Legislator Case Law & Legislation
460/2013 AI generated

460/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 460/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

460/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής, με την ποινή του απαραδέκτου, η απαγόρευση δε αυτή αναφέρεται στην μεταβολή της ιστορικής βάσης, δηλ. των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 309/2011).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 460 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 460/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σεραφείμ Πολυχρόνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιδρύματος (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ ΘΗΛΕΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΙΓΟΥΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεβέντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4952/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 131/2012), με την έννοια δε αυτήν "πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης (ΑΠ 682/2010), εφόσον περιέχει τέτοιον αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 1/2011).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός, αν ο μη απαντηθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 374/2012, 1/2011), ειδικότερα δε, αν προσβάλλεται με την αιτίαση αυτή απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης κ.λπ.) και στον δεύτερο βαθμό, εκτός εάν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατ' άρθ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 374/2012), αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 537/2012). Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 14 του ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, η οποία προέρχεται από παραβίαση δικονομικής (και όχι ουσιαστικής) διάταξης (ΑΠ 36/2011). Τέλος, κατ' άρθ. 224 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 22 § 1 ν. 3994/2011, η μεταβολή της βάσης της αγωγής είναι απαράδεκτη και ο ενάγων με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, που κατατίθενται σύμφωνα με το άρθ. 237 § 1 του ίδιου Κώδικα, μπορεί μόνο να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.

Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής, με την ποινή του απαραδέκτου, η απαγόρευση δε αυτή αναφέρεται στην μεταβολή της ιστορικής βάσης, δηλ. των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 309/2011).

(Β) Σε συνέχεια και συνάφεια με τα παραπάνω και σύμφωνα με αυτά, στην περίπτωση που ο μισθωτός, θεωρώντας άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, εμμείνει στην σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας λόγω της άρνησης του εργοδότη ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του (άρθ. 656 ΑΚ) δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και την βάση της σχετικής αγωγής.

Έτσι, ο εργαζόμενος πρέπει ν' αναφέρει στην αγωγή του την κατάρτιση της σύμβασης, τον συμβατικό ή νόμιμο μισθό και την άρνηση του εργοδότη ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ενώ δεν απαιτείται αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της. Αν ο εργοδότης κατά την συζήτηση της αγωγής επικαλεσθεί κατ' ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα αυτής (για οποιονδήποτε λόγο) αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό ή ακόμη και στον δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 527 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου ο μισθωτός έχει την δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που την θεμελιώνουν ήδη με το δικόγραφο της αγωγής (καθ' υποφοράν), να προβάλει δηλ.

εκ προοιμίου την αντένσταση αυτή κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη για καταγγελία της σύμβασης. Κατά συνέπεια, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος ενάγων έχει την δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώσει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα της καταγγελίας, επικαλούμενος, κατά την συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό (με τις προϋποθέσεις πάντοτε του άρθ. 527 ΚΠολΔ), νέους λόγους (περιστατικά) ακυρότητας ή διαφορετικούς απ' αυτούς που περιέχονται στην αγωγή.

Εάν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ' άρθ. 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης αυτής της αγωγής που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη, κατά την συζήτηση της υπόθεσης με τις επ' αυτής προτάσεις ή, κατά μείζονα λόγο, με την μετά την συζήτηση προσθήκη και αντίκρουση ή ενώπιον του Εφετείου, συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού (περί ακυρότητας της καταγγελίας, της βάσης δηλ.

της αγωγής) με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα κατ' άρθ. 224 ΚΠολΔ η βάση της αγωγής (ΑΠ 624/2008). Ειδικότερα, ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω της καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους του εργοδότη του αντιστοίχου δικαιώματός του, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 174, 180, 281, 669 § 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920, 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτουν τα εξής: (α) Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη (η οποία αποτελεί καταρχήν αναιτιώδη δικαιοπραξία) είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλ.

για την αναδιάρθρωση της επιχείρησης του εργοδότη που καθιστά αναγκαία την μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά (β) Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού ως εκ του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμμία εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθ. 281 ΑΚ (γ) Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, ο ισχυρισμός του από το άρθ. 281 ΑΚ απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθορισθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας (ΑΠ 247/2012, 497/2011, 355/2009).

