460/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated460/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ζήτησαν επίσης οι ενάγοντες, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το ποσόν των 30.000 € νομιμοτόκως από 11-11-2009, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αναφερόμενη στην αγωγή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 460 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 460/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Θεοχάρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του Γ. Π. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1132/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2033/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-6-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 παρ. 1 και 648 έως 661 Κ.Πολ.Δ.), 2033/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 23-10-2012 έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της 1132/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 14-12-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος - εναγομένου (ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, απερρίφθη η αγωγή, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως) και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα εναγόμενο να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα το ποσό των 13.206,16 €, νομιμοτόκως, που αφορούσε επιστροφή της δοθείσας, από την τελευταία, προς τον αναιρεσείοντα εγγύησης, λόγω λήξης της μεταξύ των σύμβασης μίσθωσης, κατά τα ειδικότερον σ' αυτή εκτιθέμενα.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με τους αναιρετικούς λόγους: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από 14-12-2009 αγωγή τους, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (αριθμ. εκθ. καταθ. 2797/112/2010 ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών να τους καταβάλει το ποσόν των 13.206,16 € νομιμοτόκως από 11-11-2009, άλλως από την επίδοση της αγωγής, το οποίο αφορούσε στην επιστροφή της εγγυοδοσίας, που είχε καταβάλει η πρώτη των εναγόντων ανώνυμη εταιρεία, μισθώτρια του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου, στον εκμισθωτή εναγόμενο, κατά τη σύναψη της μεταξύ τους συμβάσεως μισθώσεως (26-1-1993), λόγω λήξεως, την 30-10-2009 αυτής και εκπληρώσεως από την μισθώτρια εταιρεία όλων των υποχρεώσεών της από τη μίσθωση.
Ζήτησαν επίσης οι ενάγοντες, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το ποσόν των 30.000 € νομιμοτόκως από 11-11-2009, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αναφερόμενη στην αγωγή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα Γ. Π. για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, κρίνοντας ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μισθώτρια της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως φέρεται η πρώτη των εναγόντων ανώνυμη εταιρία, ο δε δεύτερος των εναγόντων, νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, δεν καθίσταται μισθωτής από μόνη την ιδιότητά του αυτή.
Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή, καθόσον με αυτή οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το ποσόν των 30.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δέχθηκε, κατά τα λοιπά, την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρία το ποσόν των 13.206,16 €, νομιμοτόκως από 13.11.2009.
Η έφεση του εκκαλούντος (εναγομένου της αγωγής) στρέφεται κατά του δευτέρου των εφεσιβλήτων Γ. Π. (δεύτερου ενάγοντα) ως προς τον οποίο η αγωγή απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ως απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, (άρθρ. 68 ΚΠολΔ), λόγω του ότι αυτός, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν ήταν φορέας (μισθωτής) της επίδικης έννομης σχέσεως (συμβάσεως μισθώσεως).
Επομένως ο εκκαλών, ως διάδικος που νίκησε, αναφορικώς με τον ενάγοντα αυτόν, δεν έχει έννομο συμφέρον να στρέψει και κατ' αυτού την έφεση (άρθρ. 516 παρ. 2 ΚΠολΔ), διότι η αγωγή εκείνου εναντίον του απορρίφθηκε για τον ως άνω νόμιμο λόγο και επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει παράπονό του κατά της απορρίψεως της αγωγής για τον τυπικό αυτό λόγο (ΑΠ 503/1989 ΝοΒ 1990.812).
Με τον πρώτο λόγο εφέσεως ο εκκαλών προβάλλει ότι η αγωγή των αντιδίκων του έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι οι ενάγοντες δεν εξέθεταν στο δικόγραφο αυτής τον λόγο για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η εγγυοδοσία, ήτοι αν αυτή συμφωνήθηκε προς εξασφάλιση του μισθώματος ή ως αρραβώνας, ή ως ποινική ρήτρα ή ως συμβατική εγγυοδοσία προς κάλυψη ζημιών.
Στην αγωγή, με την οποία ζητείται η επιστροφή της εγγυοδοσίας, πρέπει να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η εγγυοδοσία αυτή, καθώς και η αιτία για την οποία υπάρχει η υποχρέωση επιστροφής της... Στην προκειμένη περίπτωση στην αγωγή εκτίθεται ότι οι ενάγοντες, κατά την υπογραφή του από 26.1993 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, κατέβαλαν στον εναγόμενο ως εγγυοδοσία το ποσόν των 4.500.000 δραχμών, (13.206,16 €), το οποίο δόθηκε, όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, για την πιστή τήρηση των όρων της μισθώσεως, τους οποίους οι ενάγοντες αναφέρουν ότι όντως τήρησαν, η δε σύμβαση μισθώσεως, όπως επίσης εκθέτουν, έληξε με συμφωνία των διαδίκων στις 30.10.2009.
