 30-5-2017 ιατρικό ιστορικό, συνταχθέν από τον ίδιο ως άνω ιατρό Γ. Ε., η ενάγουσα υποβλήθηκε εκ νέου σε διορθωτική λιποαναρρόφηση στις 12-4-2016, το δε, συλλεγέν λίπος μεταμοσχεύθηκε στην περιοχή των γαμπών προς διόρθωση των ατελειών. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει το συμπέρασμα ότι και οι τρεις επεμβάσεις, τις οποίες έκανε ο πρώτος εναγόμενος (εκκαλών) στην περιοχή των κνημών της ενάγουσας (εφεσίβλητης), με την τεχνική λιπόλυσης και με το σύστημα smartlipo, στο ιατρείο που αυτός διατηρεί στο κέντρο αισθητικής, πραγματοποιήθηκαν χωρίς να επιδείξει αυτός την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις και τα μέσα που είχε στη διάθεσή του να καταβάλει σαν ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος επέδειξε παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά, οι δε ενέργειές του ήταν αντίθετες με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που οφείλει να επιδεικνύει ο θεράπων ιατρός στους ασθενείς του. Η ιατρική του αμέλεια συνίσταται στο ότι αν και επρόκειτο για ιατρικές πράξεις εκτός του γνωστικού του αντικειμένου και της ειδικότητάς του, ήτοι, της ωτορινολαρυγγολογίας και για τις οποίες (ιατρικές επεμβάσεις) δεν ήταν εφοδιασμένος με νόμιμα αποκτημένο, βάσει της ελληνικής νομοθεσίας, τίτλο της σχετικής ειδικότητας (πλαστικής χειρουργικής), προέβη εσφαλμένως στην αφαίρεση λίπους από τις γάμπες της ενάγουσας με αποτέλεσμα αυτές, στις 12-5-2014, να εμφανίζουν ασυμμετρία και δη η αριστερή να έχει περιφέρεια 40 cm, ενώ η δεξιά 39 cm...
Ο εκκαλών ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, ισχυρισμό που επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο, ότι οι επεμβάσεις που πραγματοποίησε στην ενάγουσα ήταν εντός του γνωστικού του αντικειμένου, αφού έγιναν με λέιζερ και βάσει της με αριθ. .../2010 βεβαίωσης του ΑΠΘ, μπορούσε να προβαίνει στη διενέργεια μικροεπεμβάσεων αισθητικής φύσεως με τη χρήση μηχανημάτων λέιζερ.
Οι επίδικες, όμως, επεμβάσεις, δεν ήταν μικροεπεμβάσεις αισθητικής φύσεως, αλλά σοβαρές επεμβάσεις θεραπευτικές της ανωτέρω νόσου της ενάγουσας και απαιτούνταν να διενεργηθούν από εξειδικευμένο πλαστικό χειρουργό. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η επέμβαση που πραγματοποιήθηκε στις 16-5-2014, στις εγκαταστάσεις της κλινικής, στους γλουτούς, στους μηρούς και στην κοιλιακή χώρα της ενάγουσας, έγινε από εξειδικευμένο πλαστικό χειρουργό, που είχε κληθεί από την Αθήνα (Σ.
Χ.), με ολική αναισθησία, κατόπιν προεγχειρητικού ελέγχου, εγχείρηση που παρακολούθησε ο εναγόμενος. Όπως, εξάλλου, έγινε και αργότερα, κατά τις διορθωτικές επεμβάσεις από τον ειδικευμένο πλαστικό χειρουργό, Ε. Γ.. Ο εναγόμενος προχώρησε σε λέιζερ λιποαναρρόφησης στις γάμπες της ενάγουσας, στο ανωτέρω ινστιτούτο αισθητικής, διότι θεωρούσε αυτήν πλέον εύκολη και ακίνδυνη και εκεί έγκειται η αμέλειά του.
Ειδικότερα, η παράνομη και αμελής συμπεριφορά του εναγομένου, συνίσταται και στο γεγονός ότι αυτός προχώρησε σε λιποαναρροφήσεις με την προαναφερόμενη μέθοδο στις γάμπες της ενάγουσας, παραλείποντας να επισημάνει σε αυτήν, (α) ότι οι γάμπες της μετά τη λιποαναρρόφηση ενδέχεται να παρουσιάζουν ασυμμετρία, για την οποία θα απαιτηθεί να υποβληθεί σε νέες επίπονες διορθωτικές λιποαναρροφήσεις, γεγονός που θα της έδινε τη δυνατότητα να σταθμίσει την επιλογή της να προβεί ή να μην προβεί σ' αυτήν γνωρίζοντας τους κινδύνους που εγκυμονούσε.
