Legislator Case Law & Legislation
45/2026 AI generated

45/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 45/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

45/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή κατ` άρθρο 361 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 531/2015, ΑΠ 1653/ 2011).

Keywords

AI generated
terms of sale offeror actual tender of performance sale by sample sale by specification auction terms
AI generated
548/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
104/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με: α) την από 28-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και β) την από 8-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2005 του Εφετείου Αθηνών, ως προς την δεύτερη αγωγή και η 225/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 7256/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αγωγή. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2009 αίτησή του.
1766/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1134/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
8/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17748/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1342/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/6/2013 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 45 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 45 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε.", που εδρεύει στο Ξουρίχτη Πηλίου Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μπρούζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "PIERALISI ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λιάσκο που ανακάλεσε την από 3/10/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1010/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11024/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5580/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/1/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 5580/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 11024/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά την κύρια βάση της και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει το ποσό των 55.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως οφειλόμενο τίμημα από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση πώλησης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής, ότι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 531/2015, ΑΠ 44/2004).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 416, 422, 423 ΑΚ και 262 παρ. 1, 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εάν έχει περισσότερα ομοειδή χρέη προς τον ίδιο δανειστή και το ποσό που προσφέρει σ` αυτόν δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων των χρεών, δικαιούται, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους μέχρι τον χρόνο της καταβολής η σειρά εξόφλησης των περισσοτέρων χρεών, να ορίσει ο ίδιος το χρέος που επιθυμεί να εξοφληθεί κατά την καταβολή ή αμέσως μετά την καταβολή με ρητή ή σιωπηρή δήλωση προς τον δανειστή, ο οποίος περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας δανειστή ως προς την προσφερόμενη παροχή, αν αποκρούσει τη δήλωση του οφειλέτη για καθορισμό του εξοφλητέου χρέους (ΑΠ 234/2014).

Ειδικότερα ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή κατ` άρθρο 361 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 531/2015, ΑΠ 1653/ 2011).

Αυτός δε που επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού αποδεικνύει αυτή. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία ούτε μονομερής προσδιορισμός από τον οφειλέτη, που είναι δεσμευτικός για τον δανειστή, τότε ο καταλογισμός θα γίνει κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ. β` του άρθρου 422 ΑΚ (ΑΠ 531/2015, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 250/2002).

Η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ εφαρμόζεται αναλογικά όχι μόνο όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση, όπως όταν πρόκειται για μία οφειλή που συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δόσεις (ΑΠ 531/2015). Ειδικότερα, από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει, ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη.

Μόνο δε αν ο δανειστής - αποδεχόμενος την καταβολή - αντιλέγει με αντένσταση ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν` αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, αναφέροντας και τα παραγωγικά τούτου γεγονότα (ΑΠ 1965/2014).

Αν αποδειχθεί η ύπαρξη του άλλου χρέους, ο οφειλέτης οφείλει, προτείνων σχετική επανένσταση, να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επιδίκου χρέους, είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου χρέους, από τα περισσότερα χρέη, με βάση το άρθρο 422 εδ. α' ΑΚ, είτε σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ.

β' ΑΚ σειρά (ΑΠ 717/2024, ΑΠ 920/2023, ΑΠ 80/2023, ΑΠ 1147/2020, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1747/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004).

Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 1285/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 422 εδ.

β' του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, απορρίπτοντας την επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση εξόφλησης της επίδικης οφειλής. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PIERALISI ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ", τυγχάνει καθολική διάδοχος, δυνάμει συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PIERALISI CREDIT HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΗ.

ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και εμπορεύεται μηχανήματα επεξεργασίας ελαίων κατασκευής του ιταλικού οίκου Pieralisi. Στα πλαίσια αυτής της εμπορικής της δραστηριότητας συμφωνήθηκε στις 2-6-2006 με το ίδιας ημερομηνίας συμφωνητικό παραγγελίας να προμηθεύσει στην εναγόμενη, η οποία διατηρεί επιχείρηση ελαιοτριβείου, ένα πλήρες ελαιουργικό συγκρότημα τύπου PIERALISI Ιταλίας, αποτελούμενο από μία (1) μεταφορική ταινία ελαιόκαρπου, ένα (1) αποφυλλωτήριο διπλό, ένα (1) πλυντήριο ελαιόκαρπου μοντέλο L20, ένα (1) αναβατόριο σπαστήρα, έναν (1) σπαστήρα ελαιόκαρπου 40 HP, έναν (1) μαλακτήρα οριζόντιας διάταξης Ρ8, μία (1) αντλία πάστας εμβόλου, μία (1) αντλία τροφοδοσίας ελαιοζύμης POMPA MONO Ρ60), ένα (I) DECANTER MF8, HYDRA ΕΜ44 & ΕΜ64, ένα (1) δoνούμενο φίλτρο για MF, έναν (1) ελαιοδιαχωριστήρα αυτόματο τύπου Ρ9000 TALENTO, έναν (1) λέβητα θερμού νερού, ένα (1) πλαίσιο λέβητα εναλλάκτη, ένα (1) πλαίσιο συγκροτήματος, ένα (ι) πλαίσιο για TALENTO, έναν (1) μεταφορέα πυρήνας, ένα (ι) αναβατόριο πυρήνος, έναν (1) ηλεκτρικό πίνακα συγκροτήματος και ένα (1) ανυψωτικό μηχάνημα FLASH 1500, του οποίου (του ελαιουργικού συγκροτήματος), αξίας 376.400 ευρώ.

Παράλληλα καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η από 4-9-2007 σύμβαση έντοκου δανείου, δυνάμει της οποίας, την ίδια ημέρα, η ενάγουσα κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 358.000 ευρώ, το οποίο η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέφει σε εννέα δόσεις ποσών 118.000,00 €. 10.000,00 €, 10.000,00 €, 15.000,00 €, 15.000,00 €, 50.000,00 €, 53.750,00 €, 57.500,00 € και 49.000,00 €, αντίστοιχα, εκάστη, πληρωτέες στις 15.10.2007, 30.8.2007, 30.9-2007, 30.10.2007, 30.12.2007, 30.5.2008, 30.5.2009, 30.5.2010 και 30.5.2011.

Προς εξασφάλιση της ανωτέρω συνολικής απαίτησής της, ποσού 378.000 ευρώ (358.000 ευρώ το κεφάλαιο + 20.000 ευρώ οι τόκοι) η εναγομένη, σύμφωνα με την αυθημερόν υπογραφείσα τροποποίηση της ως άνω σύμβασης, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην ενάγουσα το ως άνω λεπτομερώς περιγραφόμενο ελαιουργικό συγκρότημα. Το εν λόγω μηχάνημα εγκαταστάθηκε στο ελαιοτριβείο της εναγόμενης στις 9-11-2006.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε με την ως άνω τροποποίηση της, από 4-9-2007, σύμβασης δανείου η εναγομένη να παραμείνει στην κατοχή του ως άνω ελαιουργικού συγκροτήματος και ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής έστω και μίας δόσης του δανείου-τιμήματος, η δανείστρια είχε δικαίωμα να αναλάβει την κατοχή των μηχανημάτων και να τα κρατήσει, ως κυρία, καθώς και τις, μέχρι τότε, καταβληθείσες δόσεις για την αποπληρωμή του δανείου, ενώ σε περίπτωση έγκαιρης αποπληρωμής των συμφωνηθεισών δόσεων, πλέον των διαδραμόντων τόκων, η κυριότητα των μηχανημάτων θα μεταβιβαζόταν αυτομάτως στην εναγόμενη.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα διάδικα μέρη επέλεξαν την ως άνω πρακτική διότι συνέφερε αμφότερα. Ειδικότερα εξασφάλιζε στην ενάγουσα-πωλήτρια την πώληση του εξοπλισμού της, ενώ παρείχε στην εναγόμενη, - που ενδιαφερόταν να αποκτήσει το συγκεκριμένο κεφαλαιουχικό αγαθό-, τη δυνατότητα χρηματοδότησης του τιμήματος δεδομένου ότι η πωλήτρια-ενάγουσα χορήγησε στην εναγόμενη- αγοράστρια, μέσω της θυγατρικής της εταιρίας, πίστωση για την προμήθεια του εξοπλισμού της.

Παράλληλα δόθηκε στην ενάγουσα εμπράγματη ασφάλεια επί του πωληθέντος πράγματος, ως εξασφάλιση της χρηματοδότησης της, μέσω της μεταβίβασης της κυριότητας των μηχανημάτων σε αυτήν, ενώ νόμιμα, κατά τη διάρκεια της ομαλής λειτουργίας και εξέλιξης αυτής της σχέσης, η εναγόμενη κατείχε τον εξοπλισμό και τον χρησιμοποιούσε για την λειτουργία της επιχείρησης της.

