460/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2005 του ιδίου δικαστηρίου, 951/2006 μη οριστική και οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17 Οκτωβρίου 2007 αίτησή των.
Legislator headnote
AI generated460/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 460 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 460/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ......, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Κοκκίνη - Ευθυμιοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστάσιο Τελώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2005 του ιδίου δικαστηρίου, 951/2006 μη οριστική και οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17 Οκτωβρίου 2007 αίτησή των.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της ως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν.1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ.1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι : 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο.
Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, η οποία συνιστά το απόκτημα με την ευρεία έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο και δη όχι μόνον με την παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και με την παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν υπερβαίνουν την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. 'Όταν ο υπόχρεος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου, το σύνολο της περιουσίας που υπάρχει κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) αποτελεί απόκτημα, ώστε ο ενάγων αξιώνει απευθείας από αυτό το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλε με τις παροχές του, στην απόκτηση από τον υπόχρεο.
Εάν δε το αξιούμενο ποσοστό είναι μείζον του 1/3, το τελευταίο εμπεριέχεται σε αυτό και αν δεν ζητείται ρητώς, αφού η συμβολή κατά το ποσοστό αυτό τεκμαίρεται από το νόμο. Περαιτέρω, ο χρόνος της λύσεως ή της ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.
Για την περαιτέρω όμως αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, προς εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, η ενάγουσα εκθέτει ότι με τον πατέρα των τριών πρώτων εναγομένων και πάππο της τετάρτης από αυτούς τέλεσε γάμο στις 27-7-1944, ο οποίος λύθηκε με τον επισυμβάντα στις 31-1-2001 θάνατο αυτού.
Κατά τη διάρκεια του γάμου ο σύζυγός της απέκτησε τα αναφερόμενα σε αυτή περιουσιακά στοιχεία, συνολικής αξίας 189.887.340 δρχ. κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Στην απόκτηση αυτών συνέβαλε και η ιδία με οικονομικές παροχές και με την εργασία της, κατά ποσοστό 60%. Οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι είναι συγκληρονόμοι εξ αδιαθέτου με την ίδια κατά το ένα τέταρτο εξ αδιαιρέτου ο καθένας και η τέταρτη από αυτούς κληρονόμος του εκ διαθήκης επί του αναφερομένου δήλου.
Μετά δε τη σύμπτωση στο πρόσωπο της ιδίας, ως προς την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, των ιδιοτήτων δανειστή και οφειλέτη και την επέλευση αποσβέσεως με σύγχυση (άρ. 453 εδ.α' ΑΚ) ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με τις προαναφερθείσες ιδιότητες, να της αποδώσουν: 1) οι μεν τρεις πρώτοι, αυτούσια τα περιερχόμενα σε ατούς από την κληρονομία του συζύγου της περιουσιακά στοιχεία, κατά το εξ αδιαθέτου ποσοστό του καθενός και το ποσοστό συμβολής της ιδίας στην απόκτήσή του, δηλαδή τα 45/100 (60% δια 3/4) εξ αδιαιρέτου επ'αυτών, καταδικαζόμενοι σε δήλωση βουλήσεως, άλλως να της πληρώσουν ο καθένας ποσό 18.000.000 δρχ.
ή 52.830,85 ευρώ και επί πλέον 1.483.101 δρχ. ή 4.352,98 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, 2) η δε τετάρτη, αυτούσιο το περιερχόμενο σε αυτή δήλο πράγμα κατά το ανωτέρω ποσοστό συμβολής της στα αποκτήματα (60%), καταδικαζόμενη σε δήλωση βουλήσεως, άλλως να της καταβάλει 36.000.000 δρ. ή 105.661,70 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο, είναι ορισμένη. 'Αλλα πραγματικά στοιχεία δεν απαιτούνται για το ορισμένο αυτής. Τα αναφερόμενα από τις αναιρεσείουσες δεν ανάγονται στο νόμω βάσιμο αλλά στο κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής και θα προκύψουν από τις αποδείξεις, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή η τεκμαρτή συμμετοχή, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του υπόχρεου, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρξε αύξηση της περιουσίας αυτού.
