45/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated45/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 1166 ΑΚ συνάγεται ότι η μεταβίβαση της επικαρπίας με βάση τη συμφωνία των μερών με τη συστατική πράξη δεν θα πρέπει να είναι απεριόριστη, με την έννοια του επιτρεπτού των διαδοχικών μεταβιβάσεων. Με συσταλτική ερμηνεία του εδαφίου α' της ανωτέρω διάταξης θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μεταβίβαση είναι επιτρεπτή μια φορά σε τρίτο, οπότε μετά το θάνατό του πρέπει να αποσβήνεται.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 45 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 45/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Κ. Δ. του Ι., ατομικά και ως ασκούντος την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του Α. Δ., 2 Σ. Π. του Γ., ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Α. Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αχιλλέα Κοτσώνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Α. Π. του Α., 2. Ιωάννη Π. του Α., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ο οποίος ανακάλεσε την από 3-12-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 19/2017 του τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-2-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 1142, 1143, 1166 και 1167 παρ.2 του Α.Κ., συνάγεται ότι εγκύρως μπορεί να συμφωνηθεί ότι η επικαρπία επί ακινήτου, που κατ' αρχήν συμφωνήθηκε εφόρου ζωής του επικαρπωτή, δεν θα αποσβεσθεί με το θάνατο του τελευταίου, αλλά ότι θα μεταβιβασθεί στη συνέχεια σε τρίτο πρόσωπο. Έτσι επιτρεπτή είναι η συμφωνία ότι μεταβιβάζεται η επικαρπία σε τρίτον, υπό την αναβλητική προθεσμία του θανάτου του τωρινού επικαρπωτή, εφόσον, κατά τα λοιπά, τηρηθούν αναλόγως οι νόμιμες διατυπώσεις περί μεταβιβάσεως της κυριότητας επί ακινήτων.
Η περί της συστάσεως ή μεταβιβάσεως εμπράγματου δικαιώματος (σύσταση επικαρπίας - μεταβίβαση κυριότητας) συμφωνία μπορεί να καταρτισθεί και υπέρ τρίτου (άρθρ.410 επ. ΑΚ), οπότε ο τρίτος θα αποκτήσει το δικαίωμα από τη στιγμή που θα μεταγραφεί στο όνομά του η εμπράγματη σύμβαση υπέρ τρίτου, επιφυλασσομένων των περί αναβλητικής αιρέσεως ή προθεσμίας διατάξεων.
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 1166 ΑΚ συνάγεται ότι η μεταβίβαση της επικαρπίας με βάση τη συμφωνία των μερών με τη συστατική πράξη δεν θα πρέπει να είναι απεριόριστη, με την έννοια του επιτρεπτού των διαδοχικών μεταβιβάσεων. Με συσταλτική ερμηνεία του εδαφίου α' της ανωτέρω διάταξης θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μεταβίβαση είναι επιτρεπτή μια φορά σε τρίτο, οπότε μετά το θάνατό του πρέπει να αποσβήνεται.
Η ελευθερία απεριόριστης μεταβίβασης θα είχε ως συνέπεια την απογύμνωση της κυριότητας, η οποία όμως είναι αντίθετη στο σκοπό του νομοθέτη. Έτσι μπορεί να συμφωνηθεί να έχει αυτήν και ο επικαρπωτής και ο κληρονόμος του ή να συμφωνηθεί ότι θα δικαιούται ο επικαρπωτής να κληροδοτήσει αυτήν στον κληρονόμο αυτού, οπότε έχει την κληρονομία και ο κληρονόμος του επικαρπωτή.
Αλλά σύσταση επικαρπίας, που θα μεταβαίνει σε όλους, επ' άπειρον, τους κληρονόμους του επικαρπωτή, δεν είναι δυνατή. Με τη συστατική της επικαρπίας πράξη είναι δυνατόν επίσης να ορισθεί ότι ο επικαρπωτής μπορεί να μεταβιβάσει εν ζωή το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας σε άλλον. Με τη μεταβίβαση στον τελευταίο της επικαρπίας, αυτός καθίσταται επικαρπωτής η δε επικαρπία αποσβήνεται με το θάνατο τούτου και όχι του αρχικού επικαρπωτή.
