Legislator Case Law & Legislation
460/2015 AI generated

460/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 460/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

460/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω με τον δεύτερο, από τον αρ.8 του άρθρου 569 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων προσβάλλει την παραδοχή του Εφετείου ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου είναι περίκλειστο και ότι κατά συνέπειαν είναι επιτρεπτή η απόκτηση υπέρ του ακινήτου αυτού δουλείας διόδου εις βάρος του δικού του (αναιρεσείοντος) με χρησικτησία (επίδικη δουλεία), σύμφωνα με την προαναφερθείσα (ανωτ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 460 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 460/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τζούμα, ο οποίος ανακάλεσε την από 27-1-2015 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Παπαδέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 22-8-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 295/1998 προδικαστική, 79/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1059/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 263/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/10/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 29/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 25 του ν.1577/1985 περί ΓΟΚ απαγορεύεται η σύσταση δουλειών οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, από την απαγόρευση όμως αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Εξάλλου κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε απέρριψε την ένδικη αρνητική αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου αφού δέχθηκε ότι ο τελευταίος διέρχεται από το ακίνητο του πρώτου διαμέσου της επίδικης εδαφικής λωρίδας δυνάμει δικαιώματος πραγματικής δουλείας οδού την οποία είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση, και αφού απέρριψε (το Εφετείο) ως μη νομίμως προταθείσα (απαράδεκτη) την αντένσταση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος ότι η απόκτηση της επικαλούμενης δουλείας ήταν νομικώς αδύνατη κατά την προρρηθείσα διάταξη του ΓΟΚ, στην οποία εμπίπτει η ένδικη περίπτωση.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι την ανωτέρω αντένσταση παραδεκτώς είχε προτείνει ο αναιρεσείων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσθήκη των προτάσεών του προς αντίκρουση της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί διελεύσεώς του από την επίδικη εδαφική λωρίδα δυνάμει του ειρημένου δικαιώματος δουλείας την οποία (ένσταση) είχε προτείνει ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του, και νομίμως την (αντένσταση ο αναιρεσείων) είχε επαναφέρει στο Εφετείο, κατά συνέπειαν δε μη ορθώς το Εφετείο απέρριψε την αντένσταση αυτή ως απαράδεκτη.

Ενόψει όμως της περαιτέρω παραδοχής του Εφετείου ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου είναι περίκλειστο και η επίδικη δίοδος αποτελεί την μόνη δυνατή επικοινωνία του ακινήτου αυτού προς την πλησιέστερη δημοτική οδό, η προταθείσα αντένσταση ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης διάταξη του άρθρου 25 του ΓΟΚ, με αποτέλεσμα να πρόκειται περί εσφαλμένης αιτιολογίας του Εφετείου ως προς την ορθή εν τέλει απόρριψη της αντένστασης αυτής και κατ' επέκταση της αγωγής του αναιρεσείοντος.

Επομένως και σύμφωνα με την προαναφερθείσα επίσης διάταξη του άρθρου 598 του ΚΠολΔ ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αρ.14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ειρημένη αντένσταση του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί, με αντικατάσταση, ως ανωτέρω, της αιτιολογίας του Εφετείου και αφού δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να αποτραπεί δεδικασμένο ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εσφαλμένη αυτή αιτιολογία της.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 3/1997), καθώς και ο λόγος εφέσεως (ΟλομΑΠ 11/1996), όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των προηγουμένων ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά τον νόμο ισχυρισμοί. Αντιθέτως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΑΠ 1363/2008).

Εν προκειμένω με τον δεύτερο, από τον αρ.8 του άρθρου 569 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων προσβάλλει την παραδοχή του Εφετείου ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου είναι περίκλειστο και ότι κατά συνέπειαν είναι επιτρεπτή η απόκτηση υπέρ του ακινήτου αυτού δουλείας διόδου εις βάρος του δικού του (αναιρεσείοντος) με χρησικτησία (επίδικη δουλεία), σύμφωνα με την προαναφερθείσα (ανωτ.

υπό Ι) διάταξη του άρθρου 25 του ΓΟΚ, προβάλλοντας (ο αναιρεσείων) αρνητικούς του αντίστοιχου ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμούς και σχολιάζοντας την υπ' αριθμ. 22/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα - τοπογράφου μηχανικού Λ.Τ. που είχε διορισθεί με την υπ'αριθμ.511/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου και ο οποίος είχε αποφανθεί ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου είναι όντως περίκλειστο.

Ενόψει του περιεχομένου αυτού του προκείμενου λόγου αναιρέσεως είναι προφανές ότι δεν περιέχονται σ' αυτόν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, τα οποία, προταθέντα από τον αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ενώ κατά τα λοιπά πλήττεται με αυτόν (τον λόγο) η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρον 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου περί πραγματικών γεγονότων.