Επομένως, και σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, ο ενάγων μισθωτός που στηρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (της οποίας, ακυρότητας, η αναγνώριση διώκεται με αυτοτελές αίτημα) στην καταχρηστική άσκηση του αντιστοίχου δικαιώματος του εργοδότη καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθ. 281 ΑΚ, με ιστορική βάση πραγματικά περιστατικά ότι η καταγγελία έγινε από λόγους έχθρας, εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο που συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, δεν επιτρέπεται να μεταβάλει στην συνέχεια την ιστορική βάση επικαλούμενος άλλα περιστατικά της ακυρότητας της καταγγελίας, και ειδικότερα ότι ο εργοδότης κατά την στάθμιση των αντιθέτων συμφερόντων παρέλειψε να λάβει άλλα μέτρα ήσσονος βαρύτητας, με τα οποία θα απεφεύγετο το επαχθέστερο και έσχατο μέσο της απόλυσης και δη ότι θα μπορούσε να τον τοποθετήσει σε άλλη θέση, όπως έπραξε με άλλους εργαζομένους, ή ότι η επιλογή των απολυθέντων δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν αυτοτελείς λόγους ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, βάσεις επομένως της αγωγής, και πρέπει για το παραδεκτό τους να προβάλλονται με την αγωγή, ν' αποτελούν δηλ.

περιεχόμενό της, η δε μεταγενέστερη, με τις προτάσεις κλπ., προσθήκη και προβολή τους αποτελεί απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 309/2011, 1323/2010, 548/2010, 804/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Με την από 22-4-2009 (και με αριθ. έκθ, κατ. 4021/2009) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε, ότι την 20-2-2006 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο ίδρυμα "Ορφανοτροφείο Θηλέων Ιωάννου και Μαριγούς Χατζηκυριακού" (και τον διακριτικό τίτλο "Χατζηκυριάκειο Ίδρυμα"), που εδρεύει στον ..., με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οικονόμος - επιμελήτρια, στην συνέχεια δε αναβαθμίσθηκε και ανέλαβε καθήκοντα βοηθού υπευθύνου του Κέντρου Παιδικής Ευεξίας (ΚΠΕ), αυτοτελούς τμήματος του εναγομένου, ενώ αργότερα της ανατέθηκε και η αρμοδιότητα της λειτουργίας και βελτίωσης του οικοτροφείου του εναγομένου, έναντι μηνιαίων αποδοχών για όλες αυτές της υπηρεσίες της 2042,86 € από τον Σεπτέμβριο του 2008, ότι, αν και προσέφερε τις υπηρεσίες της με σοβαρότητα, υπευθυνότητα, ευσυνειδησία, αφοσίωση και επαγγελματισμό, το εναγόμενο την 30-1-2009 εντελώς αιφνίδια κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της, ότι η καταγγελία αυτή ήταν άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε κακόβουλα και εκδικητικά, υπαγορευομένη από ταπεινά ελατήρια, που δεν είχαν σχέση με την εκτέλεση της εργασίας της και την συμπεριφορά της, και συγκεκριμένα ήταν απόρροια της διαμάχης μεταξύ ορισμένων μελών του ΔΣ και του τότε προέδρου του εναγομένου, τον οποίο ήθελαν να πλήξουν με τον τρόπο αυτόν, καθόσον η πρόσληψη και η μετέπειτα αναβάθμιση και η τοποθέτηση της ενάγουσας σε υπεύθυνες θέσεις του εναγομένου Ιδρύματος ήταν προσωπικές επιλογές πρωτίστως αυτού, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ενάγουσα, ελληνικής εθνικότητας και καταγομένη από την Βόρεια Ήπειρο, είχε τότε αλβανική υπηκοότητα, καθώς και ότι το εναγόμενο αρνείται ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, τις οποίες η ενάγουσα εξακολουθεί να του προσφέρει πραγματικά και κατά τον προσήκοντα τρόπο, ήδη από την επομένη της ως άνω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, έχοντας καταστεί έτσι υπερήμερο, με βάση δε τα περιστατικά αυτά και ύστερ' από παραδεκτό περιορισμό του σχετικού αιτήματος με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ζήτησε (α) ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της (β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτήν για μισθούς υπερημερίας από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επιδόματα εορτών και αδείας το ποσό των 36.771,48 €, καθώς και ποσό 20.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, και συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 56.771,48 € και (γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί πραγματικά αποδεχόμενο τις υπηρεσίες της κ.λπ. (2) Κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το εναγόμενο, με συνοπτική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης και αναλυτικότερα με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρίσθηκε ότι (α) λόγω της αναφερομένης εκεί αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας, αλλά και του γεγονότος ότι το ΚΠΕ, που αποτελούσε Τμήμα του εναγομένου, επιβάρυνε κατά πολύ οικονομικά αυτό με το προσωπικό που το είχε στελεχώσει, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να υφίσταται ένα τέτοιο διακριτό Τμήμα εντός του εναγομένου Ιδρύματος, το ΔΣ αυτού κατά την 1581/27-1-2009 συνεδρίασή του αποφάσισε να καταργηθεί το ΚΠΕ, να μεταβιβασθούν οι αρμοδιότητές του στον φυσικό φορέα του εναγομένου, δηλ.

