Supreme Court dismisses appeal against final compensation unit price determination in expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Regional Court of Aegean's final determination of the compensation unit price for an expropriated property. The State argued procedural errors regarding the allocation of legal costs to the lawyer's association rather than the claimant. The court ruled that the lower court correctly applied the law, noting that the specific provision excluding cost allocation to the bar association does not apply to annulment proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13(1)(c) of the Forced Expropriation Code; Article 18(4) of Law 2882/2001: The specific provision excluding the application of the bar association cost allocation rule to expropriation proceedings does not apply to annulment proceedings governed by the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 460 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 460/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Σταμέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Γ. Κ., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κουρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης (μετά την έκδοση της 44/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου και συνεκδικάστηκε με την (διά των προτάσεών του) ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκε η 193/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 13-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 193/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2011 αίτηση, ζητείται η αναίρεση της 193/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγιναν δεκτές εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμες: α) η αίτηση της αναιρεσίβλητης και β) η ανταίτηση του αναιρεσείοντος, προσδιορίστηκε οριστικά η τιμή μονάδος αποζημίωσης του ακινήτου με α/α ... που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με την υπ’ αριθμ. .../ 0010/6-3-2002 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών - Συγκοινωνιών, το οποίο εμφανίστηκε στο … Κτηματολογικό διάγραμμα της Ελληνικής ...ς ΕΠΕ και στον από μηνός Ιανουαρίου 2004 διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα, αναγνωρίστηκε η αιτούσα δικαιούχος της παραπάνω αποζημίωσης και επιβλήθηκε σε βάρος του καθού Ελληνικού Δημοσίου η δικαστική δαπάνη της αιτούσας η οποία ορίστηκε α) σε 294 ευρώ για την παράσταση του δικηγόρου της και β) στην πληρωμή της αμοιβής του πληρεξουσίου της δικηγόρου σε ποσοστό 3% επί της πιο πάνω αποζημίωσης.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. γ’ του κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ΚΑΑΑ), ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα που προσδιορίζονται, κυρίως, από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν, κατά τον χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του, ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Aρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 160/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τα εξής: "Με την υπ’ αριθμ. .../0010/6-3-2002 κοινή απόφαση του Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών - Συγκοινωνιών που δημοσιεύθηκε και μεταγράφτηκε νόμιμα (ΦΕΚ 204/14-5-2002), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την δημιουργία νέου αεροδρομίου στην Πάρο συνολική έκταση 728.281,56 τ.μ.
με τα επικείμενά της, στην περιοχή "..." της Πάρου, όπως η έκταση αυτή εμφανίζεται στα από μηνός Απριλίου 1998 κτηματολογικά διαγράμματα και τον κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας που ελέγχθηκαν και θεωρήθηκαν αρμοδίως. Τα εν λόγω κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης τροποποιήθηκαν εν μέρει και διορθώθηκαν με τα υπό στοιχ. ...
από Ιανουαρίου 2004 κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που συντάχθηκαν από την εταιρία "... ΕΠΕ" και ομοίως ελέγχθηκαν και θεωρήθηκαν αρμοδίως. Μεταξύ των ως άνω ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, περιλαμβάνεται και μία εδαφική έκταση επιφανείας 1.598,89 τ.μ. με α/α ..., η οποία αποτελεί τμήμα ενός μεγαλυτέρου αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 7.693,15 τ.μ.
Το εν λόγω ακίνητο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης, και εκτός ορίων και ζώνης οικισμού, και απέχει από τη θάλασσα πάνω από 800 μέτρα. Η περιοχή στην οποία βρίσκεται το προαναφερθέν ακίνητο, δεν παρουσιάζει τουριστική ανάπτυξη, ούτε οικιστικό ενδιαφέρον. Στην ιδιοκτησία αυτή (που απαλλοτριώνεται) υπάρχει ξερολιθιά μήκους 93,51 μ.
Η αντικειμενική αξία του υπόψη ακινήτου, όπως αυτή προκύπτει από το από 27-1-2010 έντυπο προσδιορισμού το οποίο έχει εκδοθεί από τον οικονομικό έφορο της ... ανέρχεται σε έξι (6) ευρώ το τ.μ. Εκτίμηση της αξίας του ως άνω απαλλοτριωμένου ακινήτου δεν έγινε από την προβλεπόμενη κατά το άρθρο 15 του ως άνω νόμου επιτροπή, διότι κατά τις παραγράφους του εν λόγω άρθρου, εκτίμηση για τα ακίνητα που εμπίπτουν στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους, όπως στην προκειμένη περίπτωση, παραλείπεται (παρ. 6 άρθρον 15 Ν. 2882/2001).
