Legislator Case Law & Legislation
460/2016 AI generated

460/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 460/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 460 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

460/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 460 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
adhesion civil claim authorization to levy debt enforcement standing of debtor discontinuation of insurance benefits dismissal under coercion refusal of dental care coverage
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 460 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 460/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 944/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7824/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί , ενώ συντρέχουν οι πραγματικές, προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη επαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται ότι στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική απολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28§ 1 του Συντάγματος, 1§1 και 3 εδ. β, 5 §1 του α. ν. 539/1945, 1§1 στοιχ. ε’ της με αρ. 52/1936 Διεθνούς Σύμβασης "Περί κανονικών κατ’ έτος αδειών μετ’ αποδοχών", η οποία κυρώθηκε με το ν. 2081/1952, 3 του ν. δ. 3755/1957, με το οποίο προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945, δεύτερο,, εδάφιο, προκύπτει ότι η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α. ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων αυτών δίνουν το δικαίωμα για ετήσια άδεια με αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945, που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής και αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε από υπαιτιότητά του τη χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ’ έτος αδείας του, μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω α.ν., 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 § 15 του Ν. 4504/1966 κατά την οποία: "η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της, υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως, πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ’ έτος εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος (εδ. α’ ) και η "κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ’ αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού (εδ. β’ ), άρθρο 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ΝΔ 3755/57, "Επιφυλασομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ’ ό δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως τούτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλει εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας αυξημένα κατά 100%", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής), όμως για τη θεμελίωση της αξίωσής του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης που έχει το χαρακτήρα αστικής ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 680, 679 του ΑΚ με εκείνες των άρθρων 8 του Ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 του ΑΝ 537/1936, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 25 παρ. 2 του Ν. 3239/1955 και 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945 συνάγεται σαφώς ότι είναι ανίσχυρη η δήλωση του μισθωτού με την οποία παραιτείται από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του, περιλαμβανομένης και της εγκατάλειψης του δικαιώματος αδείας ή της παραίτησης από το εν λόγω δικαίωμα ακόμη και αν προβλέπεται η καταβολή σ’ αυτόν αυξημένης αποζημιώσεως (αρθρ. 5 παρ. 1 εδ. α’ Ν. 539/1945). Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων των εργαζομένων που προβλέπονται από το νόμο, τις ΕΣΣΕ ή άλλες κανονιστικές διατάξεις. Τέλος, κατά το άρθρο 871 ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 174, 180 ΑΚ). Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Ειδικά για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου γίνεται δεκτό ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 871, 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ΝΔ 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, 5 παρ.1 εδ. β’ Ν. 539/45 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, ενδεχομένως, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξίωσης) και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό (ΑΠ 376/2012) και η σχετική σύμβαση υποκρύπτει παραίτηση του εργαζομένου από νόμιμες αξιώσεις του, η οποία είναι άκυρη (ΑΠ 754/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα ουσιώδη αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Με την αγωγή, επί της οποίας η προσβαλλόμενη ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 30-8-1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πολιτικός Μηχανικός και από 1-7-1978 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της. Ότι η εναγομένη δεν του κατέβαλε την προσαύξηση 100% των αποδοχών αδείας των ετών 2000 έως 2004 για τις οποίες είχε ασκήσει την προηγηθείσα από 26-11-2004 αγωγή του, η οποία υπόθεση έκλεισε συμβιβαστικά. Ζήτησε δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 12.000 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις της αγωγής και αυτό των 3.000 ευρώ νομιμοτόκως ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της, να αναγνωρισθεί δε η υποχρέωση της να του καταβάλει για την ως άνω προσαύξηση το ποσό των 16.464,76 ευρώ καθώς και αυτό των 7.