στο Οικοτροφείο, και αυτονοήτως να καταργηθούν οι θέσεις του Υπευθύνου και του Βοηθού Υπευθύνου του ΚΠΕ, δηλ. καταργήθηκε πλέον η θέση εργασίας της ενάγουσας (β) συνακόλουθα το εναγόμενο Ίδρυμα έλυσε την εργασιακή σχέση με τους υπαλλήλους που στελέχωναν το ΚΠΕ, πλην δύο μόνο, για τους οποίους υπήρξε η δυνατότητα να απορροφηθούν στο Οικοτροφείο (γ) η καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας, μη έχουσα σχέση με την καταγωγή της, οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι καταργήθηκε η θέση του Βοηθού Υπευθύνου του ΚΠΕ, αλλά και όλο το ΚΠΕ, και δεν υπήρχε δυνατότητα ν' απασχοληθεί σε άλλη θέση και κατά συνέπεια ουδόλως είναι καταχρηστική. (3) Αντικρούοντας τον ισχυρισμό αυτό του εναγομένου, που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής της (ΑΠ 625/2008), και όχι ένσταση, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει με την αναίρεσή της, η ενάγουσα με την μετά την συζήτηση αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της ισχυρίσθηκε ότι (α) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεν ήταν ούτε πρόσφορο ούτε αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση των συμφερόντων του εναγομένου, καθότι υπήρχαν ηπιότερα μέτρα, ειδικότερα δε και μετά την κατάργηση του ΚΠΕ το εναγόμενο ίδρυμα είχε την δυνατότητα να την απασχολεί στην θέση, για την οποία είχε προσληφθεί, δηλ.

ως οικονόμο/ή και επιμελήτρια διαβίωσης στο Οικοτροφείο, και για την οποία διέθετε τις απαραίτητες γνώσεις και ικανότητες (β) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία με τα οφέλη που ανέμενε το εναγόμενο ίδρυμα απ' αυτήν, καθόσον οι αρμοδιότητες του ΚΠΕ δεν καταργήθηκαν αλλά μεταβιβάσθηκαν, η θέση της οικιακής οικονόμου - επιμελήτριας δεν καταργήθηκε και η οικονομική επιβάρυνση από την μισθοδοσία της ήταν αμελητέα, συγκριτικά με τα οικονομικά μεγέθη του εναγομένου, το οποίο άλλωστε παρέχει κοινωφελές έργο και δεν ασκεί εμπορική επιχείρηση (γ) σε κάθε περίπτωση, το εναγόμενο ίδρυμα όφειλε να προβεί σε επιλογή των προσώπων που θ' απολυθούν με κριτήρια αντικειμενικά (κοινωνικά και οικονομικά), κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, εφόσον η αγωγή περιελάμβανε αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής ερειδόμενο σε συγκεκριμένα περιστατικά (βάση) καταχρηστικότητας, αποτελούν (όχι αντενστάσεις της ενάγουσας στον προαναφερθέντα ισχυρισμό του εναγομένου, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται αυτή με την αναίρεσή της και δη τον 1ο λόγο αυτής, αλλά) αυτοτελείς λόγους (περιστατικά) ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης ως καταχρηστικής, νέες δηλ.

