Legislator Case Law & Legislation
460/2021 AI generated

Supreme Court dismisses social security fund's appeal on statute of limitations grounds regarding loan contract termination.

Case Number 460/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the E.F.K.A.'s appeal against a first-instance judgment regarding a loan contract dispute. The court found that the lower court correctly applied the five-year statute of limitations under Article 250(15) of the Civil Code, noting the contract lacked an automatic termination clause for missed payments. Consequently, the court ruled the claims were time-barred and rejected the appellant's arguments regarding the contract's validity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 250(15) of the Civil Code; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court holds that where a loan contract lacks an automatic termination clause for missed payments, the creditor must actively exercise the right to declare the debt due, and if this is not done within the limitation period, the claims become time-barred.

Keywords

AI generated
statute of limitations loan contract termination civil code provisions social security fund limitation period expiry

Cited Legislation

AI generated
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 51(1) of Law 4387/2016
Article 53(1) of Law 4387/2016
Article 70(9) of Law 4387/2016
Article 250(15) of the Civil Code
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 62(3)(θ) of Law 4387/2016
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 460 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 460/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ-ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)", που τυγχάνει περαιτέρω καθολικός διάδοχος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ι. του Κ. , κατοίκου Αιγίου Αχαΐας. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-05-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-02-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαίωμα να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως μεταξύ άλλων προσώπων έχουν, εφόσον ηττήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος, αλλά και οι καθολικοί διάδοχοι αυτών, με τους οποίους εξομοιούνται, προκειμένου περί νομικών προσώπων, οι οιονεί καθολικοί διάδοχοι αυτών.

Εξάλλου, με το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 4387/2016 (Α' 85) συνεστήθη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (νπδδ) με χρόνο ενάρξεως λειτουργίας την 1η Ιανουαρίου 2017, στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, εντάχθηκε αυτοδικαίως και το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) «[...] γγ. Τομέας Ασφάλισης Νομικών».

Σύμφωνα δε με το άρθρο 70 παρ. 9 του ως άνω ν. 4387/2016, ο ΕΦΚΑ συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων σ' αυτόν φορέων κύριας ασφάλισης, άρα δικαιούται να ασκήσει αιτήσεις αναιρέσεως ή να αποκρούσει αντίστοιχες αιτήσεις που στρέφονται κατ' αυτού και αφορούν τέτοιες διαφορές ή υποθέσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ως οιονεί καθολικό διάδοχο του εκκαλούντος - καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Αυτοαπασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.).

Συνεπώς, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 01-01-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. [...] Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) [...] 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν την προγενέστερη ρύθμιση με την προσθήκη δύο επιπλέον λόγων, που ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 1537/2017). Ειδικότερα, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, ΑΠ 1527/2017).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 721/2015).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).

Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 394/2017).

Περαιτέρω, με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του Δημοσίου. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αφορούν το Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (ΑΠ 663/2011).

Επακολούθησε το ΝΔ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεως των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το ΒΔ. 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον, ότι και κατά το άρθρο 101 ΝΔ 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Εκδόθηκε όμως το ΝΔ 496/1974, το οποίο, με τα άρθρα 44 επ., ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ΝΔ 496/1974 περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ΝΠ, παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ.1 εδ.α) [...] "Χρέη προς το Ν.Π.

α).., β)... ,γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2 ). Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ΝΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα ΝΠΔΔ" (πλήν των αναφερομένων στην παρ. 1) … "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν".

Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ΝΔ 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα:

"Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννημένων αξιώσεων.

Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".

Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ΝΔ 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το ΠΔ 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του ΝΔ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ΝΔ 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του ΠΔ 305/1985 (ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 1601/2014).

Τέλος, στο άρθρο 1 του ΝΔ 4114/1960 "Κώδικας περί Ταμείου Νομικών", ορίζεται ότι: "Το επί τη βάσει του νόμου 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτόν μεταγενεστέρων νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείο Νομικών, διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος κώδικος" και σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου ν. δ/τος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλο "Ταμείον Νομικών", υπαγόμενο στην εποπτεία του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, ενώ στη συνέχεια, κατ' άρθρο 36 παρ. 7 του ν.δ 1/1968, τούτο υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και ήδη με το άρθρο 25 παρ. 3 περ. A, υπό περ.γ' του ν. 3655/2008, εντάχθηκε στο ν.ΠΔδ "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α)", το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο αυτού, υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του ΠΔ 437/1977, που προαναφέρθηκε, το πρώην Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ΝΠΔΔ, δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 1203/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 του κώδικα αυτού (ΑΚ), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (806 ΑΚ). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Χρεώλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.

Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.

Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007, ΑΠ 637/1997).

Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 ν. 2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που : α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).

Αντίθετη εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω ν. 2362/1995 (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010), κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1....2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος:

περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις ανεξάρτητες Αρχές". Επίσης, η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του ν.2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν.1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.ΠΔδ) και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.

Ήδη με το άρθρο 137 παρ. 1 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α' 58/3-4-2008), ορίστηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο.

Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς : α)... .β)... .γ).....δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβασης, ε) Απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης .....".

Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του ν.3655/2008, η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 03-04-2008 (άρθρο 154), ρυθμίστηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 1440/2017, ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012).

[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Την 31-01-1996, η ανακόπτουσα - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), δικηγόρος Αιγίου, συνήψε με το ΝΠΔΔ με την επωνυμία " ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", του οποίου το καθού - εκκαλούν [Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Αυτοαπασχολούμενων (Ε.ΤΑ.Α) - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (ΤΑ.Ν)] κατέστη καθολικός διάδοχος δυνάμει του άρθρου 25 του Ν. 3655/2008, σύμβαση δανείου αποκατάστασης σεισμοπαθών άμισθων ασφαλισμένων, κατοίκων της πόλης και της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αιγίου, ποσού 2.500.000 δραχμών, προκειμένου να καλύψει τις επείγουσες ανάγκες της, έπειτα από τον ισχυρό σεισμό που έπληξε την πόλη του Αιγίου την 15-06-1995, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 3766/5-7-1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ.