Δεν είναι δυνατό όμως να ορισθεί με τη συστατική της επικαρπίας πράξη, ότι η επικαρπία θα είναι περαιτέρω μεταβιβαστή και από αυτόν στον οποίο είχε μεταβιβαστεί από τον αρχικό επικαρπωτή και ούτω καθ' εξής επ' άπειρον, γιατί τούτο θα είχε ως συνέπεια την οριστική και μόνιμη πλέον απόσχιση των ωφελειών του πράγματος από τον κύριο, του οποίου η κυριότητα θα παρέμενε στο διηνεκές ως ψιλή κυριότητα καθόσον έτσι θα απογυμνωνόταν εσαεί από τα κυριότερα ωφελήματά της, πράγμα το οποίο θα αντέβαινε στην έννοια της κυριότητας, ως καθολικής εξουσίας επί του πράγματος (άρθρ. 1000 ΑΚ), σύμφωνα με την οποία ο κύριος δικαιούται να απολαύσει όλες τις ωφέλειες του πράγματος (Α.Π.1374/2014).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Με το υπ' αριθμ.
…63/15.1.2001 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας οριζόντιας ιδιοκτησίας και παρακράτησης δικαιώματος επικαρπίας του συμβολαιογράφου Α. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα (τ. …82, αριθμ. ….36), ο Ι. Δ., πατέρας του πρώτου ενάγοντος, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον τελευταίο την ψιλή κυριότητα ενός καταστήματος ισογείου μετά των αναλογούντων σε αυτό κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων μίας πολυκατοικίας, κείμενης σε οικόπεδο εκτάσεως 197,78"τμ, εντός της πόλεως της …, μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, στη θέση "……", επί της δημοτικής οδού ……, με αριθμό ….
Το εν λόγω κατάστημα, το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία …2 στο από 9……8 σχεδιάγραμμα κάτοψης του πολιτικού μηχανικού Γ. Ζ., το οποίο προσαρτάται στη με αριθμό ….19/1988 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου συμβολαιογράφου, καταλαμβάνει ολόκληρο το ισόγειο, αποτελείται από μία αίθουσα και έχει επιφάνεια 138,60 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 125,33/1000 και συνορεύει ανατολικά με το άλλο αυτοτελές και ανεξάρτητο τμήμα του ακινήτου, ήτοι με τη με αριθμό 1 οικοδομή, ιδιοκτησίας Γ.
Δ., δυτικά εν μέρει με είσοδο και κλιμακοστάσιο και εν μέρει με όριο της οικοδομής προς της πλευρά αυτή, βόρεια εν μέρει με την οδό …., πρώην …. και εν μέρει με είσοδο και κλιμακοστάσιο και νότια μ ακάλυπτο χώρο της οικοδομής. Με το ίδιο συμβόλαιο ο παρέχων παρακράτησε την επικαρπία εφ' όρου ζωής του, υπέρ αυτού και της συζύγου του Α.
συζ. Ι. Δ., το γένος Κ. Μ., υπό την αίρεση της προαποβιώσεως του συζύγου της (Ι. Δ.). Στο ως άνω συμβόλαιο δεν είχε διαληφθεί συμφωνία περί του μεταβιβαστού της επικαρπίας και επομένως ίσχυε η περί του αμεταβίβαστου ενδοτικού δικαίου ρύθμιση του άρθρου 1166 εδ. α ΑΚ. Με το υπ' αριθμ. ….33/10.9.2009 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Κ.