βάσεις της αγωγής και επομένως η με τον τρόπο αυτόν προβολή τους και όχι με το δικόγραφο της αγωγής αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της. (4) Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την 4952/2010 απόφασή του απέρριψε ως αόριστο τον ως άνω ισχυρισμό, για την μη τήρηση εκ μέρους του εναγομένου κοινωνικοικονομικών κριτηρίων ως προς την επιλογή των απολυτέων υπαλλήλων του, και κατά τα λοιπά ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, δεχθέν ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν ήταν καταχρηστική, αλλά έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους. (5) Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) άσκησε την από 18-10-2010 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς όλα τα κεφάλαιά της, προβάλλοντας ειδικότερα ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα (α) έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασής της δεν υπαγορεύθηκε από κακοβουλία, εκδικητικότητα και με βάση ρατσιστικά κριτήρια, αλλά οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομοτεχνικούς λόγους (1ος λόγος έφεσης) (β) απέρριψε και τους ισχυρισμούς της ότι η καταγγελία της σύμβασης ήταν καταχρηστική και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν αποτελούσε πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση των συμφερόντων του εναγομένου ιδρύματος, καθώς και διότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της βρισκόταν σε προφανή δυσαναλογία με το οφέλη που ανέμενε το εναγόμενο από την λύση της εργασιακής της σχέσης (2ος λόγος) και (γ) απέρριψε ως αόριστη την ένστασή της ότι η καταγγελία αυτή είναι καταχρηστική και για τον λόγο ότι το εναγόμενο δεν προέβη στην ορθή επιλογή του απολυτέου με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ενώ αυτή ήταν ορισμένη (3ος λόγος).

Το Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλομένη 47/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, σε σχέση ειδικότερα με τον (ως αόριστο απορριφθέντα πρωτοδίκως) ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι η καταγγελία της σύμβασης είναι καταχρηστική και αν ακόμη έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, διότι δεν τηρήθηκαν αντικειμενικά, κοινωνικά και οικονομικά, κριτήρια για την ορθή επιλογή των προσώπων που έπρεπε ν' απολυθούν, έκρινε, και ορθά κατά τα προαναφερθέντα, ότι αυτός, προβληθείς για πρώτη φορά με την προσθήκη στις προτάσεις της στην πρωτοβάθμια δίκη, αποτελούσε απαράδεκτη μεταβολή τη βάσης της αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας δεν περιεχόταν ούτε καθ' υποφοράν τέτοιος λόγος καταχρηστικότητας, και ότι το Πρωτοδικείο ορθά τον απέρριψε, αν και με διαφορετική αιτιολογία ως αόριστο, στην συνέχεια δε απέρριψε τους σχετικούς, όπως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, 2ο και 3ο λόγους της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμους, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία της εκκληθείσας απόφασης, με την οποία ο ισχυρισμός αυτός είχε απορριφθεί ως αόριστος.

Σε σχέση με την κρίση αυτή του Εφετείου πρέπει να επισημανθούν τα εξής: (Α) Ως πρoς τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ για λήψη υπόψη "πραγμάτων" μη πρoταθέντων: (i) Με την προσβαλλομένη απόφαση ο ως άνω ισχυρισμός, που αποτελούσε, όπως προαναφέρθηκε, απαραδέκτως προστεθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο βάση της αγωγής και για τον λόγο αυτό απαραδέκτως επίσης επαναφερθείσα στο Εφετείο με τον 3ο λόγο έφεσης, απορρίφθηκε, και ορθά, ως δικονομικά απαράδεκτος και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως ανακριβώς ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού κατ' ουσίαν απορρίφθηκε, και ορθά, ο σχετικός 3ος λόγος της έφεσής της (από παραδρομή στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται ως σχετικός λόγος και ο 2ος που αφορά άλλον ισχυρισμό της ενάγουσας), επειδή ακριβώς κρίθηκε ότι ο με τον λόγο αυτόν προταθείς ισχυρισμός αποτελούσε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ανακριβώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον εδώ ερευνώμενο λόγο της αναίρεσής της ότι με την παρ. 20 της αγωγής είχε επικαλεσθεί (καθ' υποφοράν) και την βάση αυτή της αγωγής (αντένσταση, κατ' αυτήν), καθόσον στο σημείο αυτό της αγωγής της η αναιρεσείουσα ενάγουσα εκθέτει απλώς ότι στις αρχές του έτους 2008 το εναγόμενο προσέλαβε τις αναφερόμενες εκεί υπαλλήλους, αποφοίτους ΑΕΙ (γυμνάστρια, ψυχολόγο, κοινωνική λειτουργό και φιλόλογο), λίγες δε ημέρες πριν την καταγγελία της σύμβασής της και άλλη υπάλληλο, από τις οποίες, προσληφθείσες δύο έτη μετά απ' αυτήν, όλες πλην μίας εξακολουθούν να εργάζονται στο εναγόμενο. (ii) Περαιτέρω, η απόρριψη από το Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση με την έφεση της ενάγουσας μεταβιβάσθηκε στο σύνολό της, ως δικονομικά απαράδεκτης (δηλ.

