Legislator Case Law & Legislation
460/2019 AI generated

460/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 460/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

460/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τ., όσο και η διαθήκη του πατέρα τους Δ. Τ. εγράφησαν από την ήδη αναιρεσείουσα καθ' υπαγόρευση του πατέρα τους παρόντων όλων (και των διαθετών γονέων και των τριών τέκνων-κληρονόμων) και ότι εξέφραζαν την αληθή βούληση των διαθετών και κατά συνέπεια δεν ήταν πλαστογραφημένες, όπως ο ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε με την έγκληση αυτή, και ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος αυτής (αναιρεσείουσας) και του αδελφού της Χ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 460 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 460/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Καλαγκιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Σεραφείμ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 575/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3097/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π.3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής απόδοσης ωφελημάτων του αναιρεσίβλητου, λόγω ακυρότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, που αφορά τα καταλειφθέντα κληρονομιαία στοιχεία (ακίνητα και επιχείρηση) της διαθέτιδας, προβληθείσα ένσταση, από το άρθρο 281 ΑΚ, της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη.

Γι' αυτό, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. 2628/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε προσκομίσει μετ' επικλήσεως για την απόδειξη της ένστασης της από το αρθ. 281 ΑΚ και το οποίο μετά από έγκληση του ήδη αναιρεσίβλητου αποφάνθηκε ότι η επίμαχη διαθήκη της μητέρας των διαδίκων Μ.

Τ., όσο και η διαθήκη του πατέρα τους Δ. Τ. εγράφησαν από την ήδη αναιρεσείουσα καθ' υπαγόρευση του πατέρα τους παρόντων όλων (και των διαθετών γονέων και των τριών τέκνων-κληρονόμων) και ότι εξέφραζαν την αληθή βούληση των διαθετών και κατά συνέπεια δεν ήταν πλαστογραφημένες, όπως ο ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε με την έγκληση αυτή, και ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος αυτής (αναιρεσείουσας) και του αδελφού της Χ.

Τ. του Δ. τις κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης κατ' εξακολούθηση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., της έλλειψης νόμιμης βάσης, ελέγχονται οι ελλείψεις της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της δικαζόμενης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα του δικαίου. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά (Ολ.Α.Π.44/1990, Α.Π.581/2018).

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., επειδή το Εφετείο, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αυτό απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως ουσία αβάσιμη, ενώ αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και το δικαστήριο της ουσίας δεν εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνά της.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο.

Οι συνέπειες που προκαλούνται για τον υπόχρεο δεν πρέπει αναγκαίως να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολ.Α.Π. 17/1995). Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 62/1990).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π.20/2011, 27και 28/1998). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των από 24-11-2016 προτάσεων της αναιρεσείουσας, που υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτή είχε προβάλλει έναντι των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), εκθέτοντας ότι ''η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε σε βάρος της κατά παράβαση των αναφερομένων στο άρθρο 281 ΑΚ, διότι ο ενάγων γνώριζε για την ακυρότητα (πλαστότητα) της επίμαχης διαθήκης της μητέρας τους Μ.

Τ., ότι αυτή αποτύπωνε την αληθή βούληση της διαθέτιδος και ότι υπογράφηκε από την ίδια. Ότι αυτός συμφώνησε και συνέπραξε στη σύνταξη της εν λόγω διαθήκης, αποδεχθείς το περιεχόμενο και τους όρους της και ότι πράττει κατά προφανή κατάχρηση δικαιώματος, όταν ένδεκα ολόκληρα χρόνια μετά ζητά την ακύρωσή της.

Ότι τυχόν αποδοχή της αγωγής θα είχε οδυνηρές και επαχθέστατες συνέπειες για αυτήν (εναγόμενη), αφού ουδέποτε είχε διανοηθεί ότι ο αντίδικος θα υιοθετούσε τέτοια συμπεριφορά, λόγω του ότι η σύνταξη και το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης αποτέλεσε αντικείμενο κοινής συμφωνίας όλης της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένου και αυτού''.

Την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, περί καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος του ήδη αναιρεσίβλητου προς ακύρωση της επίμαχης διαθήκης της μητέρας τους, η υπ' αριθμ. 575/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την απέρριψε ως μη νόμιμη. Την παραπάνω ένσταση επανέφερε η αναιρεσείουσα και ενώπιον του Εφετείου με την από 27-4-2017 έφεσή της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση κατάχρησης του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου ως μη νόμιμη και απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, δεχόμενο τα εξής: "με την παραδοχή ότι οι εναγόμενοι καταφάσκουν την ιστορική βάση της αγωγής, ότι δηλαδή η επίδικη διαθήκη της μητέρας τους είναι πλαστή, εφόσον γράφηκε και υπογράφηκε από την πρώτη εναγόμενη καθ' υπαγόρευση της μητέρας της, επομένως υπάρχει νόμιμο δικαίωμα του ενάγοντος για απόδοση των ωφελημάτων της κληρονομίας εκ μέρους των εναγόμενων ως κακόπιστων νομέων.

Τα ως άνω περιγραφόμενα στον πρώτο λόγο και των δύο κρινόμενων εφέσεων νέα γεγονότα, με τα οποία οι εναγόμενοι επιχειρούν να στηρίξουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ), δεν μπορούν να υπαχθούν στη διάταξη αυτή, διότι όλα τα επικαλούμενα από αυτούς νέα περιστατικά ερείδονται στη γνώση του ενάγοντος περί της πλαστής διαθήκης, ήτοι στη δημιουργηθείσα και υφιστάμενη παράνομη κατάσταση της ύπαρξης πλαστής διαθήκης και της κακής πίστεως των εναγόμενων ως νομέων κληρονομίας, την οποία, άλλωστε, οι εναγόμενοι συνομολογούν.

Συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν δύνανται να αρύονται από την παράνομη αυτή κατάσταση της απόλυτης ακυρότητας της διαθήκης δικαίωμα αντιτάξιμο στο νόμιμο αίτημα του ενάγοντος περί απόδοσης των ωφελημάτων, η δε επικαλούμενη βλάβη των εναγόμενων είναι η ικανοποίηση του ενάγοντος", χωρίς να αναφερθεί στα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά :

α) της προηγούμενης συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου (παρουσία και συμφωνία στο περιεχόμενο της διαθήκης), β) στο χρονικό διάστημα αδράνειας των ένδεκα ετών, γ) στην εύλογη πεποίθηση μη άσκησης δικαιώματος και δ) στις ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες για την υπόχρεο, που είχε προτείνει για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού αυτού.

Όμως με βάση τα εκτιθέμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά η ένσταση αυτή είναι νόμιμη και έπρεπε να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Επομένως το Εφετείο με την ως άνω κρίση του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από τους δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε' ΚΠολΔ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.4335/15. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3097/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