Το γεγονός ότι την ενημέρωσε σχετικά με το ότι το αποτέλεσμα της εν λόγω επεμβάσεως δεν είναι εγγυημένο και ότι ο ιατρός κατά την κρίση του μπορεί να προβεί σε διορθωτική επέμβαση για καλύτερο αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο από 10-4-2014 έγγραφο συγκατάθεσης, δεν επαρκεί, ενόψει και του ότι ο χαρακτήρας της επίδικης επεμβάσεως ως αισθητικής, καθιστούσε αναγκαία την ευρύτερη ενημέρωση της ενάγουσας.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως, διενήργησε εσφαλμένως και τη διορθωτική των ανωτέρω λιποαναρροφήσεων, λιποαναρρόφηση με λέιζερ λιπόλυση στις 11-9-2014, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται ασυμμετρία στις γάμπες της ενάγουσας, ώστε να αναγκασθεί αυτή να υποβληθεί στις παραπάνω αναφερόμενες διορθωτικές δύο λιπαναρροφήσεις από τον χειρουργό Γ.
Ε., κατά τις οποίες, λίπος μεταφέρθηκε από άλλα σημεία του σώματός της στις γάμπες της. Ο πρώτος εναγόμενος, ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, ισχυρισμό που επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο, με λόγο έφεσης, ότι και πριν προβεί στις επεμβάσεις στις γάμπες της ενάγουσας, στις 10-4-2014 και στις 17-4-2014, υπήρχε ασυμμετρία σε αυτές, που σημαίνει ότι αυτή είναι η φυσική κατασκευή των κνημών της ενάγουσας.
Είναι αληθές, ότι πριν από τις επεμβάσεις, μεγαλύτερη ήταν η δεξιά κνήμη της ενάγουσας με διάμετρο 44 cm και μικρότερη η αριστερή με διάμετρο 43 cm (βλ. την από 20-3-2-14 βεβαίωση ιατρού Δρς Π., που προσκομίζει νόμιμα η ενάγουσα), ενώ μετά τις ανωτέρω επεμβάσεις μικρότερη έγινε η δεξιά κνήμη με διάμετρο 39 cm και μεγαλύτερη η αριστερή κνήμη με διάμετρο 40 cm (ανωτέρω βεβαίωση Δρς Μ.).
Από το γεγονός αυτό συνάγεται το συμπέρασμα ότι αφαιρέθηκε πολύ περισσότερο λίπος από τη δεξιά γάμπα της ενάγουσας και όχι από την αριστερή της γάμπα, γι' αυτό και παρουσιάστηκε και η ασυμμετρία, όπως και τα ελλείμματα λίπους με εμφάνιση βαθουλωμάτων, που δεν αποκαταστάθηκαν ούτε με την τρίτη διορθωτική επέμβαση, που επιχείρησε ο εναγόμενος, όπως προκύπτει από την από 18-11-2014 βεβαίωση της ανωτέρω Κλινικής του ...
και της από 7-5-2015 ιατρικής γνωμάτευσης του ιατρού πλαστικού χειρουργού, Γ. Ε., που προσκομίζει νόμιμα η ενάγουσα. Προς αποκατάσταση των ανωτέρω σοβαρών προβλημάτων που παρουσίαζαν οι γάμπες της, που ήταν όχι μόνο αισθητικής φύσεως (βαθουλώματα), αλλά επηρέασαν τη σωματικής της υγεία, αφού πονούσε, κουραζόταν και αισθανόταν αισθήματα καύσωνος, επιπροσθέτως είχαν και ψυχολογικό αντίκτυπο σε αυτήν, γι' αυτό και αναγκάστηκε να υποβληθεί σε δύο διορθωτικές επεμβάσεις, λιποαναρρόφησης και μεταμόσχευσης λίπους στις γάμπες της, στην Αθήνα, στις 22-4-2015 και στις 12-4-2016 από τον πλαστικό χειρουργό ιατρό Ε.