για τυπικό λόγο) της βάσης αυτής της αγωγής που είχε απορριφθεί ως αόριστη (δηλ. για άλλο τυπικό λόγο) από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από το εναγόμενο, δεν καθιστά, σύμφωνα με τα άρθ. 522 και 536 ΚΠολΔ, επιβλαβέστερη την θέση της ενάγουσας (ΑΠ 9/2005, πρβλ. ΑΠ 298/2010). Ειδικότερα, χειροτέρευση της θέσης της ενάγουσας ως εκκαλούσας δεν αποτελεί ούτε η απόρριψη της βάσης αυτής της αγωγής ως δικονομικά απαράδεκτης με απλή αντικατάσταση του αιτιολογικού κατ' άρθ. 534 ΚΠολΔ της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη, χωρίς εξαφάνιση αυτής (ΑΠ 9/2005), λόγω δημιουργίας δυσμενούς (μεγαλύτερης έκτασης) δεδικασμένου, καθόσον με την διατύπωση απορριπτικής αιτιολογίας (δικονομικό απαράδεκτο) διαφορετικής από εκείνη του Πρωτοδικείου (αοριστία) το Εφετείο δεν κατέληξε σε δυσμενέστερο για την αναιρεσείουσα διατακτικό.

Και τούτο διότι με την επωφελέστερη συναφώς αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης (προς την οποία συναρτάται άμεσα το διατακτικό της), με την οποία η βάση (και όχι αντένσταση) αυτή της αγωγής απορρίφθηκε ως δικονομικά απαράδεκτη (και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως κατ' επανάληψη και εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα) το δεδικασμένο, καταλαμβάνοντας μόνο το δικονομικό αυτό ζήτημα, δεν εμποδίζει, υπό την εκδοχή του Εφετείου, την αναιρεσείουσα να επαναφέρει την βάση αυτή της αγωγής της κατά τρόπο δικονομικά παραδεκτό, δηλ.

με νέο, αυτοτελές δικόγραφο αγωγής, όπως άλλωστε και υπό την εκδοχή της αοριστίας δεν εμποδίζεται η αναιρεσείουσα να επαναφέρει την ως άνω βάση της αγωγής κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (ΑΠ 298/2010). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η χειροτέρευση της θέσης της αναιρεσείουσας από την ως άνω κρίση της προσβαλλομένης απόφασης συνίσταται κατ' αυτήν και στο γεγονός ότι, εάν το Εφετείο είχε και αυτό απορρίψει τον ως άνω ισχυρισμό της ως αόριστο θα μπορούσε να προσβάλει την αναιρεσιβαλλομένη για διάφορες νομικές πλημμέλειες που αφορούν την συγκεκριμένη κρίση της περί αοριστίας και ειδικότερα ότι δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες κατά το σκέλος αυτό, δηλ.

για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης μπορεί να θεμελιωθεί μόνον όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν και διετύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή, ένσταση κ.λπ. ως αόριστη, μη νόμιμη κ.λπ. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως άνω με αντικατάσταση των αιτιολογιών της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς το εναγόμενο αναιρεσίβλητο να έχει ασκήσει αυτοτελή έφεση ή αντέφεση, είναι επιβλαβέστερη, με την προαναφερθείσα έννοια, από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και ότι επομένως η απόρριψη αυτή ενέχει υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον (ΑΠ 298/2010) και πρέπει ως εκ τούτου ν' απορριφθεί, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος. (Β) Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ για παρά το νόμο απόρριψη ως απαραδέκτου του ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ενάγουσας, αφού, όπως προαναφέρθηκε και όπως ορθά και το Εφετείο έκρινε, ο ισχυρισμός αυτός συνιστούσε απαράδεκτα προταθείσα και απαράδεκτα επαναφερθείσα ενώπιόν του βάση της αγωγής.

Περαιτέρω, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι: (Α) Το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της, τον οποίο επανέφερε ενώπιον αυτού με τον 2ο λόγο της έφεσής της, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και εάν έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλ.