Το Μονομελές Πρωτοδικείου Σύρου συνεκδικάζοντας αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και ανταιτήσεις των εικαζομένων ιδιοκτητών των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με την υπ’ αριθμ. 44/2004 απόφασή του καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης σε 15 ευρώ το τ.μ.
για τα ακίνητα, ενώ με την υπ’ αριθμ. 63/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου με κρίσιμο χρόνο την 9-12-2005 καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για την ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση σε 20 ευρώ ανά τ.μ. για τα ακίνητα και σε 25 ευρώ για την ξερολιθιά. Ο μάρτυρας της αιτούσας που εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προσδιορίζει την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου σε 40 ευρώ το τ.μ.
και την αξία της ξερολιθιάς σε 30 ευρώ το τρέχον μέτρο ενώ το καθού η αίτηση Ελλ. Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είναι όσο και η αντικειμενική του αξία, δηλαδή 6 ευρώ το τ.μ., ομοίως δε 6 ευρώ ανέρχεται και η αξία της ξερολιθιάς ανά τρέχον μέτρο. Κάποια άλλα στοιχεία (συγκριτικά) δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν οι διάδικοι σχετικά με την αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων (άρθρ. 13 παρ. 1 Ν. 2882/ 2001), έτσι ώστε αυτά να αποτελέσουν το κριτήριο για προσδιορισμό ανάλογης αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο.
Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κατά τον κρίσιμο ενώπιον του Εφετείου χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αιτήσεως, χωρίς να υπολογιστεί η μεταβολή που θα επέλθει μετά την δημοσίευση της απόφασης για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, ή την κατασκευή του έργου για το οποίο έγινε, ανέρχεται για το έδαφος σε 22 ευρώ, ανά τ.μ.
και για την ξερολιθιά σε 25 ευρώ ανά τρέχον μέτρο". Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, με αποτέλεσμα το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) να μην έχει παραβιαστεί εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και ο σχετικός λόγος απορριπτέος.
Kατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ): "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011 (Α’ 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση. επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου," [Όπως το εδ.
α’ της παρ. 4 του άρθρου 18, το οποίο είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 31 παρ. ε’ του Ν. 3130/2003 (ΦΕΚ Α’ 76), αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 130 παρ. 1 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α’ 82/10.4.2012). Σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου, η παρ. 4 του άρθρου 18, όπως τροποποιείται με τις διατάξεις του άρθρου 130, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις], κατά δε το άρθρο 8 παρ. 1 εδ.
α’ και παρ. 2 εδ. α’ του ιδίου νόμου, "ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠ & Δ) την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου" [Όπως τα εδ.
α’ της παρ. 1 του άρθρου 8 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 περ. γ’ του Ν. 3130/2003 (ΦΕΚ Α’ 76)]. Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδει στον δικαιούχο το ποσό που κατατέθηκε αφού προσκομισθεί σ’ αυτό τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση και στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το ποσό της δικαστικής δαπάνης και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων. [Όπως το εδ.
α’ της παρ. 2 του άρθρου 8 συμπληρώθηκε με το άρθρο 31 περ. δ’ του Ν. 3130/2003 (ΦΕΚ Α’ 76)].
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 επ. ΚΠολΔ, ως δικαστική δαπάνη νοείται το χρηματικό ποσό που επιδικάζεται από το δικαστήριο σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε (βλ. άρθρο 176 ΚΠολΔ) ή και του "υπαίτιου" διαδίκου που νίκησε (βλ. άρθρο 185 ΚΠολΔ), προς όφελος του αντιδίκου του, για την κάλυψη των εξόδων της δίκης.
Από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, που είναι σύμφωνη με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντ., προκύπτει ότι μέρος της αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, στα οποία περιλαμβάνονται τα απαραίτητα έξοδα της δίκης (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ) και η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για παράσταση ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, καθώς και η αμοιβή του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου (άρθρο 189 ΚΠολΔ) σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης, τα οποία αποτελούν παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνουν το ποσό της, βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της, πρέπει δε να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και υπέρ του δικαιούχου της αποζημιώσεως, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως.