Ακολούθως η ενάγουσα επικαλούμενη την μη καταβολή εκ μέρους της εναγόμενης δόσεων του δανείου, άσκησε κατά αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 14-9-2012 αγωγή της, επικαλούμενη ότι η εναγομένη της όφειλε από την ένατη δόση των 49.000 ευρώ (40.000 ευρώ για κεφάλαιο και 9.000 ευρώ για τόκους) το ποσό των 37.089 ευρώ και από την έκτη δόση το ποσό των 50.000 ευρώ.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 393/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία έκρινε με ισχύ δεδικασμένου ότι η εναγόμενη, μετά την άσκηση της ως άνω αγωγής, κατέβαλε επιπλέον στην ενάγουσα το ποσό των 69.000 ευρώ με αποτέλεσμα η συνολική οφειλή της από τη σύμβαση δανείου να έχει πλέον περιοριστεί στο ποσό των 18.089 ευρώ, ποσό για το οποίο, ακολούθως η ενάγουσα άσκησε την από 10-10-2016 και με αριθμ.

κατ. 45528/1837/ 2016 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Στα πλαίσια της ως άνω συνεργασίας, και εκτός από την ως άνω σύμβαση πώλησης, με το από 22-8-2007 συμφωνητικό παραγγελίας, η εναγομένη, ανέθεσε στην ενάγουσα την κατασκευή, προμήθεια και εγκατάσταση, δύο ελαιοδιαχωριστήρων τύπου "BRAVO" και ενός πλαισίου συγκροτήματος διαχωριστήρων, έναντι τιμήματος 55.000 ευρώ, καταβλητέου το έτος 2012 πλέον τόκων, με ετήσιο επιτόκιο 7,5%.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι σε εκτέλεση της δεύτερης ως άνω συμφωνίας, η ενάγουσα, πριν την αποπληρωμή του τιμήματος, παρέδωσε τα εν λόγω μηχανήματα στην εναγόμενη. Τα διάδικα μέρη στις 18-10-2007 κατάρτισαν ένα νέο ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο αναφέρεται ότι, λόγω της επικείμενης έναρξης της ελαιοκομικής περιόδου και της πλήρωσης των αποθηκών της ενάγουσας, εκείνη θα παραδώσει δύο καινούργιους αυτόματους ελαιοδιαχωριστήρες τύπου BRAVO και ένα πλαίσιο διαχωριστήρων, προς φύλαξη, στην εναγομένη, η οποία, θα αποστείλει στην ενάγουσα, ως εγγύηση και για την ορθή τήρηση των όρων του συμφωνητικού, μία επιταγή ποσού 55.000 ευρώ, λήξεως την 31-12-2012.

Η ενάγουσα στις 25-11-2010 προέβη στην έκδοση του τιμολογίου πώλησης που αφορούσαν την ως άνω παραγγελία και ειδικότερα : δύο τεμάχια τάμπουρα διαχωριστήρα 1500/2000, ένα σετ κλειδιών διαχωριστήρα 1500/ 2000, δύο διαχωριστήρες φυγοκεντρικούς "BRAVO", ένα ανοξείδωτο δοχείο L85, ένα πλαίσιο-κάλυμμα διαχωριστήρα μονού, ένα κιτ δεξαμενής διαχωριστήρα talento, δύο βάσεις διαχωριστήρα Ρ 1500 X MOD, δύο παρελκόμενα Ρ 1500 και διαφράγματα, καθώς και μία αντλία τροφοδοσίας ΕΜ44, αξίας, αντίστοιχα, 25.929 ευρώ, 1.067 ευρώ, 25.449 ευρώ, 232 ευρώ, 166 ευρώ, 476 ευρώ, 1.010 ευρώ, 117 ευρώ, 554 ευρώ, συνολικής δε αξίας 55.000 ευρώ (βλ.

σχετικά το υπ' αριθμ. ...-2010 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο Β) τα οποία, είχε ήδη παραδώσει στην εναγόμενη από το έτος 2007. Υπό τα προεκτιθέμενα αποδεικνύεται ότι, επειδή τα μηχανήματα παραδόθηκαν στην εναγομένη - αγοράστρια πριν την εξόφληση του τιμήματος τους, προς εξασφάλιση της ενάγουσας - πωλήτριας καταρτίστηκε η σύμβαση φύλαξης, η οποία παρείχε τη δυνατότητα στην εναγομένη να κατέχει και να χρησιμοποιήσει αυτά προ της αποπληρωμής του τιμήματος και στην ενάγουσα να διατηρήσει την κυριότητα τους.