Β41/4353/16-11-1995 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μέσα στα πλαίσια της υπ' αριθ. 2329/19-9-1994 πράξεως του Διοικητή και της 561/22-9-1995 αποφάσεως της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος. Η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ορίσθηκε σε εξήντα ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, ποσού 53.735 δραχμών η καθεμία, και με περίοδο χάριτος 18 μηνών, της πρώτης καταβλητέας την 31-08-1997 και της τελευταίας την 31-07-2002.

Σύμφωνα με ρητούς όρους της σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, ο δανειολήπτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, το "Ταμείο Νομικών" δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξη του.

Η ανακόπτουσα έλαβε το ποσό του δανείου, κατέβαλε, όμως, μόνο 30 από τις οφειλόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Με την υπ' αριθμ. …/30.11.2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής ο Διευθυντής του Ταμείου του ΤΑΝ καταλόγισε σε αυτήν οφειλή συνολικού ποσού 10.953,38 ευρώ και, ειδικότερα, για κεφάλαιο και συμβατικούς τόκους του ως άνω δανείου, ποσό 4.452,09 ευρώ και για τόκους υπερημερίας 6.501,29 ευρώ, ενώ η ως άνω καταλογιστική πράξη εστάλη στην Δ.Ο.Υ. Αιγίου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... /12-04-2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου αυτής και εστάλη στην ανακόπτουσα η υπ' αριθμ. ... /15-4-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών. Η τελευταία άσκησε την υπό κρίση ανακοπή ζητώντας την ακύρωση των ανωτέρω πράξεων [...].

Οι αξιώσεις του "Ταμείου Νομικών" για καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων από τη σύμβαση δανείου που είχε συνάψει με την ανακόπτουσα, ενόψει του ότι η εν λόγω σύμβαση ουδέποτε καταγγέλθηκε, υπόκειντο στην πενταετή παραγραφή, κατ' άρθρο 250 περ. 15 ΑΚ. Τούτο, διότι, με το άρθρο μόνο του ΠΔ 437/1977, εξαιρέθηκαν όλων των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 οι ασφαλιστικοί οργανισμοί που υπάγονταν στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μεταξύ δε αυτών και το "Ταμείο Νομικών", που υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων με το άρθρο 36 παρ. 7 του ΝΔ 1/1968. Επομένως, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 44 του ΝΔ 496/1974, που ρυθμίζει την παραγραφή των αξιώσεων κατά και υπέρ των ΝΠΔΔ ούτε το ΝΔ 4114/1960 "περί Κώδικα Ταμείου Νομικών" περιείχε διάταξη που να ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα της παραγραφής των απαιτήσεων του Ταμείου, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, η διάταξη του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ.

Μετά την ισχύ του N. 3655/2008, οι σχετικές αξιώσεις του καθού - εκκαλούντος, που υπεισήλθε στη θέση του " Ταμείου Νομικών", για την καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων, που δεν είχαν ήδη παραγραφεί, ενόψει του ότι εκάστη αξίωση είναι αυτοτελής παραγράφονται πλέον μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, όλες οι τοκοχρεολυτικές δόσεις του επίδικου δανείου, η τελευταία των οποίων έπρεπε να καταβληθεί την 31-07-2002, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ, που συμπληρώθηκε την 01-01-2008, ήτοι πριν τη θέση σε ισχύ του Ν. 3655/2008 (03-04-2008). Ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση ανακοπής θα πρέπει να γινει δεκτός ως νόμω και ουσία βάσιμος. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ίδια και έκανε δεκτή την ανακοπή δεν έσφαλε, σωστά εφάρμοσε τον νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 ν.2362/1995 δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών.

Περαιτέρω στην δανειακή σύμβαση αναφέρεται ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το "Ταμείο Νομικών" δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξή του, δηλαδή να την καταγγείλει, δεν αναφέρεται πουθενά ότι δεν απαιτείται καταγγελία".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, ακυρώνοντας την υπ' αριθμ. ... /30-11-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής του Διευθυντή του Τ.Α.Ν και την υπ' αριθμ. ... /12-4-2013 Ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.

Αιγίου. Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, ειδικότερα, αυτή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, για την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη υπόθεση και την οποία ορθώς εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσείοντος σχετικά με τη λύση της ένδικης δανειακής σύμβασης, δεδομένου ότι σε αυτή δεν περιέχεται όρος για αυτοδίκαιη λύση της σε περίπτωση καθυστέρησης των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αλλά ούτε και εκείνες των άρθρων 25 και 86 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού", οι οποίες δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν και, ορθώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν εφάρμοσε.

Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3655/2008, στις 03-04-2008, το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε με καταγγελία το σχετικό όρο της σύμβασης του επιδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσοτέρων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, με συνέπεια οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων τούτου να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (03-04-2008).

Η παραδοχή δε του εφετείου, ότι δεν υπήρξε καταγγελία της συμβάσεως και, ως εκ τούτου, οι επί μέρους τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατήρησαν την αυτοτέλειά τους, ουδόλως αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή ότι είχε οριστεί δήλη ημέρα για την καταβολή εκάστης των ανωτέρω δόσεων. Επομένως, οι πρώτος από τον αρ. 1 μόνον (όχι και 6) και δεύτερος, από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Θ' ν. 4387/2016 (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρ. 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/ 8.12.1992 κοινής αποφ. των Υπουργών Οικονομικών και Δικ/νης, όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-02-2019 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.) για αναίρεση της 4/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