Γ., συνεπεία των οποίων υπέστη σημαντική ψυχική ταλαιπωρία, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και ο πέμπτος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατόπιν εγκλήσεως που άσκησε η εφεσίβλητη (ενάγουσα) ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εκκαλούντος για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο, διότι δεν έδειξε αυτός την επιμέλεια που απαιτείτο κατά τη διενέργεια των επεμβάσεων για την αντιμετώπιση λιποιδήματος στις κνήμες της ενάγουσας στις 10-4-2014 και 17-4-2014 και στις 23-5-2014 αφαίρεση των χειρουργικών γαζών μετά την επέμβαση της 16-5-2014.
Ο εκκαλών (εναγόμενος) αθωώθηκε για την ανωτέρω πράξη με την με αριθμό 9451/2019 απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε, όσον αφορά τις επεμβάσεις στις κνήμες της ενάγουσας, ότι η ασυμμετρία του 1 cm δεν ήταν μεγάλη, αντιθέτως ότι είναι συνήθης σε τέτοιου είδους επεμβάσεις και ότι σε κάθε περίπτωση αποκαταστάθηκε μετά την διορθωτική επέμβαση της 11-9-2014.
Όπως, όμως, αναφέρεται παραπάνω, η αποκατάσταση δεν επήλθε και μετά την διορθωτική επέμβαση της 11-9-2014, αφού εξακολουθούσε να υφίσταται ασυμμετρία στις γάμπες της ενάγουσας, γι' αυτό και αυτή αναγκάστηκε να υποβληθεί σε περαιτέρω διορθωτικές λιποαναρροφήσεις από τον χειρουργό Γ. Ε., κατά τις οποίες, για να καλυφθούν τα υπάρχοντα βαθουλώματα και η ασυμμετρία, μεταφέρθηκε λίπος από άλλα σημεία του σώματός της στις γάμπες της.
Εξάλλου, η ως άνω απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου δεν είναι δεσμευτική στην παρούσα πολιτική δίκη, διότι είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης, επιβάλλεται, όμως, το πολιτικό δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση.
Η συμπεριφορά αυτή του εκκαλούντος, που επάγεται παράβαση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 24 του ΑΝ 1.../1939 υποχρέωσής του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και τη δέουσα επιμέλεια, επιπλέον είναι αντίθετη σε απαγορευτικές διατάξεις νόμου (ιδίως του άρθρου 314 ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 15 και 28 του ίδιου Κώδικα) και, συνιστά αδικοπραξία.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε το νόμο και σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1102/2020 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε επιδικάσει υπέρ αυτής ποσό 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά τη διενέργεια των άνω επεμβάσεων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 299, 932 ΑΚ, 24 α.ν. 1.../1939, 8 ν. 2251/1994 και 5 ν. 2619/1998, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο θετικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η σωματική βλάβη της αναιρεσίβλητης, ήτοι η ασυμμετρία των κνημών της και τα βαθουλώματα αυτών, οφείλεται στην παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και, συνακόλουθα, υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη αυτού, την οποία αυτός επέδειξε κατά τη διενέργεια των δύο επεμβάσεων στις κνήμες της (αναιρεσίβλητης) με τη μέθοδο της λιπόλυσης με λέιζερ με το μηχάνημα smartlipo, στις οποίες την υπέβαλε, στις 10-4-2014 και στις 17-4-2014, με τοπική αναισθησία την πρώτη φορά, με ολική αναισθησία τη δεύτερη, στο κέντρο αισθητικής, ιδιοκτησίας της συζύγου του, για την θεραπεία της νόσου του λιποιδήματος των κάτω άκρων (ανώμαλη κατανομή λιπώδους ιστού), από την οποία έπασχε, καθώς και κατά τη διενέργεια της διορθωτικής επέμβασης, στο ίδιο κέντρο αισθητικής, με την ίδια μέθοδο, στην οποία την υπέβαλε, στις 11-9-2014, προκειμένου να βελτιωθεί η εικόνα των κνημών της και ότι η αμελής αυτή συμπεριφορά συνίσταται στο ότι, αν και οι επίδικες ιατρικές επεμβάσεις, ήταν εκτός του αντικειμένου της ειδικότητάς του, ως ωτορινολαρυγγολόγου, για τις οποίες αυτός δεν ήταν εφοδιασμένος με νόμιμα αποκτημένο, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, τίτλο ειδικότητας πλαστικής χειρουργικής, προέβη εσφαλμένα στην αφαίρεση λίπους από τις γάμπες της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα αυτές να εμφανίζουν ασυμμετρία και βαθουλώματα, κατάσταση που δεν αποκαταστάθηκε ούτε βελτιώθηκε με την διορθωτική επέμβαση, στην οποία, κατά τα προεκτεθέντα, την υπέβαλε στις 11-9-2014.