Περαιτέρω η εναγόμενη με την ένδικη έφεση της, αρνείται ότι το τίμημα της πώλησης ήταν πληρωτέο επι πιστώσει στις 20-12-2012, ως ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα. Ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος, διότι στο από 22-8-2007 συμφωνητικό παραγγελίας των ως άνω μηχανημάτων τα διάδικα μέρη συμφώνησαν εγγράφως ότι η αποπληρωμή του τιμήματος θα γίνει το έτος 2012, πλέον των αντιστοιχούντων τόκων με ετήσιο επιτόκιο 7,5%. Η κρίση του δικαστηρίου για τα ανωτέρω ενισχύεται και από το γεγονός ότι, ως η ίδια η εναγόμενη συνομολογεί, προς εξασφάλιση της ως άνω συμφωνίας και με την παράδοση των επίδικων μηχανημάτων σε αυτήν, εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα μία επιταγή ποσού 55.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ύψος του τιμήματος της (βλ. 7η σελίδα έφεσης) λήξεως στις 31-12-2012.

Συνεπώς αποδεικνύεται ότι ήδη κατά το χρόνο παράδοσης των μηχανημάτων στην εναγόμενη το έτος 2007, είχε συμφωνηθεί η πίστωση του τιμήματος και ο χρόνος εξόφλησης του το έτος 2012, ενώ η ενάγουσα πωλήτρια προς εξασφάλιση της, φρόντισε και έλαβε αφενός την επιταγή που αντιστοιχεί στο ποσό του τιμήματος και αφετέρου, προς απόδειξη της κυριότητας της επί των μηχανημάτων, συνετάγη το ως άνω συμφωνητικό φύλαξης, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εναγόμενη αγοράστρια με τον πρώτο λόγο της έφεσης της κρίνονται απορριπτέα.

Περαιτέρω από τα προσκομιζόμενα εκ μέρους των διαδίκων έγγραφα, αποδεικνύεται ότι στα πλαίσια της δίκης που αφορούσε την απαίτηση της ενάγουσας από τη σύμβαση δανείου (358.000 ευρώ κεφάλαιο και 20.000 ευρώ τόκοι) εκδόθηκε, ως προελέχθη, η με αριθμ. 393/2016 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου η οποία έκρινε τελεσιδίκως, ότι μετά την άσκηση της από 14-9-2012 και με αριθμ. κατ. 13690/2012 αγωγής της ενάγουσας, η εναγόμενη της κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά : ι) στις 4-12-2012 το ποσό των 22.000 ευρώ, 2) στις 28-12-2012 το ποσό των 20.000 ευρώ, 3) στις 28-3- 2013 το ποσό των 22.000 ευρώ, 4) στις 7-8-2013 το ποσό των 5.000 ευρώ και συνολικά 69.000 ευρώ. Η ενάγουσα με τις έγγραφες προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι 55.000 ευρώ έκτου ποσού των 69.000 ευρώ καταβλήθηκε από την εναγομένη σε εξόφληση του ένδικου τιμήματος των ως άνω μηχανημάτων, για τα οποία είχε εκδώσει το με αριθμ. ...-2010 τιμολόγιο επί πιστώσει και το τίμημα τους ήταν καταβλητέο το Δεκέμβριο του έτους 2012. Ο εν λόγω ισχυρισμός, απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο έκρινε με την με αριθμ. 393/2016 απόφαση του, ότι το συνολικό ποσό των 69.000 ευρώ, καταβλήθηκε από την εναγομένη προς εξόφληση του δανείου που είχε λάβει από την ενάγουσα και όχι προς εξόφληση του ως άνω τιμολογίου.

Εν προκειμένω η εκκαλούσα με το δεύτερο λόγο έφεσής της, επαναφέρει παραδεκτώς, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη άτι κατέβαλε το ποσό των 69.000 ευρώ στην ενάγουσα σε εξόφληση της ένδικης διαφοράς, καθόσον ουδέν όφειλε από τη δανειακή σύμβαση...