Κ., ο Ι. Δ. και η σύζυγος του Α., διόρισαν ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό τους τον υιό τους, πρώτο ενάγοντα, προς τον οποίο έδωσαν την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα, όπως αντ' αυτών και για λογαριασμό τους "προβεί σε παροχή περιουσίας κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρ. 1509 ΑΚ, ..., προς τον εαυτό του (ίδιο ως άνω εντολοδόχο) με το δικαίωμα της αυτοσύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ, χωρίς αντάλλαγμα και να μην υπερβαίνει το μέτρο που είναι επιτρεπτό, με αντικείμενο την επικαρπία που ανήκει στον πρώτο εκ των άνω εντολέων...
καθώς και στη δεύτερη εκ των άνω εντολέων ..., ως δικαιούχου της επικαρπίας μετά το θάνατο του συζύγου της με τον όρο της προαποβιώσεως αυτού, επί οποιουδήποτε ακινήτου στο οποίο οι εντολείς έχουν την επικαρπία, από την οποία επικαρπία να παραιτηθούν υπέρ του ως άνω εντολοδόχου γιου τους και ψιλού κυρίου ή υπέρ οποιουδήποτε άλλου ο οποίος θα είναι ψιλός κύριος κατά την ημέρα της παραίτησης καθώς επίσης και να μεταβιβάζει την επικαρπία αυτή υπέρ οποιουδήποτε άλλου τρίτου προσώπου, έστω και μη κυρίου".
Με τη συνταγείσα την ίδια ημέρα με το ως άνω πληρεξούσιο υπ' αριθμ. ….34/10.9.2009 πράξη τροποποίησης και διευκρίνισης συμβολαίων, του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. …99, αρ. ….11), στην οποία συμβλήθηκαν ο Ι. Δ., η Α. συζ. Ι. Δ. και ο πρώτος ενάγων, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν το δικαίωμα της επικαρπίας επί του ως άνω, μεταξύ άλλων, ακινήτου (Ι2 κατάστημα), που παρακρατήθηκε με το υπ' αριθμ.
….63/15.1.2001 συμβόλαιο θα είναι μεταβιβάσιμο και προς τρίτα πρόσωπα. Όπως ειδικώς αναφέρεται στην υπ' αριθμ. ….34/2009 πράξη επειδή στο συμβόλαιο γονικής παροχής δεν έχει διευκρινισθεί "αν το παρακρατηθέν δικαίωμα της επικαρπίας είναι αμεταβίβαστο ή μεταβιβάσιμο και προς τρίτα πρόσωπα πλην του ψιλού κυρίου, ...., οι τρεις ως άνω συμβαλλόμενοι (ήτοι ο Ι.
Δ., η σύζυγος του Α. Δ. και ο πρώτος ενάγων) .... δηλώνουν, διευκρινίζουν και τροποποιούν τα με αριθμούς ….0/28.9.1988 (με το οποίο μεταβιβάσθηκαν κατά ψιλή κυριότητα από τον Ι. Δ. στον πρώτο ενάγοντα άλλα ακίνητα που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) και …63/15.1.2001 συμβόλαια γονικής παροχής .... Όσον αφορά την παρακρατηθείσα επικαρπία και δηλώνουν, συμφωνούν και συναποδέχονται ότι το δικαίωμα της επικαρπίας θα είναι μεταβιβάσιμο και προς τρίτα πρόσωπα, ήτοι, ο ως άνω επικαρπωτής Ι.
Δ., και η "δωρεοδόχος" σύζυγός του, Α. Δ., ..., εάν αυτός προαποβιώσει αυτής, ως επικαρπωτές θα έχουν το δικαίωμα να μεταβιβάσουν με πράξεις εν ζωή ή αιτία θανάτου το δικαίωμα της επικαρπίας και σε τρίτα πρόσωπα πλην του ως άνω ψιλού κυρίου ή του τότε ψιλού κυρίου των ακινήτων αυτών. Ήτοι συμφωνούν και συναποδέχονται οι τρεις ως άνω συμβαλλόμενοι ότι η παρακρατηθείσα στα ως άνω συμβόλαια ….20/28.9.1988 και ….63/15.1.2001 θα είναι μεταβιβάσιμη και προς τρίτα πρόσωπα του ψιλού κυρίου, κατ' άρθρο 1166 ΑΚ".
