Legislator Case Law & Legislation
460/2011 AI generated

460/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 460/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 460 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 460/2011

Legislator headnote

AI generated

460/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 460 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 460/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 460 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 460/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης στην Αθήνα Δημόσιας Επιχείρησης με την μορφή ΑΕ και την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Σ.Ε)", νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ζαχόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Α. Π., 2. Π. συζ. Α. Π., που ενεργούν ατομικά και με την ιδιότητα των γονέων που ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα στην ανήλικη θυγατέρα τους (κατά την ημερομηνία άσκησης της αναίρεσης) και ήδη ενηλικιωθείσας, Α. Π., 3 Η. θυγ. Α. Π., 4 Α. χήρας Α. Π., κατοίκων ..., 5. Γ. συζ. Η. Π., το γένος Α., 6. Η. Π. του Δ., ο οποίος απεβίωσε ήδη και την δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου νόμιμοι κληρονόμοι αυτού και 7. Σ. Η. Π.,κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θάνο Αμπατζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πάτρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 545/2007 οριστική του Εφετείου Πάτρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει επί της υπαιτιότητας του μηχανοδηγού της αμαξοστιχίας της αναιρεσείουσας στην επέλευση του ένδικου σιδηροδρομικού ατυχήματος, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, χωρίς απόδειξη, "ότι το θύμα είχε σταθεί πλησίον των σιδηροδρομικών γραμμών, έχοντας προφανώς, πρόθεση να διασχίσει αυτές κάθετα...", ενώ κάτι τέτοιο δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για παραδοχή "πραγμάτων", κατά την προεκτεθείσα του όρου έννοια, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αλλά για επιχείρημα από τις αποδείξεις. Αυτά δε πέραν και (ανεξάρτητα) του γεγονότος ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο στην επί της ουσίας κρίση του κατέληξε, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξ άλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα απ' αυτά ή τη σχέση και επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, αφενός μεν την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων Ο. Μ., αφετέρου δε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της Α. Α., που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την απόφαση αυτού πρακτικά, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του, ενώ αν συνεκτιμούσε τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα ως προς την υπαιτιότητα του μηχανοδηγού της στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος, κατά το οποίο θανατώθηκε η ανήλικη συγγενής των αναιρεσίβλητων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και τις ένορκες καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το παραπάνω αποδεικτέο γεγονός, και τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, για τις οποίες μάλιστα κάνει εκτενή αξιολόγηση και συνεκτίμηση προς τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο, αφού παρατίθενται στο αναιρετήριο οι καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων, ακολούθως υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο εξετίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις εσφαλμένες παραδοχές του, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας του άνω μηχανοδηγού στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003,12/2000, 3/1997), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν απ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αμέλειας (υπαιτιότητας) του μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας της στην επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος με θύμα τη συγγενή των αναιρεσίβλητων και ειδικότερα υποστηρίζει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη: 1) ότι η λειτουργία της ντιζελομηχανής εξαιτίας του υπερβολικού θορύβου που δημιουργούσε καθιστούσε αδύνατη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη δυνατότητα του μηχανοδηγού να αντιληφθεί την δεκατριάχρονη συγγενή των αναιρεσίβλητων κατά τη διέλευση της αμαξοστοιχίας από το σημείο του ατυχήματος, 2) ότι ο υπερβολικός θόρυβος της αμαξοστοιχίας ωφείλετο στη λειτουργία της ντιζελομηχανής και όχι στην ταχύτητα που είχε αναπτύξει αυτή, η οποία ήταν κατώτερη της επιτρεπομένης, 3) ότι η θέση μειωμένων ορίων ταχύτητας των τραίνων σε κατοικημένες περιοχές και η αντίστοιχη υποχρέωση προς τούτο των μηχανοδηγών θα αναιρούσε τη χρησιμότητα λειτουργίας των σιδηροδρόμων δεδομένου ότι το μισό σιδηροδρομικό δίκτυο διέρχεται από κατοικημένες περιοχές, 4) ότι στο σημείο του ατυχήματος δεν υπήρχε διάβαση και ότι το τυχόν υφιστάμενο εκεί "πέρασμα" των γραμμών από τους διερχόμενους είχε δημιουργηθεί εν αγνοία της και 5) ότι το θύμα μπορούσε να διασχίσει τις γραμμές με ασφάλεια από την σε μικρή απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, ισόπεδη φυλασσόμενη διάβαση. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, διότι οι παραπάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών στους οποίους θεμελιώνεται η υπαιτιότητα του μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας της αναιρεσείουσας στην επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος, καθώς και πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων προς αντίκρουση του άνω αγωγικού ισχυρισμού. Εξάλλου, απορριπτέος ως αόριστος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με την υπαιτιότητα (αμέλεια) του άνω μηχανοδηγού στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, ούτε ο φερόμενος ότι παραβιάσθηκε κανόνας, ούτε οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου που θεμελιώνουν τον αγωγικό περί υπαιτιότητος ισχυρισμό, ούτε το σφάλμα του δικαστηρίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφάρμοσε ή έπρεπε να εφαρμόσει.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-09-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 545/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