Πλην όμως...από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η εναγόμενη - οφειλέτρια κατά τη διενέργεια των ανωτέρω καταβολών της προς την ενάγουσα, καθόρισε το χρέος που ήθελε να εξοφληθεί. Αυτό διότι σχετική μνεία δεν γίνεται στα προσκομιζόμενα εκ μέρους της παραστατικά τραπεζικών καταθέσεων, ούτε εξάλλου προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, εφόσον η εναγόμενη δεν όρισε τίποτα και δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τον καταλογισμό, οι ως άνω καταβολές καταλογίζονται στην οφειλή της από τη σύμβαση δανείου, ως παλαιότερη και ήδη ληξιπρόθεσμη. Η κρίση του δικαστηρίου για τα ανωτέρω στηρίζεται και στην με αριθμ. 393/2016 απόφαση του δικαστηρίου αυτού η οποία οδηγήθηκε σε όμοια κρίση.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε την ένσταση εξόφλησης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά το νόμο εφάρμοσε και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με το δεύτερο λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέα.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης ως κατ' ουσία αβάσιμο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ούτε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 422 εδ. β' του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον ήταν εφαρμοστέα. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, τα χρέη της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας προς την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ήταν περισσότερα του ενός και ειδικότερα η αναιρεσείουσα όφειλε α) το ποσό των 87.089 (50.000 + 37.089) ευρώ για την αποπληρωμή της έκτης δόσης και της ένατης δόσης του έντοκου δανείου, ύψους 378.000 ευρώ (358.000 ευρώ κεφάλαιο + 20.000 ευρώ τόκοι), που έλαβε από την αναιρεσίβλητη στις 4-9-2007, οι οποίες (δόσεις) είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες στις 30-5-2008 και 30-5-2011 αντίστοιχα και β) το τίμημα από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση πώλησης, για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ...-2010 τιμολόγιο πώλησης, ύψους 55.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε επί πιστώσει και ήταν πληρωτέο στις 20-12-2012.

Η αναιρεσείουσα μετά την άσκηση της σε βάρος της από 14-9-2012 αγωγής για την καταβολή του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού του δανείου, που αφορούσε την έκτη και ένατη δόση, συνολικού ύψους 87.089 (50.000 + 37.089) ευρώ, προέβη στις 4-12-2012, 28-12-2012, 28-3-2013 και 7-8-2013 σε τμηματικές καταβολές του συνολικού ποσού των 69.000 ευρώ, χωρίς να καθορίσει ούτε κατά τον χρόνο των καταβολών ούτε εκ των υστέρων το χρέος που ήθελε να εξοφληθεί και ούτε υπήρχε σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τον τρόπο καταλογισμού των άνω πληρωμών, έναντι των περισσοτέρων χρεών της αναιρεσείουσας, με συνέπεια να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 422 εδ.

β' ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι άνω πληρωμές καταλογίζονται στην οφειλή της αναιρεσείουσας από τη σύμβαση δανείου, ως παλαιότερη οφειλή, που κατέστη ληξιπρόθεσμη προτού καταστεί ληξιπρόθεσμη η επίδικη οφειλή και συγκεκριμένα καταλογίζονται για την εξόφληση των άνω δόσεων του δανείου, που είχαν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες, στις 30-5-2008 και 30-5-2011 αντίστοιχα, όπως τούτο έχει κριθεί και με την υπ' αριθ. 393/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της άνω αγωγής και αντίθετα δεν καταλογίζονται για την εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος από την επίδικη σύμβαση πώλησης, ύψους 55.000 ευρώ, διότι πρόκειται για οφειλή που κατέστη ληξιπρόθεσμη σε μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι στις 20-12-2012 και, ως εκ τούτου, εξακολουθεί να οφείλεται.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", κατά δε την διάταξη του επόμενου άρθρου 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλείται με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο (μονομερής) συμψηφισμός αποτελεί όχι μόνο γνήσια ένσταση, αλλά και άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο γεννάται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης.

Κατά το άρθρο 442 ΑΚ, η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ένστασης, με την οποία και μόνο ενεργεί (ΑΠ 56/2024, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 697/2022, ΑΠ 1568/2021, ΑΠ 123/2020, ΑΠ 764/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής της, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής.

Δυνατότητα θεραπείας της αοριστίας της ένστασης με αναφορά σε άλλα έγγραφα, όπου αναφέρονται τα απαιτούμενα περιστατικά, δεν υφίσταται, κατ' ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή όσων ισχύουν για το ορισμένο της αγωγής ((ΑΠ 129/2023, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 878/2021, ΑΠ 1057/2019, ΑΠ 84/ 2019). Τέλος, η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή ή την ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 192/ 2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/ 2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 18/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτης της προταθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένστασης συμψηφισμού της επίδικης απαίτησης με ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας, λόγω αοριστίας, μολονότι εκτίθενται σ' αυτήν τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης στοιχεία.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης την εκ των άρθρων 440 και 441 ΑΚ ένσταση συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης με δική της ανταπαίτηση ποσού 48.911 ευρώ, για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίσθηκε ότι "1.