Επομένως η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία για το ορισμένο αυτής και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 269, 527 αρ. 3, 529 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στην δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα (άρθρο 442 ΑΚ).
Η προβολή της ενστάσεως αυτής μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με την μορφή κυρίου ή προσθέτου λόγου εφέσεως (ΑΠ 636/2015, 1281/2014. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών - εναγόμενος με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του προβάλλει ένσταση συμψηφισμού έναντι της αξιώσεως της πρώτης εφεσίβλητης για την επιστροφή της εγγυοδοσίας ποσού 13.206,16 €, ανταπαίτησής του αποζημιώσεως για φθορές και ζημίες που η αντίδικός του επέφερε στο μίσθιο, πέραν της συνήθους χρήσεως, ύψους 441.633,47 €.
Η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από τον εκκαλούντα - εναγόμενο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και προτάσεις εναγομένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, μη αποδεικνυόμενη δε εγγράφως ή με δικαστική ομολογία της αντιδίκου του και ενόψει του ότι ο εκκαλών δεν επικαλείται τις προϋποθέσεις της βραδείας προβολής της (άρθρ. 269 παρ. 2 εδ α', β', 527 εδ. 3 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτη.
Ο λόγος επομένως της εφέσεως με τον οποίο προβάλλεται η ένσταση αυτή είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του ο εκκαλών προβάλλει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτιμώντας πλημμελώς τις αποδείξεις, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αντιδίκου του εταιρίας και τον υποχρέωσε στην καταβολή του ως άνω ποσού, ενώ εάν εκτιμούσε ορθά αυτές έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο εκκαλών, δυνάμει του από 26.1.1993 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από 1.1.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, εξεμίσθωσε στην πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία ένα κτίριο με το οικόπεδό του, κυριότητάς του, κείμενο στα ..., επί της οδού ..., συνολικής μικτής επιφανείας 1.700 τ.μ.
περίπου, αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο, μεσόροφο και δύο (2) ορόφους, πάνω από το ισόγειο του δώματος, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την μισθώτρια ως χώρος εγκαταστάσεως της επιχειρήσεώς της εμπορίας ιατροφαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και συναφών ειδών, καλλυντικών, ιατρικών μηχανημάτων κλπ.
Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε από 1.1.1994 έως 31.12.2002, παραταθείσα διαδοχικά από τον νόμο μέχρι 31.12.2010, το δε μηναίο μίσθωμα, το οποίο αρχικά είχε συμφωνηθεί στο ποσόν των δραχμών 1.450.000, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά τους ειδικότερους όρους του συμφωνητικού, διαμορφώθηκε, μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές, για το έτος 2009 στο ποσόν των 18.725,64 €, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%.
Η πρώτη εφεσίβλητη, μισθώτρια εταιρία, κατά την σύναψη της συμβάσεως κατέβαλε στον εκκαλούντα εκμισθωτή, ως εγγυοδοσία, για την πιστή τήρηση των όρων αυτής το ποσόν των δραχμών 4.500.000 (13.206,16 €), που συμφωνήθηκε να παραμείνει στα χέρια του εκμισθωτή κατά την διάρκεια της συμβάσεως, να επιστραφεί δε στην μισθώτρια κατά την λύση αυτής (βλ.
τελευταίο όρο του από 26.1.1993 ιδιωτικού συμφωνητικού). Το ποσόν αυτό δόθηκε από την μισθώτρια στον εκμισθωτή ως προκαταβολή έναντι μελλοντικού χρέους της που θα παρέμεινε τυχόν ανεξόφλητο, οπότε θα καταλογιζόταν σε αυτό και δεν αποτελούσε αντικείμενο παρεπομένης συμφωνίας ποινικής ρήτρας (άρθρ. 404 επ. ΑΚ), αφού στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε όρους καταπτώσεως του ποσού αυτού υπέρ του εκμισθωτή, όροι οι οποίοι, όταν συνομολογείται ποινική ρήτρα, πρέπει να είναι ρητοί (ΕφΑθ. 6744/2006, 32736/2003).