Η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, συνιστάμενη στο ότι, ενώ αρχικά δέχθηκε ότι αυτός συμμετείχε σε πλήρες πρόγραμμα κλινικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων της Κλινικής Πλαστικής Χειρουργικής ΑΠΘ, ότι έχει παρακολουθήσει προγράμματα αισθητικής ιατρικής στην Ελλάδα χωρίς να έχει λάβει την ειδικότητα του πλαστικού χειρουργού και ότι μπορούσε να προβαίνει στη διενέργεια μικροεπεμβάσεων αισθητικής φύσεως με τη χρήση μηχανημάτων λέιζερ, όπως αυτές στις οποίες υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη, στη συνέχεια αντιφατικά δέχθηκε ότι και οι 3 (επίδικες) επεμβάσεις έγιναν χωρίς να επιδείξει την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε ως μέσος συνετός και επιμελής ιατρός, συνισταμένης της αμέλειάς του στο γεγονός ότι αν και οι επίδικες επεμβάσεις ήταν εκτός του διαγνωστικού αντικειμένου της ειδικότητάς του (ωτορινολαρυγγολόγου), για τις οποίες δεν ήταν εφοδιασμένος με νόμιμα αποκτημένο τίτλο σχετικής ειδικότητας (πλαστικού χειρουργού), προέβη στη διενέργεια τους αφαιρώντας εσφαλμένα λίπος από τις γάμπες της ενάγουσας με αποτέλεσμα να εμφανίζουν ασυμμετρία, δεν είναι βάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι επίδικες επεμβάσεις δεν ήταν μικροεπεμβάσεις αισθητικής φύσεως, τις οποίες μπορούσε διενεργεί ο αναιρεσείων, αλλά σοβαρές επεμβάσεις θεραπευτικές της νόσου του λιποιδήματος των κάτω άκρων, από την οποία έπασχε η αναιρεσίβλητη, οι οποίες έπρεπε να διενεργηθούν από εξειδικευμένο πλαστικό χειρουργό.
Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο (πρώτο) αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του και με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις: (α) Αναφορικά με το ζήτημα της επαρκούς ή μη ενημέρωσης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους του, καθόσον δέχθηκε ότι υπάρχει παράνομη και αμελής συμπεριφορά του, διότι παρέλειψε να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη ότι οι γάμπες της μετά την επέμβαση ενδέχεται να παρουσιάζουν ασυμμετρία, για την οποία θα απαιτηθεί να υποβληθεί σε νέες επίπονες διορθωτικές επεμβάσεις, ενώ με άλλη παραδοχή δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη με το από 10-4-2014 έγγραφο συγκατάθεσης δήλωσε ότι είχε υποβληθεί στο παρελθόν σε άλλες τρεις λιποαναρροφήσεις (2005, 2013, 2014) και, συνεπώς, ήταν εξοικειωμένη με τη συγκεκριμένη μέθοδο και επιπλέον γνώριζε ότι όπως και σε κάθε θεραπεία αισθητικής το αποτέλεσμα δεν είναι εγγυημένο (δεύτερο σκέλος πρώτου λόγου αναίρεσης) Και, (β) διότι, ενώ αρχικά δέχεται ότι οι επίδικες επεμβάσεις ήταν θεραπευτικής φύσεως, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι ο χαρακτήρας της επίδικης επέμβασης ως αισθητικής καθιστούσε αναγκαία την ευρύτερη ενημέρωση της ενάγουσας (δεύτερος λόγος αναίρεσης).