λόγω κατάργησης του ΚΠΕ, στο οποίο απησχολείτο η ενάγουσα, ήταν καταχρηστική και διότι δεν αποτελούσε πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση των συμφερόντων του εναγομένου ιδρύματος, καθόσον υπήρχαν ηπιότερα μέτρα, ειδικότερα δε και μετά την κατάργηση του ΚΠΕ το εναγόμενο είχε την δυνατότητα να την απασχολεί στην θέση, για την οποία είχε προσληφθεί, δηλ.

ως οικονόμο και/ή επιμελήτρια διαβίωσης στο Οικοτροφείο, για την οποία διέθετε τις απαραίτητες γνώσεις και ικανότητες κ.λπ. και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελούσε, όπως προαναφέρθηκε, απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (αυτοτελή βάση προταθείσα με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του πρωτοδικείου), απαραδέκτως επαναφερθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τον δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας ενάγουσας.

Παρά ταύτα ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε για λόγους ουσιαστικούς με πλήρεις αιτιολογίες, ειδικότερα δε με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό, ότι η ενάγουσα προσληφθείσα από το εναγόμενο την 20-2-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως επιμελήτρια διαβίωσης - οικονόμος στο τμήμα οικιακής οικονομίας, μετά την ίδρυση του αυτοτελούς εντός του οικοτροφείου του εναγομένου τμήματος "Κέντρο Παιδικής Ευεξίας" (ΚΠΕ) αναβαθμίσθηκε και τοποθετήθηκε με μετάταξη, βοηθός του υπευθύνου του ΚΠΕ, ότι κατά την διάρκεια της λειτουργίας του ΚΠΕ δημιουργήθηκαν εσωτερικά προβλήματα δυσλειτουργίας των υπηρεσιών του Ιδρύματος, και λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας, ότι για τον λόγο αυτόν αλλά και δεδομένου του μεγάλου κόστους λειτουργίας του ΚΠΕ που επεβάρυνε υπέρμετρα το Ίδρυμα, το ΔΣ αυτού (εναγομένου) με την 1581/27-1-2009 απόφασή του αποφάσισε την κατάργηση του ΚΠΕ και την μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων του στο οικοτροφείο και συνακόλουθα την κατάργηση των θέσεων υπευθύνου και βοηθού υπευθύνου του ΚΠΕ, απότοκος δε της κατάργησης του ΚΠΕ και της θέσης που κατείχε η ενάγουσα ήταν η έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της την 30-1-2009 (με την καταβολή και της νόμιμης αποζημίωσης) και ότι μετά την κατάργηση του ΚΠΕ και της θέσης της ενάγουσας σ' αυτό δεν ήταν δυνατόν ν' απασχοληθεί πλέον η ενάγουσα στο οικοτροφείο του εναγομένου ιδρύματος με την ειδικότητα της επιμελήτριας - οικονόμου, με την οποία είχε προσληφθεί, καθόσον η θέση αυτή, μετά την μετάταξή της στο ΚΠΕ, καλύφθηκε από άλλη εργαζομένη, τη Ν.

Ο., στην συνέχεια δε το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τον 2ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο ερευνώμενος εδώ τρίτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά τον ως άνω ισχυρισμό πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. (Β) Το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τον επίσης με τον 2ο λόγο έφεσης επαναφερθέντα ισχυρισμό της, ότι σε κάθε περίπτωση η καταγγελία της σύμβασής της βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία με τα οφέλη που ανέμενε το εναγόμενο από την λύση της εργασιακής της σχέσης και είναι και ως εκ τούτου καταχρηστική.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ισχυρισμός αυτός αποτελούσε απαραδέκτως προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή βάση καταχρηστικής καταγγελίας και απαραδέκτως επαναφερθείσα στο Εφετείο, ενώ είναι και μη νόμιμος, καθόσον η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλ. η καταγγελία που δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεομένους με το αντικειμενικό συμφέρον του εργοδότη, λόγους, δεν είναι άνευ άλλου καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 50/2011).

Επομένως, η μη λήψη υπόψη του δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ενώ σε κάθε περίπτωση ο συναφής 2ος λόγος της έφεσης της ενάγουσας απορρίφθηκε ρητά κατ' ουσίαν με την προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και ως προς αυτό το σκέλος του.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2012 αίτηση της Β. Σ. για αναίρεση της 47/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