Στις αρχές του έτους 2009 η πρώτη εφεσίβλητη και ο εκκαλών συμφώνησαν να λύσουν την μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως του ακινήτου με απόδοση αυτού από την πρώτη στον δεύτερο, γεγονός που έλαβε χώρα, όπως οι διάδικοι συνομολογούν στις 30.10.2009. Επομένως, εφόσον έληξε η αιτία για την οποία ο εκκαλών εκμισθωτής είχε στα χέρια του την ως άνω παροχή της εγγυοδοσίας, (άρθρ. 904 παρ. 1 ΑΚ) όφειλε να επιστρέψει το ποσόν αυτής στην πρώτη των εφεσιβλήτων μισθώτρια, πράγμα που δεν έπραξε παρά το ότι η τελευταία τον όχλησε με την από 12.11.2009 εξώδικο δήλωσή της που επέδωσε σε αυτόν στις 12.11.2009 (βλ. ...
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Σ.). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε, ως προς την αξίωση αυτή, την αγωγή της πρώτης των εφεσιβλήτων (αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία) και υποχρέωσε τον εκκαλούντα να της καταβάλλει το ποσόν των 13.206,16 € νομιμοτόκως από 13.11. 2009 δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η από 6.8.2012 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 138217/2012 αγωγή του κατά των αντιδίκων του, με την οποία ζητεί να του επιδικασθεί το ποσόν των 441.633,47 € ως αποζημίωση για βλάβες και φθορές πέραν της συνήθους χρήσεως που αυτοί επέφεραν στο μίσθιο ακίνητο αποτελεί πρόκριμα της ένδικης αγωγής αυτών εναντίον του και συντρέχει περίπτωση αναστολής της παρούσας δίκης, κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής εκείνης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η ένδικη αξίωση περί επιστροφής της εγγυοδοσίας, είναι ανεξάρτητη από την αξίωση για φθορές και βλάβες στο μίσθιο, αφού και αν ακόμη ο εκμισθωτής εκκαλών δεν είχε υποχρεωθεί να επιστρέψει το ποσόν της εγγυοδοσίας και το είχε στα χέρια του, αυτό, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής του για φθορές και βλάβες στο μίσθιο, θα καταλογιζόταν στο επιδικαζόμενο για την αιτία αυτή ποσόν, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν".
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Σύμφωνα με τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο: 1) (αριθμ. 1). Αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομικής αοριστίας ή μη της αγωγής. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν δηλαδή για το σχηματισμό της περί αοριστίας ή μη της αγωγής κρίσης του αξιώνει περισσότερα στοιχεία από εκείνα τα οποία ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου θέτει, τον οποίο έτσι ερμηνεύει ψευδώς και τον παραβιάζει ευθέως 2) (αριθμ. 8).
Αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "ως πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο, ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ' ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε• 3) (αριθμ. 14). Αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης τον προταθέντα με τον πρώτο λόγο της έφεσής του και απορριφθέντα από το Εφετείο ισχυρισμό του, ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, διότι ο ενάγων δεν εκθέτει στο δικόγραφο αυτής το λόγο για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η εγγυοδοσία ήτοι, αν αυτή συμφωνήθηκε προς εξασφάλιση του μισθώματος, ή ως αρραβώνας ή ως ποινική ρήτρα ή ως συμβατική εγγυοδοσία προς κάλυψη ζημιών (κατ' εκτίμηση).
Στην αγωγή με την οποία ζητείται η επιστροφή εγγυοδοσίας πρέπει να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε η εγγυοδοσία αυτή, καθώς και η αιτία για την οποία υπάρχει η υποχρέωση επιστροφής της. Εξάλλου το χρηματικό ποσό που δίδεται από μισθωτή στον εκμισθωτή κατά την έναρξη της μίσθωσης και αποκαλείται στις συναλλαγές "εγγύηση" διέπεται ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων (361 ΑΚ), είναι δε δυνατό να δοθεί για εξασφάλιση του μισθώματος ή ως αρραβώνας ή για κάλυψη της ζημιάς από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης (κ.λπ.), είτε ως ποινική ρήτρα, είτε ως συμβατική εγγυοδοσία.
Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία και αποτελεί ειδικότερα προκαταβολή (άρθρο 416 ΑΚ) του ιδίου του (ενδεχόμενου) οφειλέτη μισθωτή έναντι μελλοντικού χρέους του που θα μείνει τυχόν ανεξόφλητο οπότε θα καταλογιστεί σ' αυτό το ποσό της εγγυοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ του περιεχομένου της ένδικης, από 14-12-2009, αγωγής της αναιρεσίβλητης, σ' αυτήν εκτίθεται ότι οι ενάγοντες κατά την υπογραφή του από 26-1-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, κατέβαλαν στον εναγόμενο-εκμισθωτή, ως εγγυοδοσία το ποσόν των 4.500.000 δραχμών (13.206,16 €), το οποίο δόθηκε, όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, για την πιστή τήρηση των όρων της μισθώσεως, τους οποίους οι ενάγοντες αναφέρουν ότι όντως τήρησαν, η δε σύμβαση μισθώσεως έληξε με συμφωνία των διαδίκων, στις 30-10-2009.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο αυτής, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 και 216 ΚΠολΔ, αφού κατά τα ανωτέρω αναφέρεται σ' αυτή, ο λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε αυτή και η αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της και επομένως, το Εφετείο, που έκρινε αυτή ορισμένη, όχι παρά το νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, για το λόγο αυτό και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του, να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιός ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 509/2002, ΑΠ 945/2008).
Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις, εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο, ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφ' όσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός, προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2, νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου, αρνητική κρίση, για τη συνδρομή του δεδικασμένου πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (Ολ.ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 1311/2018).
Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 16 αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει, επίσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει τις, εκ των αριθμών 11γ, 8 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις ισχυριζόμενος τα ακόλουθα: Ότι το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 73/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εδώ αναιρεσίβλητης με τον αρχικά συνεναγόμενό της (εναγόμενοι στη δίκη του Εφετείου για την οποία εκδόθηκε η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση) να καταβάλουν, εις ολόκληρον, στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, λόγω πρόωρης την 17-9-2009 καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-μισθώτριας το ποσό των 227.662,16 €, ποσό που αντιστοιχεί στην εξαιτίας της υπερημερίας καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων της ένδικης μίσθωσης πριν την καταγγελία, μισθωμάτων του εξαμήνου μετά την καταγγελία και αποζημίωσης, λόγω της πρόωρης κατά τα άνω καταγγελίας.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι, με βάση τα προαναφερόμενα, το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη την υπ' αριθμ. 73/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αγνόησε το δεδικασμένο της μεταξύ των διαφοράς, σύμφωνα με το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε πρόωρα και υπαίτια με μονομερή δήλωσή της, την μεταξύ των υφιστάμενη μίσθωση στις 17-9-2009 και ότι ήταν υπερήμερη περί την καταβολή μισθωμάτων, πριν την καταγγελία, μισθωμάτων του εξαμήνου μετά την καταγγελία και αποζημίωσης λόγω καταγγελίας.
Ότι τα περιστατικά αυτά, τα οποία έχουν κριθεί από προηγούμενη απόφαση της αναιρεσιβαλλομένης "δεν δύνανται να έχουν διαφορετική ερμηνεία και αντιμετώπιση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση". Ο λόγος αυτός (δεύτερος) υπό την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια, εκ του αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο ίδιος, ως άνω, λόγος υπό την υπό την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια, εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός, προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) και ρητά απορρίφθηκε.
Συνακόλουθα, απορριπτέος είναι για τον ίδιο λόγο και από τον αριθμό 8 του ιδίου ως άνω άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός. Περαιτέρω, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο (δεύτερο) ο αναιρεσείων προβάλλει ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη μισθώτρια απεχώρησε από το μίσθιο κατόπιν συμφωνίας τους στις 30-9-2009 και ότι υπάρχει δήθεν σχετική ομολογία του για συναινετική λύση της συμβάσεως μισθώσεως.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι σε σχέση με την ανωτέρω αιτίαση, αυτή δέχθηκε τα εξής: "Στις αρχές του έτους 2009 η πρώτη εφεσίβλητη και ο εκκαλών συμφώνησαν να λύσουν την μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως του ακινήτου, με απόδοση αυτού από την πρώτη στον δεύτερο, γεγονός που έλαβε χώρα, όπως οι διάδικοι συνομολογούν, στις 30-10-2009".
Από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι η ομολογία του αναιρεσείοντος δεν αναφέρεται στην συναινετική λύση της συμβάσεως μισθώσεως αλλά στο χρόνο απόδοσης του μισθίου, που έλαβε χώρα στις 30-10-2009.
Συνεπώς ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης, κατά την προαναφερομένη αιτίασή του, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι η αιτίαση αυτή που αφορά κρίση περί τα πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι, δηλαδή, εσφαλμένα το Εφετείο ερμήνευσε τον σχετικό όρο του από 26-1-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, κατά παραβίαση των συναλλακτικών ηθών, της καλής πίστης και των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρα 200, 288 του ΑΚ και 336 Κ.Πολ.Δ.) και δέχθηκε ότι η καταβολή της εγγύησης αποτελούσε προκαταβολή της μισθώτριας έναντι μελλοντικού χρέους της που θα παρέμεινε τυχόν ανεξόφλητο, οπότε θα καταλογιζόταν σε αυτό και όχι συμφωνία για ποινική ρήτρα, ενώ έπρεπε να δεχθεί το κατά τις απόψεις του ορθό, ότι το ποσό αυτό αποτελούσε ποινική ρήτρα. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του, δεν προέβη σε ερμηνεία του από 26-1-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, αναφορικά με τον επίμαχο όρο και δεν παραβίασε τις ανωτέρω επικληθείσες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 200, 288 του ΑΚ και 336 του ΚΠολΔ και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά την παραπάνω αιτίασή του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολομ.