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ιατρική αμέλεια του αναιρεσίβλητου συνίσταται και στο γεγονός ότι αυτός προχώρησε σε λιποαναρροφήσεις στις κνήμες της αναιρεσίβλητης με την άνω μέθοδο, παραλείποντας να την ενημερώσει ότι οι γάμπες της μετά τη λιποαναρρόφηση ενδέχεται να παρουσιάζουν ασυμμετρία, για την οποία θα απαιτηθεί να υποβληθεί σε νέες επίπονες διορθωτικές λιποαναρροφήσεις.
Ωστόσο, η παραδοχή αυτή εκφέρθηκε εκ περισσού και αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας και συνακόλουθα της ευθύνης του αναιρεσείοντος για τις σωματικές βλάβες της αναιρεσίβλητης. Ως εκ τούτου, ακόμη και με την εκδοχή ότι υπάρχει αντίφαση στις άνω αιτιολογίες, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αφού αυτή η πλεοναστική αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς και την στήριξη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο στηρίζεται επαρκώς από τις αναφερόμενες ανωτέρω σαφείς αιτιολογίες περί της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, συνιστάμενης στο ότι, αν και οι επίδικες επεμβάσεις ήταν εκτός του διαγνωστικού αντικειμένου της ειδικότητάς του (ωτορινολαρυγγολόγου), καθώς ενέπιπταν στο αντικείμενο της ειδικότητας του πλαστικού χειρουργού, με την οποία δεν ήταν εφοδιασμένος, προέβη στη διενέργεια τους αφαιρώντας εσφαλμένα λίπος από τις γάμπες της ενάγουσας με αποτέλεσμα αυτές να εμφανίζουν ασυμμετρία και βαθουλώματα.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής. Επίσης, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι η φερόμενη αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών που στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού, αφού η πρώτη αναφέρεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στην ανωτέρω πλεοναστική και μη στηρίζουσα το διατακτικό της, αιτιολογία. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το από 10-4-2014 έγγραφο συγκατάθεσης της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο, στο περιεχόμενο, μάλιστα, του οποίου γίνεται ειδική μνεία στη δεύτερη σελίδα το ενδέκατου φύλλου αυτής.
Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, με τη δεύτερη και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάποιος υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, ταυτόσημη δε διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου αυτού είναι και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997.
Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Το τεκμήριο της αθωότητας, σε περίπτωση προσβολής του οποίου αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα, είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, στο οποίο αντιθέτως γίνεται διάκριση των δικαιοδοσιών (άρθρα 93 - 96 του Συντ). Αυτή η συνταγματική πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος.
Περαιτέρω, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται, όμως, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Ως εκ τούτου, οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1139/2021).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι για το ποινικό αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στην αναιρεσίβλητη, κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 945/2019 απόφασης του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ότι η προσβαλλομένη απόφαση, διατυπώνοντας διαμετρικά αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από αυτό της πιο πάνω αθωωτικής ποινικής απόφασης και αναφέροντας ότι έκρινε, όπως έκρινε, λόγω της τήρησης κατά τη διαδικασία έκδοσής της λιγότερο αυστηρών αποδεικτικών προϋποθέσεων, αντιπαραβάλλοντας την κρίση αυτής με την κρίση της προσβαλλομένης, που είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης, δημιουργεί κατά τρόπο άμεσο αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της αθώωσής του από το πιο πάνω ποινικό Δικαστήριο, παραβιάζοντας έτσι ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το εξ αυτών πηγάζον υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και χωρίς να αποφανθεί άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εκ της ανωτέρω αθωωτικής ποινικής απόφασης παραγόμενου τεκμηρίου αθωότητας αυτού, για την ανωτέρω πράξη, για την οποία αυτός κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, ενώ το γεγονός ότι (το Εφετείο) δεν εναρμόνισε τις πραγματικές του παραδοχές με τις παραδοχές της αμετάκλητης ποινικής απόφασης δεν συνιστά παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας του αναιρεσείοντος, αφού το άνω πολιτικό δικαστήριο, που εξέτασε το ίδιο βιοτικό συμβάν, κατέληξε στο ως άνω διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα.