Επομένως ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Με τους τρίτον και τέταρτο, από τον ίδιο αρ.8 του άρθου 559 ΚΠολΔ, λόγους του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τους πρώτον και δεύτερο λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, τους οποίους παραθέτει στο αναιρετήριο και από τους οποίους προκύπτει ότι προβάλλονται με αυτούς αρνητικοί ισχυρισμοί ως προς την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου και του τελευταίου επί του δεσπόζοντος ακινήτου και την απόκτηση εκ μέρους τους της επίδικης δουλείας διόδου.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξέτασε τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως, τους οποίους και ρητώς έχει απορρίψει, κατά τα λοιπά δε ως απαράδεκτοι, κατ' άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένσταση του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου ότι διέρχεται από το ακίνητο του αναιρεσείοντος δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου, η οποία (ένσταση) είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως, εισήχθη στο Εφετείο και κρίθηκε κατόπιν της εφέσεως του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, όχι δε κατόπιν επανυποβολής της από τον αναιρεσίβλητο.

Και ανεξαρτήτως τούτου, κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της εφέσεως (17-2-2010), μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, ο αναιρεσίβλητος, τότε εφεσίβλητος, ανέπτυξε με τις προτάσεις του (όπως και κατά τις προηγούμενες συζητήσεις) την ένστασή του αυτή, σχολιάζοντας και την ειρημένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, ομοίως από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου που δεν είχε επανυποβληθεί νομίμως ενώπιόν του είναι προδήλως αβάσιμος. Τέλος, όπως και ο αναιρεσείων αναφέρει στον όγδοο λόγο της αιτήσεώς του, ο αναιρεσίβλητος είχε ισχυρισθεί με τις προτάσεις του στα δικαστήρια της ουσίας ότι στον δικαιοπάροχο πατέρα του είχε περιέλθει το δεσπόζον ακίνητο με άτυπη δωρεά το έτος 1946 από τον πατέρα εκείνου και ότι έκτοτε ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου ενέμετο το ακίνητο μέχρι τον θάνατό του (1989), διαμένοντας με την οικογένειά του στην οικία που έκτισε στο ακίνητο αυτό το ίδιο έτος 1946 και διερχόμενος διανοία δικαιούχου από την επίδικη δίοδο.

Ενόψει του ισχυρισμού αυτού ορθώς το Εφετείο, που τον έκρινε βάσιμο, δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου είχε αποκτήσει την κυριότητα του δεσπόζοντος από το έτος 1966, οπότε συμπληρώθηκε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετία), με αποτέλεσμα να ασκεί έκτοτε την οιονεί νομή της δουλείας ως κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, και κατά συνέπειαν ο όγδοος αυτός λόγος του αναιρετηρίου, επίσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ανωτέρω χωρίς να έχει προβληθεί σχετικός ισχυρισμός από τον αναιρεσίβλητο, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός από τις αναφερόμενες εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη όπου το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα δικαίου.

Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την παραδοχή της για απόκτηση της κυριότητας του δεσπόζοντος ακινήτου από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου και τον τελευταίο με έκτακτη χρησικτησία, ενόψει του ότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το ακίνητο αυτό προέρχεται από αγροτικό κλήρο και ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα.

Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ο αναιρεσείων δεν είχε προτείνει τέτοιον ισχυρισμό στα δικαστήρια της ουσίας και δεν είχε αμφισβητήσει την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο δεσπόζον ακίνητο, ιδιότητα δε του δεσπόζοντος ακινήτου ως κληροτεμαχίου δεν προκύπτει ούτε από την αναιρεσιβαλλομένη.

Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη ο εξεταζόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου από το έτος 1966, οπότε απέκτησε την κυριότητα του δεσπόζοντος με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα προεκτεθέντα, μέχρι τον θάνατό του (1989), και έκτοτε ο αναιρεσίβλητος κληρονόμος του διέρχονταν από την επίδικη εδαφική λωρίδα διανοία δικαιούχων πραγματικής δουλείας οδού, την οποία και απέκτησαν έτσι επίσης με χρησικτησία (εικοσαετής άσκηση οιονεί νομής, άρθρα 1118, 1120, 1121, 1045, 1051 ΑΚ).

Οι αιτιολογίες αυτές της απόφασης στηρίζουν επαρκώς κατά νόμον το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί αποκτήσεως της πραγματικής δουλείας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου με χρησικτησία και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής από το Εφετείο των ειρημένων ουσιαστικών διατάξεων, προσδίδουν δε (οι αιτιολογίες αυτές) στην προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμη βάση.

Επομένως τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον έβδομο, από τον αρ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του είναι αβάσιμα.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2010 αίτηση του Β. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 263/2010 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