ΑΠ 1735/2008, ΑΠ 862/2011). Παράλληλα κατά τη διάταξη του άρθρου 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως απαράδεκτο του οποίου, η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 862/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 αριθμ. 3 και 529 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη, επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η προβολή για πρώτη φορά, με ειδικό λόγο έφεσης, από τον εναγόμενο, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση, νέων πραγματικών ισχυρισμών, που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως ή είχαν προβληθεί απαραδέκτως (αόριστοι) και αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι και η ένσταση συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως (άρθρ. 442 ΑΚ), υπό την έννοια, ότι πρέπει η άμεση (παραχρήμα) απόδειξη να περιλαμβάνει το σύνολο των προβαλλομένων ουσιωδών περιστατικών του αντιστοίχου περί συμψηφισμού ισχυρισμού του εκκαλούντος, έτσι ώστε να καταλείπεται μόνο η υπαγωγή αυτών καταφατικά ή αποφατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη άλλης περαιτέρω ουσιαστικής έρευνας (ΑΠ 1337/2014).
Ειδικότερα, η ανωτέρω άμεση απόδειξη δεν σημαίνει προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς, αλλά απόδειξη του περί συμψηφισμού ισχυρισμού, κατά την υποβολή του, μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, διότι αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευτεί και το δικαίωμα του τελευταίου (αντιδίκου), για ανταπόδειξη.
Η κρίση δε του Εφετείου ότι ο νέος περί συμψηφισμού ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο έφεσης, αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα του ουσιαστικού δικαστηρίου, η δε αδυναμία απόδειξης της ανταπαίτησης με τον προαναφερθέντα τρόπο, έχει σαν αποτέλεσμα, η ένσταση συμψηφισμού να απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 752/2011, ΑΠ 1990/2007).
Ο αναιρεσείων με τον τέταρτο (4ο) λόγο της αναίρεσης, προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμ. 1 και 14 κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο είχε προβάλει ένσταση συμψηφισμού έναντι της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, για την επιστροφή της εγγυοδοσίας, ποσού 13.206,16 €, ανταπαίτησής του, αποζημιώσεως για φθορές και ζημίες που η αναιρεσίβλητη επέφερε στο μίσθιο, πέραν της συνήθους χρήσεως, ύψους 441.633,47 €.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου, αυτό δέχθηκε, ως προς την ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών-εναγόμενος με τον τρίτο λόγο της έφεσής του προβάλλει ένσταση συμψηφισμού έναντι της αξιώσεως της πρώτης εφεσίβλητης για την επιστροφή της εγγυοδοσίας ποσού 13.206,16 €, ανταπαίτησής του αποζημιώσεως για φθορές και ζημίες που η αντίδικός του επέφερε στο μίσθιο, πέραν της συνήθους χρήσεως, ύψους 441.633,47 €.
Η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από τον εκκαλούντα-εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και προτάσεις του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, μη αποδεικνυομένη δε εγγράφως η με δικαστική ομολογία της αντιδίκου του και ενόψει του ότι ο εκκαλών δεν επικαλείται τις προϋποθέσεις της βραδείας προβολής της (άρθρ. 269 παρ. 2 εδ.
α', β', 527 εδ. 3 Κ.Πολ.Δ), είναι απαράδεκτη". Ενόψει των εκτεθέντων, απορρίπτοντας το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, των από 1-10-2010 προτάσεων του αναιρεσείοντος στον πρώτο βαθμό και του περιεχομένου της εκδοθείσας, στη συνέχεια, υπ' αριθμ. 1132/2011 πρωτόδικης απόφασης, δεν είχε υποβληθεί τέτοια ένσταση, η οποία προβαλλόμενη για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, δεν αποδείχθηκε από τον εναγόμενο - ενιστάμενο - αναιρεσείοντα, κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του Εφετείου, από έγγραφα ή με δικαστική ομολογία της αντιδίκου του.
Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που δεν περιέχει άλλους λόγους, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 189, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2018 αίτηση του αναιρεσείοντος, Ι. Τ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2033/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