Εξάλλου, η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορά ότι η ως άνω απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου δεν είναι δεσμευτική στην παρούσα πολιτική δίκη, διότι είναι προϊόν λιγότερο αυστηρών αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης, αναφέρεται στην αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής), με την έννοια ότι στην ποινική δίκη, στην οποία ισχύει το ανακριτικό σύστημα, η συλλογή των αποδείξεων γίνεται με την πρωτοβουλία των προανακριτικών και ανακριτικών αρχών και του δικαστηρίου, ενώ αντιθέτως στην πολιτική δίκη, στην οποία ισχύουν οι αρχές της διάθεσης και της συζήτησης, δεν μπορεί να ιδρυθεί πολιτική δίκη χωρίς την πρωτοβουλία του διαδίκου, ούτε να συνεχισθεί αυτεπάγγελτα, ο δε δικαστής, προκειμένου να αποφανθεί επί της αίτησης παροχής δικαστικής προστασίας, πρέπει να έχει στη διάθεσή του τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και τις κρίσιμες αποδείξεις, που του παρέχουν οι διάδικοι, και δεν ενέχει άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση της ορθότητας της ως άνω ποινικής απόφασης, ούτε εμπεριέχει δήλωση σχετικά με την ποινική ενοχή του αναιρεσείοντος, καθόσον, από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκτίθενται αναλυτικά σ' αυτήν, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, αφενός μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της αστικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σ` αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα τώρα αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν περιλαμβάνει επαρκή αιτιολογία που να δικαιολογεί την εκ διαμέτρου αντίθετη κρίση του από όσα δέχθηκε αμετακλήτως ότι αποδείχτηκαν το ποινικό δικαστήριο, τα οποία στήριξαν την αθωωτική του κρίση, παραβιάζοντας έτσι το ισχυρό τεκμήριο που πηγάζει από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, ως απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου.
Ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον η ανωτέρω αθωωτική απόφαση δεν συνεπαγόταν αποδεικτική δέσμευση του Εφετείου, να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με αυτήν, αποκλείοντας την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αθωωθέντος αναιρεσείοντος και οδηγώντας, συνακόλουθα, σε απόρριψη κατ' ουσίαν της αγωγής αποζημίωσης, επιβαλλόταν, ωστόσο, να την λάβει υπόψη και στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατύπωσης των παραδοχών και αιτιολογιών του, που παρατέθηκαν αυτολεξεί παραπάνω, αφενός μεν διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφετέρου δε δεν έθεσε σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ως άνω ποινικού δικαστηρίου, την οποία έλαβε υπόψη και ως εκ τούτου δεν υφίσταται θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος.
Επίσης, με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω αθωωτικής απόφασης με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτήν.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν παραμόρφωσε αλλά, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο της ως άνω αθωωτικής απόφασης και συνεκτιμώντας αυτήν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του περί παραίτησης της αναιρεσίβλητης από αξιώσεις, άλλως άφεσης χρέους (ΑΚ 454). Ειδικότερα, επικαλείται ότι πρωτοδίκως προσκόμισε, με επίκληση στις πρωτόδικες προτάσεις του, το από 11-9-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού, της συζύγου του και της αναιρεσίβλητης, με το οποίο η τελευταία δήλωσε ότι είναι πλήρως ικανοποιημένη και δεν έχει καμία αξίωση ή απαίτηση αστική, ποινική ή οποιαδήποτε άλλη κατ' αυτού και της ιδιοκτήτριας του κέντρου αισθητικής (συζύγου του) από τις υπηρεσίες του με χρήση λέιζερ, ραδιοσυχνοτήτων και άλλων μηχανημάτων εν γένει ότι παραιτείται ρητά από κάθε τέτοιου είδους αξίωσή της.
Ότι τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό με τον έκτο λόγο έφεσης, εσφαλμένα τον απέρριψε ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι δεν τον είχε προτείνει πρωτοδίκως με ένσταση περί παραίτησης της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) από μελλοντικές αξιώσεις της ή περί άφεσης χρέους, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός, ως καταχρηστική ένσταση, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, ο εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται το από 11-9-2014 έγγραφο με τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό - υπεύθυνη δήλωση - εξουσιοδότηση", που καταρτίστηκε μεταξύ του ίδιου, της ιδιοκτήτριας του ανωτέρω κέντρου αισθητικής και συζύγου του και της ενάγουσας, στο οποίο η ενάγουσα δήλωσε ότι είναι πλήρως ικανοποιημένη και δεν έχει καμία αξίωση ή απαίτηση αστική, ποινική ή οποιαδήποτε άλλη κατά της ιδιοκτήτριας του κέντρου αισθητικής και του εναγομένου από τις υπηρεσίες περιποίησης προσώπου, σώματος, καθώς και τις υπηρεσίες αδυνατίσματος και σύσφιξης δέρματος με χρήση λέιζερ, ραδιοσυχνοτήτων και άλλων μηχανημάτων εν γένει και ότι παραιτείται ρητά από κάθε τέτοιου είδους αξίωσή της.