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, αμφότερα δε τα άνω αναγνωριστικώς αιτούμενα ποσά νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτό ότι οι ένδικες αξιώσεις των ετών 2000, 2001 και 2002 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ, κατά τα λοιπά δε έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 52,35 ευρώ, υποχρεώθηκε δε να του καταβάλει το ποσό των 13.500 €, με το νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις (και πρόσθετο λόγο έφεσης) ο ενάγων και η εναγομένη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη, στις 30/8/1975, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ετήσιας διάρκειας, με την ιδιότητα του Πολιτικού Μηχανικού, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του, στη Διεύθυνση Δομικών Έργων Στέγασης. Ακολούθως, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, άλλες δύο συμβάσεις, ετήσιας διάρκειας και από 1-7-1978 ο ενάγων εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης με την …/1-5-1978 απόφαση του Διοικητή της, στην κατηγορία των Διπλωματούχων Πολιτικών Μηχανικών. Με την από 26/11/2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγόμενης, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 23.947,31 €, ως αποδοχές αδείας των ετών 2000 έως και 2004, για το λόγο ότι δεν του είχε χορηγηθεί η κανονική άδεια των ετών αυτών, με το νόμιμο τόκο, από το τέλος κάθε έτους, καθώς και το ποσό των 10.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και της προσβολής της προσωπικότητας του από την παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης και των προστηθέντων οργάνων της με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Δικάσιμος για τη συζήτηση της αγωγής ορίστηκε η 19/10/2005, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 5/5/2006. Ο ενάγων με δική του πρωτοβουλία υπέβαλε στην εναγόμενη, στις 24/2/2006, ήτοι πριν από την μετ’ αναβολή δικάσιμο, αίτηση την οποία απηύθυνε επίσης προς το Διευθυντή Κλάδου Εργασιακών Σχέσεων Γ. Κ. και προς τον Τομεάρχη Εργασιακών Σχέσεων Μ. Χ., με την οποία, ενόψει της άνω εκκρεμούς αγωγής, ζήτησε να λυθεί συμβιβαστικά η μεταξύ τους υφιστάμενη διαφορά με τους εξής όρους: α) να του καταβληθούν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για τις οφειλόμενες κανονικές άδειες των ετών 2000 έως και 2004 νομίμως εντόκως, από το τέλος κάθε έτους, β) το ποσό των 6.000 € για την οφειλόμενη κανονική άδεια του έτους 2005 (που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης) νομίμως εντόκως από το τέλος του 2005 γ) το ποσό των 1.500 € για δικαστική δαπάνη. Περαιτέρω δήλωσε ότι παραιτείται "από τη διεκδίκηση του αιτηθέντος ποσού των 10.000 € που αναφέρει στην αγωγή από τους ανατοκισμούς που θα ζητούσε κατά τη συζήτηση της αγωγής, αλλά και από το ποσό του 100% της αστικής ποινής, επειδή δεν του εδόθησαν εμπροθέσμως οι οφειλόμενες κανονικές άδειες". Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το .../8-5-2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της ΔΕΗ, με το οποίο εγκρίθηκε η καταβολή σ’ αυτόν του ποσού των οφειλόμενων αποδοχών αδείας των ετών, 2000, 2001, 2002, 2003, 2004, εντόκως, από το τέλος εκάστου έτους, για κάθε επιμέρους οφειλόμενο ποσό μέχρι την ημέρα εξοφλήσεως καθώς και το ποσό των 750 € ως δικαστική του δαπάνη (στο οποίο περιορίστηκε ο ενάγων), ενώ η κανονική άδεια του έτους 2005 (25) ημέρες του χορηγήθηκε από 30/12/2005. Εν συνεχεία, ο ενάγων, με την από 18/5/2006 υπεύθυνη δήλωση του, δήλωσε προς την εναγομένη ότι αποδέχεται το περιεχόμενο του άνω υπ’ αριθ. πρωτ. .../8-5-2006 εγγράφου της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών και ότι πέραν του ποσού που θα εισπράξει, σύμφωνα με την άνω έγκριση, ουδεμία άλλη απαίτηση ή αξίωση έχει από τη ΔΕΗ, απορρέουσα από την αιτία αυτή. Η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 31.638,11 €, η συζήτηση της αγωγής ματαιώθηκε, ολοκληρώθηκε η σύναψη εξώδικου συμβιβασμού και εξέλιπε το αντικείμενο της δίκης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι ο εν λόγω συμβιβασμός είναι άκυρος, δεδομένου ότι υποκρύπτει στην πραγματικότητα παραίτηση του ενάγοντος από τις βέβαιες ένδικες αξιώσεις του και απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την εκ του άρθρου 871 ΑΚ ένσταση της εναγομένης, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις, δεδομένου ότι ο συμβιβασμός έλαβε χώρα με πρωτοβουλία του ενάγοντος, προς αποφυγή αβέβαιης διάρκειας και έκτασης δικαστικού αγώνα, η παραίτησή του αφορούσε μόνον το 100% της αστικής ποινής, αξίωση "αβέβαιη", εφ’ όσον προϋπέθετε την απόδειξη έστω και ελαφράς αμέλειας της εναγόμενης στη μη χορήγηση αδειών, καθώς και στο αιτούμενο ποσό των 10.000 € για χρηματική ικανοποίηση, ενώ οι υποχωρήσεις στην ένδικη υπόθεση ήταν αμοιβαίες, καθ’ όσον η εναγόμενη ΔΕΗ κατέβαλε στον ενάγοντα τις αποδοχές των ετών 2000 έως και 2004, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα, ήτοι