460/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated460/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Full text
Απόφαση 460 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 460/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Χίου ΣΚΥΛΙΤΣΕΙΟ", που εδρεύει στη Χίο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Κονταρά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1.Ζ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 2. Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 3.Α. Κ. του Ε., 4. Π. Κ. του Γ., 5. Ε. Λ. του Κ., 6. Ε. Μ. του Α., 7. Σ. Σ. του Σ., 8. Κ. - Λ. Μ. του Κ., 9. Κ. Φ. του Κ., εκτός των με α/α 1η και 2ο των αναιρεσιβλήτων, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2364/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεσή της ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 ΚΠολΔ, "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ.
διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (Ολ ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 878/2017).
Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της όριζε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016".
Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: "Με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον, ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης".
Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1.1.2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά - το κυριότερο - και οι πρώτες δικαστικές προσπάθειες που εκδίδονται μετά την 1.1.2016 παρείχαν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακύβευαν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου.
Με την φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της έφεσης και της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης των ενδίκων αυτών μέσων από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στη προθεσμία άσκησης αυτών, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1.1.2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ως εκ τούτου κρίθηκε αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων της έφεσης και της αναίρεσης θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες.
Όμως, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι' αυτούς τους λόγους η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος.
Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (πρ.βλ. Ολ ΑΠ 296/1974), στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, (κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968).
Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου (Ολ ΑΠ 10/2018, ΑΠ817/2020, 596/2020, 111/2019). Κατά συνέπεια, εφ' όσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της εφέσεως σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφ' όσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξ άλλου, της αναιρέσεως, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, τρία χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξη (6) χρόνια, τρία για να περάσει η προθεσμία της εφέσεως και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξη χρόνια (ΑΠ 810/2018, 793/2014).
Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ.1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 363/2021, 1181/2019).
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944 ''Περί δικών του Δημοσίου'', σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚαΔΛ (ν. 1756/1988), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1 Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 εδ. α' του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), (ΑΠ 1337/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 παρ.1 του Ν.4690/2020, το οποίο επιγράφεται: Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ορίζονται τα εξής: 1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2364/ 2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας. Κατά της απόφασης αυτής, που δημοσιεύθηκε στις 10.7.2014, δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης όπως προκύπτει από το αριθμ. 4615/16.7.2020 πιστοποιητικό του Τμήματος Πολιτικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών, ως τις 15.7.2020, οπότε παρήλθε η τριετής (11.7.2017), κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, προθεσμία για την άσκησή της και η άνω απόφαση κατέστη έκτοτε τελεσίδικη.
Στη συνέχεια πριν να παρέλθει η τριετής προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, η οποία λόγω του χρονικού διαστήματος της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 -31.5.2020 και της παράτασης της προθεσμίας των ενδίκων μέσων για επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της, η οποία (προθεσμία) έληγε την 30.10.2020, και εντός του διαστήματος της αναστολής, την 21.7.2020, επιδόθηκε η άνω απόφαση, όπως συνομολογεί και το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, το τελευταίο δε, άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης ,με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, την 21.9.2020, (αριθμ.
εκθ. καταθ. 65531/112/2020). Κατά συνέπεια, μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών, το οποίο κατά το άρθρο 18 του Ν.4684/2020 περί περιορισμού των δικαστικών διακοπών για το έτος 2019-2020, περιορίστηκε από 16.7.2020 έως την 31.8.2020, εντός του οποίου έλαβε χώρα κατά τα ανωτέρω η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπροθέσμως σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 552, 553, 556 και 558 ΚΠολΔ, αφού από την εκκίνηση της προθεσμίας την 1.9.2020 (μετά τη λήξη των δικαστικών διακοπών) μέχρι την κατάθεση του δικογράφου στις 21.9.2020, δεν παρήλθε η προθεσμία των τριάντα ημερών.
Επομένως, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζουν με τις κατατεθείσες κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις 22.10.2021 προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, 217/2017).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17.4.2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19.7.2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 4052/2012).
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ. 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28.12.2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη προσωπικού, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (ΑΚ 669 παρ. 1) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 780/2017, 217/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, ορίζεται ότι "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, [.....] την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ. 1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παρ. 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου" (παρ.15 εδ.
α' και β'). Εξάλλου, με το άρθρο 7 του προαναφερόμενου π.δ. 164/2004, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Σημειώνεται, ότι με τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του ως άνω π.δ. 164/2004, που κρίθηκαν συνταγματικώς ανεκτές ως μεταβατικές διατάξεις τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή, διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήταν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Η διάταξη, όμως, αυτή δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον η αρχική πρόσληψη των ήδη αναιρεσειόντων, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα το έτος 2007. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 496/2020, 514/2020, 186/2019).
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 30.12.2010 (με αριθμό κατάθεσης 8634/2010) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει συμφωνητικών συνεργασίας δεκαοκτάμηνης διάρκειας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2007, και τοποθετήθηκαν σε υπηρεσίες αυτού (ιατρικά εργαστήρια - τεχνική υπηρεσία), ως διοικητικοί υπάλληλοι, κατηγορίας, κατά περίπτωση, δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τεχνολογικής εκπαίδευσης και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.
Ότι τους ανατέθηκαν καθήκοντα διοικητικών υπαλλήλων όμοια με εκείνα των μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το οποίο δια των οργάνων του καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους. Ότι οι αρχικές συμβάσεις τους ανανεώθηκαν για ένα ακόμη δεκαοκτάμηνο, μετά τη λήξη του οποίου το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας έτσι τις εργασιακές συμβάσεις, χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων, αλλά και κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος.
Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε οι συμβάσεις τους ήταν συμβάσεις μαθητείας, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και συνακόλουθα οι συμβάσεις τους έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους συνιστούν για τον καθένα εξ υπαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με τις νόμιμες αποδοχές που αντιστοιχούν σε συμβασιούχους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για το μετά την απόλυση χρονικό διάστημα και μέχρι την άρση της υπερημερίας του, με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η καταστάσα τελεσίδικη 2364/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, έκρινε νόμιμη την αγωγή, δέχθηκε αυτή κατ' ουσία και αναγνώρισε, ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, και υποχρέωσε το αναιρεσείον να επαναπροσλάβει τους ενάγοντες, να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να τους απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπ' όψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι νόμιμη και δέχθηκε αυτή κατ' ουσίαν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν μπορεί να υπάρξει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις ανωτέρω νομικές σκέψεις, έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις ανωτέρω διατάξεις, ακόμη και αν οι αναιρεσείοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ.
Ούτε, επίσης, με τη μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται, σε κάθε δε περίπτωση, από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος αυτής και το άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τη αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, υπό το πρίσμα των όσων δέχθηκε το ΔΕΚ σε συναφείς υποθέσεις, καθώς και το άρθρο 21 του Ν.2190/1994 και άρθρα 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και κατά συνέπεια να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση" (ΑΠ330/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, και γι' αυτό, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμη.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, δοθέντος ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί μειωμένη γιατί η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το ΝΣΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2364/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Εξαφανίζει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2364/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δικάζει την από 30.12.2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει αυτή. Και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης ποσού δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