Τα αναφερόμενα, όμως, στο έγγραφο αυτό ουδόλως επηρεάζουν τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, αφού αυτός δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως τον ανωτέρω ισχυρισμό με ανατρεπτική της αγωγής ένσταση περί παραίτησης της ενάγουσας από μελλοντικές της αξιώσεις ή άφεσης χρέους, καθόσον τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται στις προτάσεις του εναγομένου.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και ο τρίτος, όπως και ο έκτος λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Από τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά σε σχέση με το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου προκύπτει ότι η παραίτηση της αναιρεσίβλητης, άλλως άφεση χρέους, έγινε για υπηρεσίες περιποίησης προσώπου, σώματος, καθώς και για υπηρεσίες αδυνατίσματος και σύσφιξης δέρματος με χρήση λέιζερ, ραδιοσυχνοτήτων και άλλων μηχανημάτων εν γένει.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, οι επίδικες επεμβάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη από τον εναγόμενο στο κέντρο αισθητικής της συζύγου του δεν ήταν υπηρεσίες περιποίησης προσώπου, σώματος, αδυνατίσματος και σύσφιξης δέρματος με λέιζερ, αλλά σοβαρές επεμβάσεις για τη θεραπεία της νόσου λιποιδήματος των κάτω άκρων της, από την οποία έπασχε, οι οποίες, συνεπώς, δεν καταλαμβάνονται από την επικαλούμενη παραίτηση άλλως άφεση χρέους.
Συνεπώς, αν και το αιτιολογικό απόρριψης του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος από το Εφετείο είναι εσφαλμένο, εντούτοις σε ορθό, κατ' αποτέλεσμα, διατακτικό οδηγήθηκε, γι' αυτό ο παραπάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, χωρίς αντικατάσταση αιτιολογιών (άρθρο 578 ΚΠολΔ, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 1259/2020).
Επίσης, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δέχθηκε την ασυμμετρία των κνημών της αναιρεσίβλητης χωρίς απόδειξη, διότι έκρινε ότι η περιφέρεια της δεξιάς κνήμης της ήταν 39 εκατ.
και της αριστερής 40 εκατ., όπως προκύπτει από το από 12-5-2014 έγγραφο του ιατρού Μ., μολονότι η διορθωτική συνεδρία, με την οποία αποκαταστάθηκε η φυσιολογική ανομοιογένεια των κνημών έγινε μεταγενέστερα, στις 11-9-2014, δηλαδή έλαβε υπόψη για το άνω αποδεικτικό πόρισμα έγγραφο προγενέστερο της διορθωτικής λιπόλυσης.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα για την ασυμμετρία των κνημών της αναιρεσίβλητης, ύστερα από εκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ). Όσον αφορά το ως άνω έγγραφο, πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο αναφέρεται στην διαπιστωθείσα από τον ανωτέρω ιατρό εικόνα, που παρουσίαζαν οι κνήμες της αναιρεσίβλητης μετά τις αρχικές δύο επεμβάσεις που διενήργησε ο αναιρεσείων και πριν από την διενεργηθείσα στις 11-9-2014 διορθωτική επέμβαση, μετά την οποία, ωστόσο, όπως, επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, η εικόνα των κνημών της εξακολούθησε να παρουσιάζει την ίδια ασυμμετρία και βαθουλώματα, οφειλόμενα, όπως, επίσης, δέχθηκε και στις τρεις επίδικες επεμβάσεις, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος πραγματοποίησε στην περιοχή των κνημών της αναιρεσίβλητης με την τεχνική της λέιζερ λιπόλυσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-10-2021 αίτηση (ΓΑΚ .../2021, ΕΑΚ .../2021, Αριθ. Δικ. 1905/2021) και τους από 15-12-2022 πρόσθετους λόγους (Αριθ. Εκθ. Καταθ. 178/2022) για αναίρεση της με αριθμό 1048/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