460/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 460 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated460/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 460 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 460 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 460/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Σαρρή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2005 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 25-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι, όπως συμπληρώνονται με την παρούσα εισηγητική έκθεση και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη, χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής περιστατικά: Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) προτιθέμενος να αγοράσει δύο αστικά ακίνητα, που βρίσκονται στη θέση "Σολάρι" ή "Βρυσοπούλα" της περιοχής Ποταμού του Δήμου Κέρκυρας, συνολικού εμβαδού 886,64 τ.μ. (400 + 486,64), τα οποία ανήκαν στην ιδιοκτησία της .... και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... ΟΕ", απευθύνθηκε στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας (εναγομένης) στην Κέρκυρα, δεδομένου ότι η τελευταία είχε εγγράψει υπέρ αυτής και σε βάρος των πιο πάνω ακινήτων εμπράγματα βάρη προς εξασφάλιση απαιτήσεών της. Κατά τις επαφές που είχε με τους αρμόδιους υπαλλήλους της ζήτησε να πληροφορηθεί έναντι ποίου ποσού θα προέβαινε στην άρση των υφισταμένων βαρών σε αυτά. Η αναιρεσείουσα, με το από 20.12.1999 έγγραφο του αρμόδιου γραφείου της (Τμήμα Ρευστοποιήσεων και Δικαστικού) του γνωστοποίησε ότι για την εξάλειψη των σχετικών βαρών στα ακίνητα των οφειλετών της θα έπρεπε να της καταβληθεί το ποσό των 55.000.000 δρχ. Να σημειωθεί ότι στο έγγραφο αυτό δεν ετέθη προθεσμία, εντός της οποίας θα έπρεπε να ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία εξαλείψεως των βαρών και μεταβιβάσεως των ακινήτων στον αναιρεσίβλητο. Κατόπιν τούτου, στις 22.12.1999, ο αναιρεσίβλητος και οι ιδιοκτήτες των πιο πάνω ακινήτων προέβησαν στην κατάρτιση σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο καθόρισαν τους όρους της συμβάσεως πωλήσεως την οποία θα κατήρτιζαν. Δηλαδή, προσδιόρισαν το ύψος του τιμήματος στο ποσό των 75.000.000 δρχ., καταβλήθηκε στους πωλητές ποσό 3.000.000 δρχ. ως προκαταβολή, καθόρισαν το χρόνο εντός του οποίου θα έπρεπε να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο (εντός διμήνου) κλπ. Στη συνέχεια, ο αναιρεσίβλητος απευθύνθηκε στην Τράπεζα Εργασίας - EUROBANK και ζήτησε να του χορηγηθεί δάνειο για την αγορά των πιο πάνω ακινήτων, ενώ ανέθεσε στον πληρεξούσιο δικηγόρου του (Άγγελο Σπίγγο) να προβεί σε έλεγχο τίτλων, περαιτέρω δε, σε συνεργασία με συμβολαιογράφο (Σπυρ. Κοντό), στη σύνταξη των προσχεδίων των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και στη σύνταξη των σχετικών δηλώσεων για την καταβολή του φόρου μεταβιβάσεως. Μετά την ολοκλήρωση των παραπάνω προεργασιών και συγκεκριμένα το Μάιο του 2000, ο αναιρεσίβλητος απευθύνθηκε εκ νέου στην αναιρεσείουσα και ζήτησε να άρει τα υφιστάμενα βάρη επί των ανωτέρω ακινήτων, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβιβάσεως στον ίδιο. Τότε η αναιρεσείουσα με το από 15.6.2000 έγγραφό της γνωστοποίησε ότι για την εξάλειψη των σχετικών βαρών στα πιο πάνω ακίνητα θα έπρεπε να της καταβληθεί το ποσό των 145.000.000 δρχ. Να σημειωθεί ότι στο έγγραφο αυτό δεν προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο υπερδιπλασίασε το ύψος της αξιώσεώς της η αναιρεσείουσα και μάλιστα, μετά πάροδο ολίγων και μόνο, μηνών από την έκδοση του πρώτου εγγράφου της. Η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσείουσας είναι παράνομη και υπαίτια, αντικείμενη στα χρηστά ήθη και καλή πίστη που επιβάλλεται να τηρούνται στις συναλλαγές και ειδικότερα, έναντι του αναιρεσιβλήτου στον οποίο δημιούργησε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τη βάσιμη πεποίθηση ότι η πρώτη θα προχωρούσε στην άρση των βαρών που υπήρχαν στα υπό μεταβίβαση ακίνητα και μάλιστα, με τόσο επίσημο τρόπο, όπως ήταν η γνωστοποίηση των προθέσεών της με έγγραφο. Υποστηρίζεται, βέβαια, από την αναιρεσείουσα ότι η πραγματική αξία των ακινήτων ήταν πολύ μεγαλύτερη απ' αυτήν που καθορίστηκε αρχικά, ότι καθυστέρησε ο αντίδικός της στην ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας και ότι το ύψος των αξιώσεών της έναντι των οφειλετών της (πωλητών) είναι πολύ μεγαλύτερο. Επιπλέον δε, επικαλείται και προσκομίζει σχετική αλληλογραφία που είχε με τους οφειλέτες της, στους οποίους είχε γνωστοποιήσει ότι η μεταβίβαση έπρεπε να ολοκληρωθεί εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, ότι οι ημερομηνίες και παρατάσεις που είχαν δοθεί από την ίδια για το σκοπό αυτό είχαν εξαντληθεί. Ενδεχόμενα, οι πιο πάνω ισχυρισμοί να είχαν ουσιαστική βασιμότητα αν τα εριζόμενα θέματα ήταν αντικείμενο και περιεχόμενο των σχετικών συζητήσεων και διαπραγματεύσεων που είχαν τα αρμόδια προς τούτο όργανά της με τον αναιρεσίβλητο, πράγμα το οποίο, όμως, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, με βάση το από το από 20.12.1999 έγγραφό της, παρέλειψε υπαίτια να του γνωστοποιήσει ότι το αρχικό ποσό (55.000.000 δρχ.) ήταν μία προσφορά περιορισμένης χρονικής διάρκειας, ότι το ποσό αυτό δεν ανταποκρινόταν στο ύψος της πραγματικής οφειλής των πελατών της (οφειλετών), ότι το ύψος της αξίας των ακινήτων συνδέεται και με άλλους παράγοντες μεταβαλλόμενους στην πάροδο του χρόνου με άμεση επίπτωση και στη μεταβολή της αξίας του ακινήτου κλπ. Ακολούθως, το Εφετείο, δεχόμενο ότι τα περιστατικά αυτά συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και ότι απ' αυτή επήλθε περιουσιακή ζημία στον αναιρεσίβλητο, ποσού 44.974,32 ευρώ, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ως προς τη συνδρομή ή μη πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εκτεθείσας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν η ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την παραπάνω ζημία. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απορρέοντες τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, όπως αυτοί συμπληρώνονται με την εισηγητική έκθεση, είναι βάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 97/2005 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