Κατ' ακολουθίαν τούτων και όσων αναπτύχθηκαν παραπάνω, το Εφετείο ορθώς έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και ακολούθως εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, με την πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του. Επομένως ο πρώτος, ο έκτος, ο όγδοος και ο τρίτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται αυτή για παραβίαση του άρθρου 1400 ΑΚ, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή ότι αυτή συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της κατά ποσοστό 60%, με δικά της χρήματα και με την απασχόλησή της στο κατάστημα πωλήσεως και επισκευής ποδηλάτων και μοτοποδηλάτων και την εξυπηρέτηση των πελατών του συζύγου της και στην υποβοήθησή του στο εμπόριο μαγνητικών βραχιολιών, το Εφετείο που έκρινε ότι η (αποτιμηθείσα) συμμετοχή αυτής στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της ανήλθε στο ένα τρίτο (1/3), δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως ο αντίθετος, τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, είναι αβάσιμος.-
Το Εφετείο, όπως από την πρώτη των προσβαλλόμενων αποφάσεών του προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα : Η ενάγουσα, που είχε τελέσει γάμο με τον Α την 27-7-1944, εργαζόταν μέχρι το 1945 στην "......" και αργότερα επί ένα έτος (μέχρι το 1946) εργάσθηκε στη σαπωνοποιϊα "......". Ο σύζυγος μετά το γάμο άνοιξε κατάστημα ενοικιάσεως ποδηλάτων, ενοικιάζοντας αρχικά τέσσερα ποδήλατα, σιγά - σιγά δε το κατάστημα αυτό εξοπλίσθηκε και με άλλα ποδήλατα και αργότερα ο σύζυγος λειτούργησε κατάστημα επισκευής και πωλήσεως ποδηλάτων και μοτοποδηλάτων. Επίσης ο σύζυγος άρχισε να ασχολείται με το εμπόριο μαγνητικών βραχιολιών. Η ενάγουσα μετά τα (δύο ) πρώτα χρόνια του γάμου σταμάτησε να εργάζεται ως ανωτέρω και ησχολείτο με τις οικιακές εργασίες. Η συμμετοχή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της (την οποία στη συνέχεια αποτίμησε το Εφετείο) συνίστατο στην περιουσία της στο κατάστημα πωλήσεως - επισκευής των ποδηλάτων και μοτοποδηλάτων και την εξυπηρέτηση των πελατών, όταν έλειπε ο σύζυγος για διάφορες εξωτερικές εργασίες και στην υποβοήθησή του στο εμπόριο των μαγνητικών βραχιολιών. Οι ανωτέρω αιτιολογίες του Εφετείου είναι επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αντίθετος τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.-
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Παρέπεται ότι το δικαστήριο επιδίκασε ελάσσον του αιτηθέντος δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως διότι το επιδικασθέν έλασσον περιέχεται στο αιτηθέν μείζον. Ειδικώτερα επί της αγωγής προς απόδοση αποκτημάτων, εκ του άρθρου 1400 ΑΚ, το αίτημα αποδόσεως ποσοστού μείζονος του ενός τρίτου περιέχει το έλασσον ποσοστό του ενός τρίτου, δηλαδή το τεκμαρτό ποσοστό συμμετοχής του δικαιούχου στην επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή την απόδοση ποσοστού 60%, ως συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Το Εφετείο δέχθηκε αυτή για ποσοστό ένα τρίτο (1/3), δηλαδή για το μικρότερο του αιτηθέντος τεκμαρτό ποσοστό συμμετοχής, ώστε δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Επομένως ο πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 19/1998, Ολομ.ΑΠ 17/1995).
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου, η οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 αρχές, γιατί δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου (Ολομ.
ΑΠ 8/2001, Ολομ. ΑΠ 1/1997). Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζήτησαν να απορριφθεί η αγωγή, ισχυριζόμενες ότι η ενάγουσα ασκεί καταχρηστικώς το δικαίωμά της, διότι, ενώ βρισκόταν με τον θανόντα το έτος 2001 σύζυγό της σε διάσταση από τον Δεκέμβριο του έτους 1981, δεν άσκησε την αξίωσή της στα αποκτήματα αυτού μετά την παρέλευση τριετίας από την έναρξη της διαστάσεως, αλλά μετά το θάνατό του.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος, διότι μόνη η αδράνεια της δικαιούχου ενάγουσας να ασκήσει την επίδικη αξίωσή της επί μακρόν χρόνο, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών ή συνθηκών που δημιούργησαν την πεποίθηση στις εναγόμενες ότι αυτή δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της αυτό, δεν καθιστά την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Το Εφετείο, το οποίο, με την εκ των προσβαλλομένων υπ' αριθμό 937/2007 απόφασή του, έκρινε ομοίως και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ. Επομένως ο έβδομος, αντίθετος, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση.
Οι αναιρεσείουσες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη τα αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2007 αίτηση των Χ1, κλπ, για αναίρεση των υπ' αριθμούς 937/2006 και 951/2006 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