συνολικά 31.638,11 €, πλέον 750 ευρώ για δικαστικά έξοδα, χωρίς να έχει υποχρέωση προς τούτο με δικαστική απόφαση. Με τις παραδοχές αυτές και την ειδικότερη ότι δεν υπάρχει πλέον αντικείμενο της δίκης δέχθηκε την έφεση της εναγομένης ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και τον πρόσθετο λόγο αυτής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: α) Δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 281, 288, 180, 664 επ. 679, 680, 871 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ΝΔ 4020/1959, 5 παρ. 1 ΑΝ 539/1945, 202 παρ. 1, 4, 5, 17, 22, 25 του Συντάγματος, άρθρο 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 12, 2, 4, 5 και 42 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και τις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του Ν. 4694/93, 547/93, 3239/55 και 3 παρ. 15 του Ν. 4504/66 με το να δεχθεί έγκυρο τον προαναφερόμενο συμβιβασμό και έγκυρη τη δήλωση του αναιρεσείοντος στην από 18-5-2006 υπεύθυνη δήλωσή του περί ρητής και ανεπιφύλακτης παραίτησής του από κάθε σχετικό δικαίωμά του σε συνδυασμό με την είσπραξη από αυτόν του παραπάνω ποσού. Και αυτό γιατί με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης πράγματι υπήρχε σοβαρή αβεβαιότητα για την ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, οι οποίες με το συμβιβασμό επιλύθηκαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις και έτσι απέφυγε αυτός δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, του οποίου το αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποβεί σε βάρος του, λόγω της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας γύρω από τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, την ύπαρξη και την έκταση των αξιώσεών του και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού, κατά τα προεκτεθέντα, έχει διαλάβει στην απόφαση επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα που σχετίζεται με την εγκυρότητα του παραπάνω συμβιβασμού, ενώ καλύπτεται πλήρως και χωρίς αμφιβολίες το πραγματικό των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δεν απαιτείτο δε να εκτίθεται στην απόφαση περαιτέρω αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς. Οι παραπάνω δε αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ενόψει αυτών οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης αντίστοιχα από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβίασης των ως άνω διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1εδ.β, του ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να αρνηθεί αναιτιολογήτως να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Ο λόγος αυτός, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν γίνεται με αυτόν επίκληση συγκεκριμένου διδάγματος κοινής πείρας, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης, είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες.

O εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, ΑΠ 1351/2002). Στην προκειμένη περίπτωση είναι αβάσιμος επίσης οι δεύτερος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου κατά το μέρος αυτών εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τη μνημονευόμενη 1658/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων και το 21558/8-5-16 (κατά το τελευταίο εδάφιο) έγγραφο της ΔΕΗ, τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών του. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που φέρεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 580 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον από μόνη τη ρηθείσα και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διάταξη δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Περαιτέρω, έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το έγγραφο της απόφασης επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, κατά εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλει, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο παραπάνω συμβιβασμός είναι έγκυρος παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 1658/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου και του 2155/8-5-2006 εγγράφου της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της ΔΕΗ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων αυτών, αλλά ανέγνωσε σωστά. Με τις λοιπές, δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ’ αυτό με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, καθόσον κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική δύναμη την οποία έχουν εκ του Νόμου και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την αξιοπιστία ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων. Μετά από αυτά ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ως άνω λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο προσέδωσε στο με αριθ. .../8-5-06 έγγραφο της ΔΕΗ διαφορετική αποδεικτική αξία από εκείνη την οποία είχε είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, το Εφετείο δεν προσέδωσε στο παραπάνω έγγραφο διαφορετική αποδεικτική αξία από εκείνη την οποία έχει. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-7-2014 αίτηση για αναίρεση της 7824/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