Με την ως άνω πράξη η κατά τη σύστασή της (με το υπ' αριθμ. …63/2001 συμβόλαιο) αρχικώς αμεταβίβαστη επικαρπία του επιδίκου ισογείου καταστήματος μετατράπηκε συμβατικώς σε μεταβιβαστή προς τρίτα πρόσωπα και μάλιστα για χρόνο πέραν της διάρκειας της αρχικής επικαρπίας, Όπως προκύπτει από το σαφές περιεχόμενο της ως άνω συμφωνίας η επικαρπία θα διαρκούσε και μετά το θάνατο του αρχικού επικαρπωτή, αφού αντίθετη ερμηνεία θα καθιστούσε άνευ αντικείμενου τη ρητώς διατυπωθείσα βούληση των συμβαλλομένων περί δυνατότητας μεταβιβάσεως της επικαρπίας με πράξεις αιτία θανάτου των επικαρπωτών (Ι.
Δ. ή της συζύγου του), η οποία (δυνατότητα) προϋποθέτει ότι το δικαίωμα της επικαρπίας εξακολουθεί να υφίσταται και μετά το θάνατο του μεταβιβάζοντος επικαρπωτή, οπότε οι πράξεις αυτές (αιτία θανάτου) αναπτύσσουν τα έννομα αποτελέσματά τους. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η αναφορά σε "πράξεις ... αιτία θανάτου" αφορά στη δωρεά αιτία θανάτου προς τη σύζυγο του αρχικού επικαρπωτή και επομένως στη σύνδεση της διάρκειας της επικαρπίας με τη ζωή αυτής.
Ανεξαρτήτως του ότι η ως άνω δωρεά αιτία θανάτου προς τη σύζυγο του αρχικού επικαρπωτή, υπό την αναβλητική αίρεση της προαποβιώσεώς του, η οποία σημειωτέον ουδέποτε τελειώθηκε καθόσον δεν επακολούθησε αποδοχή της πρότασης από τη δωρεοδόχο σύζυγο, δε συνιστά δικαιοπραξία αιτία θανάτου, αλλά δικαιοπραξία εν ζωή (βλ.
για τη διάκριση μεταξύ δικαιοπραξιών εν ζωή και αιτία θανάτου, Ν. Π., Κληρονομικό Δίκαιο, 1985, σελ. 54), δεν καταλείπεται αμφιβολία από τη διατύπωση της σχετικού όρου ότι οι πράξεις αιτία θανάτου συναρτώνται με τη μεταβίβαση προς τρίτα πρόσωπα και όχι προς τους συμβαλλόμενους της υπ' αριθμ. …34/10.9.2009 πράξης, μεταξύ των οποίων και η σύζυγος του αρχικού επικαρπωτή.
Η ως άνω συμφωνία είναι απολύτως έγκυρη κατά το άρθρο 1166 εδ. α ΑΚ, υπό τον περιορισμό όμως ότι η μεταβίβαση της επικαρπίας θα είναι δυνατή μία μόνο φορά σε τρίτο, μετά το θάνατο του οποίου θα αποσβήνεται, διότι δυνατότητα περαιτέρω μεταβίβασης δε θα μπορούσε εγκύρως να συμφωνηθεί κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Σημειώνεται δε ότι η άνω πράξη στην οποία αναγκαίως συμβλήθηκε και ο ψιλός κύριος- πρώτος ενάγων, καθόσον με τη συμφωνία αυτή περιοριζόταν κατ' ουσία το δικαίωμά του διά της δυνατότητας μεταβιβάσεως της επικαρπίας σε τρίτο πρόσωπο και εξακολούθησης της διάσπασης μεταξύ ψιλής κυριότητας και επικαρπίας, από τη μεταγραφή της δεσμεύει και τους διαδόχους του συμβληθέντος σε αυτή ψιλού κυρίου, όπως η ενάγουσα ανήλικη θυγατέρα του.
Στη συνέχεια ο πρώτος ενάγων με το υπ' αριθμ. ….54/18.9.2009 συμβόλαιο "γονικής παροχής ψιλής κυριότητας αυτοτελών ιδιοκτησιών" του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην ανήλικη θυγατέρα του Α. Δ., την ψιλή κυριότητα, μεταξύ άλλων, και του ισόγειου υπό Ι2 καταστήματος. Ρητώς δε δηλώνεται στο ως άνω συμβόλαιο ότι "το δικαίωμα της ισοβίου επικαρπίας επί του ισογείου καταστήματος ....
του οποίου η ψιλή κυριότητα μεταβιβάσθηκε κατά τα ως άνω ως γονική παροχή στην κόρη του, Α. Δ., ανήκει σύμφωνα με το με αριθμό ….63/15.1.2001 συμβόλαιο γονικής παροχής στον Ι. Δ. καθώς και στη μη συμβαλλόμενη στο συμβόλαιο αυτό σύζυγο του, Α. Δ., προς την οποία σύζυγο και η παρακρατηθείσα επικαρπία τελεί υπό τον όρο της προαποβιώσεως του συζύγου της, σε συνδυασμό και με την με αριθμό ….34/10.9.2009 πράξη μου, με την οποία ορίστηκε ότι το δικαίωμα αυτό της επικαρπίας θα είναι μεταβιβάσιμο και προς τρίτα πρόσωπα πλην του ψιλού κυρίου".
Με το ως άνω συμβόλαιο ο πρώτος ενάγων, που συμβλήθηκε σε αυτό ατομικά και ως ασκών μαζί με τη σύζυγο του τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης του, μεταβίβασε στην ανήλικη μόνο την ψιλή κυριότητα του ως άνω καταστήματος, δικαίωμα το οποίο και μόνο είχε αποκτήσει με την υπ' αριθμ. …63/2001 σύμβαση. Αν και δυνάμει του υπ' αριθμ.
…3/10.1.2009 ειδικού πληρεξουσίου, είχε την εξουσία, ενεργώντας ως ειδικός πληρεξούσιος του πατρός του Ι. Δ., που εξακολουθούσε να είναι επικαρπωτής, να μεταβιβάσει προς την προς η γονική παροχή κόρη του (ή και προς τον εαυτό του με αυτοσύμβαση) και την επικαρπία του ισογείου καταστήματος, παρόμοια μεταβίβαση δεν έλαβε χώρα με το ως άνω …54/8.9.1009 συμβόλαιο, με το οποίο αντίθετα ρητά δηλώθηκε ότι επικαρπωτής του ισογείου καταστήματος παραμένει ο πατέρας του Ι.
Δ.. Ο τελευταίος με το υπ' αριθμ. …02/26.7.2011 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή επικαρπίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Ε. Ρ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα (τ. ….4, αρ. 8…0), μεταβίβασε την επικαρπία του ως άνω καταστήματος στους εναγόμενους - εγγονούς του, τέκνα της κόρης του, ηλικίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης 30 και 27 ετών αντίστοιχα.
Στο ως άνω συμβόλαιο ρητώς δηλώνεται ότι "... ο δωρητής, Ι. ...Δ., μοναδικός σήμερα επικαρπωτής του άνω ακινήτου, καθόσον η άνω Α. σύζυγος Ι. Δ., δεν έχει αποδεχθεί μέχρι σήμερα την άνω πρόταση δωρεάς αιτία θανάτου της επικαρπίας, δήλωσε σύμφωνα με το άρθρο 1166 εδ α ΑΚ και την άνω υπ' αριθμ. …4/2009 πράξη, στην οποία είχε συμπράξει η άνω Α.
σύζυγος Ι. Δ., ...., καθώς και ο τότε ψιλός κύριος του άνω ακινήτου, ότι δωρίζει με δωρεά "εν ζωή" ισχυρή και αμετάκλητη, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει το δικαίωμα της επικαρπίας της προπεριγραφόμενης ιδιοκτησίας, προς τους αφετέρου συμβαλλόμενους, συγχρόνως και αδιαιρέτως, το οποίο δικαίωμα της επικαρπίας παύει με το θάνατο του τελευταίου επικαρπωτή, σε ένδειξη της προς αυτούς στοργής και αγάπης του".
Η ως άνω συμφωνία είναι απολύτως έγκυρη καθόσον α) ο Ι. Δ. εξακολουθούσε να είναι, για τους λόγους που προαναφέρονται, επικαρπωτής του ισογείου καταστήματος, β) ήταν δυνατή, δυνάμει της υπ' αριθμ. ….4/2009 πράξης, η μεταβίβαση της επικαρπίας σε τρίτο (όπως εν προκειμένω στους εγγονούς του - εναγόμενους) και μάλιστα για χρόνο πέραν της διάρκειας ζωής του αρχικού επικαρπωτή, γ) αποκλείσθηκε η δυνατότητα περαιτέρω μεταβίβασης της επικαρπίας από τους εναγομένους, αφού ρητώς ορίσθηκε ότι το δικαίωμα αποσβήνεται με το θάνατο τους και δ) δεν ήταν αναγκαία η σύμπραξη στην ως άνω σύμβαση της ψιλής κυρίας του ακινήτου, αφού ο δικαιοπάροχος πατέρας της - τότε ψιλός κύριος του επιδίκου καταστήματος είχε συμπράξει στην κατάρτιση της υπ' αριθμ.
….4/2009 πράξης, που όπως προεκτίθεται, είχε εμπράγματη ενέργεια δεσμεύουσα και αυτή. Από τη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου οι εναγόμενοι κατέστησαν νομίμως επικαρπωτές του ισογείου καταστήματος εφ' όρου ζωής τους. Έτσι, μετά το θάνατο του αρχικού επικαρπωτή στις 29.12.2012 η επικαρπία δεν αποσβέσθηκε ούτε συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα της ανήλικης Α.
Δ.. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή ". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 1166 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, πραγματικά περιστατικά η μεταβίβαση της επικαρπίας από τον επικαρπωτή, με μεταβιβαστική πράξη είναι δυνατή για μία μόνο φορά και όχι επ' άπειρον, αφού τέτοια εκδοχή απογυμνώνει το δικαίωμα της κυριότητας και την απόλαυση των ωφελειών και πράγματος.
Ειδικότερα, η από τον Ι. Δ. μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του επίμαχου καταστήματος στο γιό του Κ. Δ. (πρώτο αναιρεσείοντα) με παρακράτηση της επικαρπίας υπέρ αυτού, δυνάμει του υπ' αριθμ. ….63/15-1-2001 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Α. Μ., ήταν έγκυρη. Όμως, με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ.
…4/10-9-2009 πράξη του συμβολαιογράφου Κ. Κ., στην οποία συνεβλήθησαν, πλέον του επικαρπωτή Ι. Δ. και η επίσης επικαρπώτρια σύζυγός του Α. Δ. και ο πρώτος αναιρεσείων γιός τους Κ. Δ., το αρχικά αμεταβίβαστο δικαίωμα της επικαρπίας στο επίδικο ακίνητο μετατράπηκε συμβατικά σε μεταβιβάσιμο προς τρίτα πρόσωπα. Ως εκ τούτου, η μεταγενέστερη μεταβίβαση της εν λόγω επικαρπίας στους αναιρεσίβλητους και η σχετική συμφωνία που έγινε από τον αρχικό επικαρπωτή με το υπ' αριθμ.
…2/16-7-2011 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Ε. Ρ.-Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, είναι έγκυρη, αφού αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1166 εδ. α' Α.Κ., επιτρέπεται να γίνει από τον έχοντα εξουσία διαθέσεως της επικαρπίας είτε κατά τη σύστασή της, είτε και μεταγενέστερα, μετά τη μεσολαβήσασα προαναφερόμενη τροποποιητική πράξη.
Επομένως ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ερευνώμενος πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ. Α.Π.15/2000).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π.43/1990).
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού, ''υπό τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, η συμπεριφορά του Ι. Δ. (πατέρα του πρώτου ενάγοντος), η επί μακρό χρονικό διάστημα αδράνειά του, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο ειδικό πληρεξούσιο και η στη συνέχεια μεταβίβαση της επικαρπίας στους εναγόμενους, υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, γιατί εύλογα δημιουργήθηκε στους ενάγοντες η πεποίθηση ότι δεν θα μεταβιβάσει ο ως άνω επικαρπωτής το δικαίωμά του σε άλλους, η δε μεταβίβαση αυτή, έχει επαχθείς επιπτώσεις στην ανήλικη ψιλή κυρία, η οποία θα αποκτήσει την πλήρη κυριότητα, όταν θα διανύει την τρίτη ηλικία, μετά από εξήντα περίπου έτη, ενώ καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, θα φορολογείται, θα καταβάλει ΕΝΦΙΑ και σε κάθε περίπτωση, οι επαχθείς αυτές επιπτώσεις προκαλούν έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος της ψιλής κυρίας, η οποία εύλογα, νόμιμα και δίκαια προσδοκούσε τη συνένωση ψιλής κυριότητας και επικαρπίας είτε άμεσα με την αξιοποίηση του ειδικού πληρεξουσίου, είτε μετά το θάνατο των γονέων του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος από λόγους ηθικής τάξης και σεβασμού στους γονείς του, δεν μεταβίβασε την επικαρπία, όπως είχε το δικαίωμα με το άνω ειδικό πληρεξούσιο, αφού αυτή επέφερε ένα πρόσθετο εισόδημα στους γέροντες γονείς του'', είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος απορριπτέος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός για καταχρηστική άσκηση, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από τους εκκαλούντες - ενάγοντες με λόγο έφεσης, αλλά ούτε και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσειόντων ότι προτάθηκε με σχετικό λόγο έφεσης τέτοιος ισχυρισμός.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση (έστω και έμμεση) κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβαλλομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προσάπτεται, στο Εφετείο η αιτίαση ότι ''δεν ερμήνευσε την υπ' αριθμ.
…02/2011 δωρεά εν ζωή επικαρπίας προς τους εναγόμενους, σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και δεν παρέπεμψε καθόλου στις διατάξεις αυτές, ούτε χρησιμοποίησε τα κριτήρια που θέτουν εκείνες, δηλαδή δεν χρησιμοποίησε τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη για να ανεύρει την αληθινή βούληση του Ι.
Δ., αλλά επικαλέστηκε άλλα επιχειρήματα και κτίσεις, που δεν αντλούνται ούτε στηρίζονται στα κριτήρια του νόμου''. Όμως, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι το Εφετείο διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, ότι υπάρχει κενό η αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων στο υπ' αριθμ. …2/26-7-2011 συμβόλαιο ''δωρεάς εν ζωή επικαρπίας οριζόντιας ιδιοκτησίας'' της συμβολαιογράφου Ε.
Ρ.. Εξαιτίας της ελλείψεως αυτής, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν διαπίστωσε στη συγκεκριμένη δικαιοπραξία κενό, ούτε δέχθηκε αμφίβολα σημεία ως προς την έννοια της βούλησης των συμβαλλομένων στο πιο πάνω συμβόλαιο, ώστε να επιβάλλεται η προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. - Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.Α.Π.2/2008, Ολ.Α.Π.8/2005).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων (Ολ.Α.Π.9-13/2005, Α.Π.690/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τέταρτο μέρος, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μην ερμηνεύσει και εφαρμόσει τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες αυτούς παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο ''ο διανύων το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του, δεν διαθέτει πλήρη πνευματική διαύγεια, είναι επιρρεπής σε πιέσεις και συναισθήματα, οι βιολογικές του λειτουργίες έχουν κατά πολύ ατονήσει και καταφανώς δεν δύναται να εννοήσει περίπλοκες νομικές συνέπειες των όσων καλείται να υπογράψει''.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα προαναφερόμενα δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά συμπεράσματα των αναιρεσειόντων για τη στήριξη των απόψεών τους ότι δεν υπήρχε βούληση του δωρητή Ι. Δ., επικαρπωτή του επίμαχου ακινήτου, συμβαλλόμενου στο ως άνω συμβόλαιο, για μεταβίβαση της επικαρπίας αυτού στους αναιρεσίβλητους για χρόνο πέραν της διάρκειας της ζωής του.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ., πλήττεται η κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση περί πραγματικών γεγονότων του Δικαστηρίου της ουσίας.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, 42/2002).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους, αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, ήτοι το από 20-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, με το οποίο ο επικαρπωτής Ι.
Δ. εκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο στον πρώτο αναιρεσίβλητο και το υπ' αριθμ. …..33/2009 ειδικό πληρεξούσιο των γονέων του πρώτου αναιρεσείοντος προς αυτόν, μολονότι αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το έλαβε υπόψη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (7η και 8η σειρές εμπρόσθιας σελίδας τέταρτου φύλλου) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης ", σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και τα έγγραφα αυτά, χωρίς κατά νόμο να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός εγγράφου.
Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 498/2018).- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση, το ζήτημα στο οποίο άσκησαν οι ελλείψεις ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες και συντελέσθηκε η εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Επιπρόσθετα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π.27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που συνίσταται στο ότι ''ενώ αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 17.133/10-9-2009 ειδικό πληρεξούσιο των γονέων του πρώτου αναιρεσείοντος προς αυτόν και αναγράφει μάλιστα και το κείμενο αυτού, δηλαδή το περιεχόμενο της εντολής, παρά ταύτα και ενώ από αυτό προκύπτει καταφανώς η επιθυμία των γονέων του να περιέλθει σ' αυτόν η επικαρπία ή να τη διαθέσει όπου αυτός επιθυμεί, χωρίς καμία αιτιολογία αγνοεί το πληρεξούσιο αυτό και θεωρεί απολύτως έγκυρη τη συμφωνία μεταξύ του πατέρα του Ι.
Δ. και των εναγομένων - αναιρεσίβλητων με το υπ' αριθμ. ...02/ 26-7-2011 συμβόλαιο, χωρίς να αιτιολογεί το περιεχόμενο του ειδικού πληρεξουσίου, την αιτία για την οποία συνετάγη αυτό και την αιτία για την οποία συνετάγη η υπ' αριθμ. ... 34/10-9-2009 τροποποίηση της σύμβασης για τη μεταβίβαση της επικαρπίας. Από δε την ανάγνωση των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι η προαναφερόμενη τροποποίηση συνετάγη προκειμένου να δυνηθεί ο αυτός να αξιοποιήσει το δικαίωμα που του παραχώρησαν οι γονείς του για τη μεταβίβαση της επικαρπίας, όπως αυτός κρίνει και όχι με σκοπό να μεταβιβάσουν οι γονείς του το δικαίωμά τους''.
Όμως, έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός δεν περιέχει τα εκτεθέντα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Ειδικότερα, δεν καθορίζεται νομική πλημμέλεια του Εφετείου, η οποία να στοιχειοθετεί τον από τη διάταξη αυτή (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ) προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος διότι, υπό την προσχηματική επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη από το Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ουσιαστική κρίση του περί της εγκυρότητας της συμφωνίας για μεταβίβαση της επικαρπίας του επίμαχου καταστήματος στους αναιρεσίβλητους με το ως άνω συμβόλαιο.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2018 αίτηση των Κ. Ι. Δ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 19/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας-
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