Η αμοιβή που επιδικάζεται από τα δικαστήρια υπέρ των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθών η απαλλοτρίωση και η οποία βαρύνει τον υπερού η απαλλοτρίωση (γιατί επιβάλλεται για χάρη του), ανέρχεται στο ποσό της "νόμιμης αμοιβής", όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 58 επ. του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013 - ΦΕΚ Α’ 208/27.9.2013).
Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου πρέπει να επιδικασθεί και να περιέλθει σ’ αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων, γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αυτός αναγκαίως υποβάλλεται. Για το λόγο αυτό, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, αφενός δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με τον δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφετέρου το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό (ΑΠ Ολ. 9/1996), ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.
Για τον ίδιο λόγο δεν επιτρέπεται να ορισθεί ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης ποσό άλλο και μάλιστα με βάση ποσοστό επί της αποζημίωσης, το οποίο ορίζεται κατά Δικηγορικό Σύλλογο, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό να αφαιρεθεί από την καταβλητέα στον δικαιούχο αποζημίωση και να περιέλθει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για να διανεμηθεί στα μέλη του, γιατί έτσι το ποσό της αποζημίωσης φαλκιδεύεται, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση επιβαρύνεται με τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής, που αναγκαίως θα καταβάλει στον δικηγόρο και εκείνης που προκύπτει με βάση το κανονιστικώς προβλεπόμενο ποσοστό η οποία παρακρατείται.
Η κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως για ακίνητο που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς δεν αποκόπτει τον ενοχικό δεσμό μεταξύ του δικαιούχου της αποζημιώσεως ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και του προς αποζημίωση υπόχρεου, αφού και μετά την κατάθεση, κατ’ εξαίρεση της διατάξεως του άρθρου 431 ΑΚ, ο ιδιοκτήτης έχει αξίωση προς απόληψη της κατατεθείσης αποζημιώσεως κατά του προς αποζημίωση υποχρέου.
Η αποζημίωση εισπράττεται από τον καθού η απαλλοτρίωση αφού προσκομισθεί στο ΤΠΔ τελεσίδικη απόφαση αναγνώρισής του ως δικαιούχου και κατατεθεί στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το ποσό της δικαστικής δαπάνης και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της δικαστικής δαπάνης τα εξής: "Τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας βαρύνουν το υπόχρεο προς αποζημίωση καθού Ελλ. Δημόσιο (άρθρ. 18 παρ. 4 Ν. 2882/2001), της δικηγορικής αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της δικαιούχου υπολογιζόμενης κατά το άρθρο 100 επ.
του Κώδικα δικηγόρων (βλ. Ολ.ΑΠ 13/2000, 17/2000 Ελλ. Δνη 41,950 και 958).... Αναγνωρίζει την αιτούσα δικαιούχο της παραπάνω αποζημίωσης. Επιβάλλει σε βάρος του καθού Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας την οποία ορίζει α) σε 294 ευρώ για την παράσταση του δικηγόρου της, β) στην πληρωμή της αμοιβής του πληρεξουσίου της δικηγόρου σε ποσοστό 3% επί της πιο πάνω αποζημίωσης".
Από τις ως άνω, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο νομίμως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επέβαλλε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, ορίζοντας αυτή α) σε 294 ευρώ για την παράσταση του δικηγόρου και β) στην πληρωμή της αμοιβής του πληρεξουσίου της δικηγόρου σε ποσοστό 3% επί της καθορισθείσας αποζημιώσεως με αποτέλεσμα να μην υφίσταται ευθεία παραβίαση του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 8 παρ. 1, εδ.
α’ του Ν. 2882/2001, όπως αντικ. από το άρθρο 31 περ. γ’ του Ν. 3130/2003. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επειδή η δικαστική δαπάνη επιδικάστηκε υπέρ της δικαιούχου της αποζημιώσεως αιτούσας και όχι υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, είναι αβάσιμα και ο σχετικός λόγος απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένη όμως κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 που αποκλείει την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου στις απαλλοτριώσεις, δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναιρέσεως στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 ΚΠολΔ (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 193/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