Το ποσό της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησής μου ανέρχεται στο ύψος των 48.911,00 ευρώ... Το ποσό αυτό είναι ποσό που έλαβε η αντίδικος επιπλέον από την εξόφληση της σύμβασης δανείου. 2. Ο χρόνος που γεννήθηκε η απαίτησή μου ήταν ο χρόνος των καταβολών. Επειδή οι απαιτήσεις είναι ομοειδής και ληξιπρόθεσμες και συναντώνται στην ημερομηνία αυτή πρέπει να συμψηφιστεί το ποσό της απαίτησής μου με την απαίτηση της αντιδίκου και συνεπώς να καταβληθεί εκ μέρους μου στην αντίδικο, το ποσό των 6.089,00 €. (55000-48,911=6,089,00).

Συνεπώς μετά τον συμψηφισμό των δύο οφειλών το τελικό ποσό της οφειλής που πρέπει να καταβάλω στην αντίδικο ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 6.089,00 € όπως αυτό διαμορφώνεται και επί του ποσού αυτού πρέπει να υπολογιστούν οι οφειλόμενοι τόκοι, από την ημερομηνία που συναντώνται συμψηφιστικά, μέχρι την εξόφλησή του, εφόσον η αντίδικος αποδείξει την συμφωνία για καταβολή του ποσού στην ημερομηνία που αναφέρει στην αγωγή της κι εγώ αρνούμαι.".

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένσταση αυτή συμψηφισμού, υπό την παραπάνω διατύπωσή της, είναι αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνει τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία, που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα δεν περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ανταπαίτηση της εναγόμενης και συγκεκριμένα δεν γίνεται αναφορά του ποσού του δανείου που αυτή έλαβε, του συμφωνηθέντος τρόπου αποπληρωμής του, των επιμέρους χρηματικών καταβολών στις οποίες αυτή προέβη, του χρόνου που έλαβε χώρα η κάθε μια καταβολή και του συνόλου του ποσού που τελικά κατέβαλε προς εξόφληση του δανείου που έλαβε, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση να ερευνήσει αν η εναγόμενη κατέβαλε μεγαλύτερο ποσό από το οφειλόμενο ποσό δανείου και επομένως αν προέβη αχρεωστήτως σε καταβολές προς την ενάγουσα για την εξόφληση του άνω δανείου και ποιο το ύψος των εν λόγω καταβολών και συνακόλουθα να κριθεί η ύπαρξη ανταπαίτησης της εναγόμενης έναντι της ενάγουσας, το ακριβές ύψος της, ο χρόνος που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη και το χρονικό σημείο στο οποίο συνυπήρξαν οι αντίθετες αμοιβαίες μεταξύ των διαδίκων απαιτήσεις, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί παραδεκτά με τα επικαλούμενα από την εναγόμενη αποδεικτικά μέσα, ήτοι την σύμβαση δανείου, τις εξοφλητικές αποδείξεις και την ομολογία της ενάγουσας.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε αόριστη την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτης αυτής, λόγω αοριστίας.

Συνεπώς, οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

IV. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 2/2008, Α.Π. 1474/2022).

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, διότι μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα, που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 383/ 2023, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1932/2022, ΑΠ 252/ 2021, ΑΠ 931/ 2019, ΑΠ 961/2017).

Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1037/2010, ΑΠ 336/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε με επίκληση και από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η τελευταία ουδέν ποσό όφειλε από την επίδικη σύμβαση πώλησης και ότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) το υπ' αριθ. ...-2010 τιμολόγιο πώλησης, β) την από 14-9-2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί νομής και την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, γ) το από 5-1-2015 έγγραφο του λογιστηρίου της αναιρεσίβλητης, δ) τις αποδείξεις καταβολής και ε) την υπ' αριθ. 393/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Εν προκειμένω, εκτός του ότι, πλην του υπ' αριθ. ...-2010 τιμολογίου πώλησης, δεν προσκομίζονται τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη, εκτός των άλλων και "τα έγγραφα που νομότυπα και εμπρόθεσμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά. Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτούς, υπό την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-1-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5580/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου