45/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 45 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated45/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 45 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 45 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 45/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κουτσουράκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μόσχο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2014 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 26-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ. 7/2006,4/2005). Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ. Α.Π.18/1998). Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 αντιστοίχως του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ. 15/2000). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που όμως δεν εκτίθενται σ’ αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ’ αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη( Α.Π.536/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 του Α. Κ. "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επηκολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού ωφελείας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη,υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητας της. Στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή, για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ’ όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη, β) την συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη. Όταν, όμως, υπάρχει νόμιμη αιτία, ερειδομένη σε διάταξη νόμου ή στη σύμβαση, από την οποία προέκυψε ο πλουτισμός αυτός, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την ωφέλεια, με βάση την ανωτέρω διάταξη και η σχετική αγωγή δεν θεμελιώνεται σ’ αυτήν (Α.Π. 93/2014, 1664/2013). Περαιτέρω, με το άρθρο 30 παρ.1 και 2 του ν.2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκαν τα εξής:"1. Κατ’ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ’ ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ.. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία". Επίσης με το άρθρο 39 παρ. παρ.1,2 και 12 του επιγενομένου και ισχύοντος από 4-8-2004 ν. 3259/2004, ορίζονται τα εξής : "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1). Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ.2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν.3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε απεκλείσθησαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (Α.Π. 132/2014, 345/2013, 842/2012, 1449/2012). Τέλος, με την παράγραφο 4 εδ. α-γ του άρθρου 39 του ν.3259/2004, όπως συμπληρώθηκε, με το άρθρο 8 του ν. 3723/2008, ορίζονται τα εξής : "Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α’ εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά. Οι οφειλέτες ή εγγυητές που αποκλείσθηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν.3259/2004, λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού, με αίτησή τους, την οποία θα πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ευνοϊκή ρύθμιση για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής των εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών των οποίων οι οφειλές υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού. Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει σαφώς ότι η πρώτη ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήσαν σχετικώς συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4, αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ. Αντίστοιχη ρύθμιση ως προς το ύψος της οφειλής, που απέβλεπε στον αποκλεισμό από την ευνοϊκή ρύθμιση των μεγαλοοφειλετών, είχε περιληφθεί στο άρθρο 30 παρ. 9 περ. δ’ ν. 2789/2000 για οφειλές που υπερέβαιναν το ποσόν των 750.000.000 δραχμών ή 2.201.000 ευρώ. Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικώς διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 3259/2004 (Α.Π. 1549/2013, ΑΠ 117/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα για την θεμελίωση της ένδικης εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγής της, που έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης-εναγομένης προς απόδοση παρανόμως και αχρεωστήτως καταβληθέντων σ’ αυτήν χρηματικών ποσών, εξέθετε, ως προς το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "1. Δυνάμει της σύμβασης δανείου..., η οποία υπεγράφη στις 29-6-1987... μεταξύ της Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. και της εταιρίας μας, η Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. χορήγησε στην εταιρία μας τοκοχρεολυτικό δάνειο (με κωδικό αριθμό ...) ποσού 107.000.000 δρχ. (=314.013,21 ευρώ), διάρκειας 15 ετών..., με ετήσιο επιτόκιο 18,50%...Επίσης δυνάμει της σύμβασης δανείου...,η οποία υπεγράφη στις 21-11-1988 ...η Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. χορήγησε στην εταιρία μας τοκοχρεωλυτικό δάνειο ...ποσού 32.000.000 δρχ. (=93.910,49 ευρώ), διάρκειας 14 ετών(με κωδικό αριθμό ...)...,με ετήσιο επιτόκιο 19,50%... η εταιρία μας...δεν κατάφερε να προβεί στην εξόφληση των δόσεών τους εντός των συμβατικών προθεσμιών... με αποτέλεσμα την περιέλευσή της σε υπερημερία οφειλέτη, την καταγγελία των δανείων από την Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. (στις 12-10-1992) ... η εταιρία μας είχε καταβάλει στην Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. από την έναρξη αποπληρωμής των δανείων (από το έτος 1990) μέχρι τις 9-5-2001: α) το συνολικό ποσό των 357.680.386 δρχ. έναντι του δανείου... κεφαλαίου 107.000.000 δρχ. και β) το συνολικό ποσό των 102.463.628 δρχ. έναντι του δανείου... κεφαλαίου 32.000.000 δρχ., οι (ληξιπρόθεσμες) αξιώσεις της Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. κατά της εταιρίας μας από τα παραπάνω δάνεια ανέρχονταν ακόμη στις 9-5-2001 στο συνολικό ποσό των 632.658.025 δρχ. Κατόπιν του επαναπροσδιορισμού των οφειλών της εταιρίας μας από τα παραπάνω δάνεια σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν.2789/2000... οι αξιώσεις της Ε.Τ.Β.Α. περιορίστηκαν και διαμορφώθηκαν στις 9-5-2001: στο ποσό των 159.810.992 δρχ. για το δάνειο με κωδικό αριθμό ... και στο ποσό των 52.654.811 δρχ. για το δάνειο με κωδικό αριθμό ..., όπως επιβεβαιώθηκε με τη σχετική σύμβαση (με χρονολογία 11-10-2002), η οποία υπεγράφη...μεταξύ της Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. και της εταιρίας μας και με την οποία ρυθμίστηκε ο τρόπος εξόφλησης των παραπάνω δανείων και ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι η εταιρία μας θα εξοφλήσει τα παραπάνω χρηματικά ποσά (πλέον των τόκων τους για το χρονικό διάστημα από τις 9-5-2001 μέχρι τις 31-12-2001) σε δώδεκα (12) έτη με ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις (με ημερομηνία έναρξης της τοκοχρεολυτικής εξυπηρέτησης την 1-1-2002, ημερομηνία καταβολής της πρώτης τοκοχρεολυτικής δόσης την 1-7-2002 και ημερομηνία καταβολής της τελευταίας τοκοχρεολυτικής δόσης την 1-1-2014)...Στο μεταξύ το έτος 2003 η Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. συγχωνεύτηκε με την εναγόμενη, από την οποία απορροφήθηκε...Κατά συνέπεια η εναγόμενη διαδέχθηκε από τις 16-12-2003 την Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. και έχει υπεισέλθει έκτοτε στη θέση της ως καθολική διάδοχος της σε όλες τις έννομες σχέσεις της και σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της...Στη συνέχεια με το άρθρο 39 του ν.3259/2004...ορίστηκε ότι:....Κατόπιν της παραπάνω νέας νομοθετικής ρύθμισης του ζητήματος των οφειλών προς τις τράπεζες με το άρθρο 39 του ν.3259/2004 η εταιρία μας ζήτησε εγγράφως από την εναγόμενη (με σχετική αίτηση της, την οποία υπέβαλε εμπρόθεσμα στην εναγόμενη στις 27-10-2004) την υπαγωγή της στις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και ειδικότερα τον επαναπροσδιορισμό των απαιτήσεων της εναγόμενης κατά της εταιρίας μας ... και τη διαγραφή οποιωνδήποτε υποτιθέμενων υπολοίπων, δεδομένου ότι οι καταβολές της εταιρίας μας έναντι των παραπάνω δανείων μέχρι τις 4-8-2004 (δηλαδή μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του ν.3259/2004... και έναρξης της ισχύος του) είχαν υπερβεί το τριπλάσιο των ληφθέντων κεφαλαίων των παραπάνω δανείων. Συγκεκριμένα έναντι των παραπάνω δανείων, η εταιρία μας είχε καταβάλει (στην Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. και μετά από την απορρόφηση της στην εναγόμενη): μέχρι τις 9-5-2001 α) το συνολικό ποσό των 357.680.386 δρχ. έναντι του δανείου με κωδικό ... (ληφθέντος κεφαλαίου 107.000.000 δρχ.) και β) το συνολικό ποσό των 102.463.628 δρχ. έναντι του δανείου με κωδικό ... (ληφθέντος κεφαλαίου 32.000.000 δρχ.) και από τις 9-5-2001 μέχρι τις 4-8-2004 το επιπλέον συνολικό ποσό των 167.993,70 ευρώ (=57.243.853 δρχ.). Κατά συνέπεια σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις του άρθρο 39 του ν.3259/2004 η εταιρία μας είχε απαλλαγεί πλέον από οποιαδήποτε οφειλή προς την εναγόμενη έναντι των παραπάνω δανείων, τα οποία θεωρούνταν πλέον ως εξοφλημένα ολοσχερώς. Εντούτοις ...η εναγόμενη απέκρουσε την παραπάνω αίτηση μας και αρνήθηκε την υπαγωγή της εταιρίας μας στις ευνοϊκές διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1 & 2 του ν.3259/2004, επικαλούμενη ότι το άρθρο 39 παρ.4 του ν.3259/2004 εξαιρεί από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ.1 & 2 του ν.3259/2004 τα δάνεια με αρχικό κεφάλαιο άνω των 400.000 ευρώ και ότι στην περίπτωση μας το άθροισμα των αρχικών κεφαλαίων των παραπάνω δανείων της εταιρίας μας υπερέβαινε το συνολικό ποσό των 400.000 ευρώ και απέκλειε την υπαγωγή της εταιρίας μας στις ευνοϊκές διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1 & 2 του ν.3259/2004... Κατόπιν των παραπάνω η εναγόμενη, αρνούμενη την εφαρμογή των ευνοϊκών διατάξεων του άρθρου 39 παρ.1 & 2 του ν.3259/2004, επέμεινε (εν γνώσει της απόσβεσης τους) στις υποτιθέμενες αξιώσεις της κατά της εταιρίας μας και τελικά-υπό την απειλή έκδοσης διαταγής πληρωμής και επίσπευσης...εκτέλεσης κατά της εταιρίας μας και των εγγυητών της- εξανάγκασε την εταιρία μας να της καταβάλει επί πλέον (για την ολοσχερή αποπληρωμή των υποτιθέμενων οφειλών της εταιρίας μας από τα παραπάνω δάνεια) το συνολικό ποσό των 760.891,86 ευρώ. Ειδικότερα η εταιρία μας -αφού προηγουμένως δήλωσε εγγράφως προς την εναγόμενη με σχετική επιστολή της, την οποία επέδωσε στην εναγόμενη στις 21-2-2005, ότι επιφυλλάσσεται ρητά για κάθε δικαίωμα της κατά της εναγόμενης για τα χρηματικά ποσά, τα οποία θα καταβάλει στο εξής για τα παραπάνω δάνεια...αναγκάστηκε να καταβάλει στην εναγόμενη από το έτος 2005 μέχρι το έτος 2007 (επαναλαμβάνοντας με σχετικές επιστολές της προς την εναγόμενη στις 11-6-2006, στις 10-10-2006 και στις 21-11-2007 την παραπάνω ρητή επιφύλαξη της και τα νομικά επιχειρήματα της): το ποσό των .... (επακολουθεί αναλυτική αναφορά των καταβληθέντων επί μέρους ποσών) [σύνολο: 760.891,86 ευρώ]. Αναλυτικά η εταιρία μας αναγκάστηκε να καταβάλει στην εναγόμενη (από το έτος 2005 μέχρι το έτος 2007): α) έναντι του δανείου με κωδικό αριθμό ...: -το ποσό των...(αναφέρονται τα επί μέρους ποσά και ο χρόνο καταβολής τους [σύνολο: 580.828,13 ευρώ] και β) έναντι του δανείου με κωδικό αριθμό ...: το ποσό των... (αναφέρονται επίσης τα επί μέρους ποσά και ο χρόνος καταβολής τους) .... [σύνολο: 180.063,73 ευρώ] [580.828,13 ευρώ + 180.063,73 ευρώ = 760.891,86 ευρώ]... .στις 11-6-2006 η εταιρία μας επέδωσε νέα επιστολή της στην εναγόμενη, με την οποία ... ζήτησε ξανά από την εναγόμενη τη διαγραφή των υποτιθέμενων αξιώσεων της. Εντούτοις η εναγόμενη συνέχισε να επιμένει κακόπιστα στην αρχική θέση της και στις υποτιθέμενες αξιώσεις της κατά εταιρίας μας, η οποία υπό την απειλή έκδοσης διαταγής πληρωμής και επίσπευσης διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της συνέχισε εξ ανάγκης τις καταβολές της προς την εναγόμενη... Τελικά με το άρθρο 8 παρ.1 του ν.3723/2008...προστέθηκε., στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ν.3259/2004 ερμηνευτική διάταξη, με την οποία διευκρινίστηκε ρητά ότι "Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά..." και επιπλέον με το άρθρο 8 παρ.2 του ν.3723/2008 ... ορίστηκε ρητά ότι "Οι οφειλέτες ή εγγυητές, που αποκλείσθηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν.3259/2004 λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού, με αίτηση τους, την οποία θα πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου". Κατόπιν των παραπάνω η εταιρία μας επανήλθε με νέο έγγραφο της..., το οποίο επέδωσε στην εναγόμενη στις 30-12-2008...και με το οποίο η εταιρία μας ζήτησε από την εναγόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 & 2 του ν.3723/2008 την επανεξέταση του θέματος και την υπαγωγή της εταιρίας μας στις ευνοϊκές διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3259/2004, αξίωσε την απόδοση του συνολικού χρηματικού ποσού των 760.891,86 ευρώ, το οποίο η εναγόμενη είχε εισπράξει αχρεωστήτως από την εταιρία μας (από το έτος 2005 μέχρι το έτος 2007), όπως εκτίθεται αναλυτικά παραπάνω, και -δήλωσε ρητά στην εναγόμενη ότι σε περίπτωση μη εκούσιας συμμόρφωσης της (εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την επίδοση του παραπάνω εγγράφου) θα προσφύγει εναντίον της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων αξιώνοντας το παραπάνω χρηματικό ποσό των 760.891,86 ευρώ και επιπλέον τους νόμιμους τόκους του... Εντούτοις στις 30-3-2009 η εναγόμενη απάντησε εγγράφως ότι αρνείται την απόδοση οποιουδήποτε χρηματικού ποσού και θεωρεί αβάσιμη τη σχετική αξίωση της εταιρίας μας, επικαλούμενη εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.8 εδ. β’ του ν.2789/2000, κατά την οποία "...καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία..." Όπως είναι απολύτως προφανές η παραπάνω απάντηση της εναγόμενης είναι εντελώς εσφαλμένη και αβάσιμη, καθώς (πέραν του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας.) η διάταξη του άρθρου 30 παρ.8 εδ. β’ του ν.2789/2000 αφορά αποκλειστικά και μόνο χρηματικά ποσά καταβληθέντα προ της έναρξης ισχύος του ν.2789/2000 και του ν.3259/2004 αντίστοιχα (δηλαδή προ του αυτοδίκαιου επαναπροσδιορισμού των σχετικών οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις τους) και σε καμία απολύτως περίπτωση δεν αποκλείει την αναζήτηση των χρηματικών ποσών, τα οποία έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως προς τις τράπεζες μετά την έναρξη ισχύος του ν.3259/2004 και τον αυτοδίκαιο επαναπροσδιορισμό των απαιτήσεων τους βάσει των διατάξεων του. Όπως καθίσταται απολύτως σαφές από όσα εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω, η εναγόμενη έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της εταιρίας μας κατά το ποσό των 760.891,86 €, το οποίο η εταιρία μας κατέβαλε τμηματικά (από το έτος 2005 μέχρι το έτος 2007) με χρήματα της στην εναγόμενη, παρότι σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ.1 του ν.3259/2004 η εταιρία μας δεν είχε υποχρέωση για οποιαδήποτε άλλη καταβολή έναντι των παραπάνω δανείων. Κατά συνέπεια σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.) η εταιρία μας δικαιούται να αξιώσει από την εναγόμενη την απόδοση του παραπάνω χρηματικού ποσού των 760.891,86 €, το οποίο η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην εταιρία μας με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας ως εξής: .... καθώς η εναγόμενη γνώριζε εκ των προτέρων, πριν εισπράξει αχρεωστήτως από την εταιρία μας τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, την ανυπαρξία οποιασδήποτε σχετικής αξίωσης της κατά της εταιρίας μας και τη ρητή επιφύλαξη της εταιρίας μας για την απόδοση τους...>> Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απερρίφθη ως μη νόμιμη, διότι η επιδιωκομένη δι’ αυτής απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθέντων χρηματικών ποσών αποκλείεται από την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β’ του ν. 2789/2000. Η έφεση που ασκήθηκε από την ενάγουσα κατά της αποφάσεως αυτής απερρίφθη με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε ως νομικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή με την συνοπτικώς κατωτέρω παρατιθέμενη αιτιολογία: "Α)...το αξιούμενο ποσό των 761.891,86 ευρώ καταβλήθηκε μετά την υπαγωγή της ληξιπρόθεσμης κατά την ισχύ του ν, 2789/2000 συνολικής... οφειλής της ενάγουσας., προς την "Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε", στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 30 του νόμου αυτού (για την οποία δεν προβάλλεται καμία αιτίαση περί μη ορθής υπαγωγής) και φέρεται ως αχρεωστήτως καταβληθέν, επειδή η εφεσίβλητη τράπεζα αρνήθηκε να υπαγάγει την αυτή, ρυθμισθείσα με την ως άνω διάταξη, συνολική οφειλή στη μεταγενέστερη ρύθμιση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 39 του Ν 3259/2004...για την υπαγωγή της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής της...ενάγουσας από τα δύο δάνεια...στις ευνοϊκές ρυθμίσεις...των παρ.1 και 2 του άρθρου 39 του Ν 3259/2004, θα πρέπει να μη συντρέχει καμία από τις δύο διαζευκτικά τιθέμενες αρνητικές προϋποθέσεις - εξαιρέσεις της παρ.4 του ίδιου άρθρου 39, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του Ν 3723/2008, αφού η συνδρομή έστω και μίας από αυτές αποκλείει την υπαγωγή και τον επανακαθορισμό της οφειλής. Θα πρέπει επομένως το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης να μην υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ αλλά και το ύψος της συνολικής και από τα δύο δάνεια απαίτησης, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί αποκλειστικά κατά τον κρίσιμο χρόνο της 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ. Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι δεν πληρούται η μία αρνητική προϋπόθεση, η μία δηλαδή από τις δύο εξαιρέσεις της παρ. 4 και δη αυτή που αναφέρεται στο κεφάλαιο του κάθε δανείου το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, αφού το ληφθέν κεφάλαιο του πρώτου από 26-6-1987 και με κωδικό αριθμό ... δανείου ήταν 107.000.000 δρχ. και ήδη 314.013,32 ευρώ και το ληφθέν κεφάλαιο του δεύτερου από 21-11-1988 και με κωδικό αριθμό ... δανείου ήταν 32.000.000 δρχ. και ήδη 93.910,49 ευρώ. Δεν προκύπτει όμως η μη πλήρωση της δεύτερης αρνητικής προϋπόθεσης - εξαίρεσης και δη αυτής που απαιτεί η συνολική απαίτηση, προσδιοριζόμενη αθροιστικά με βάση και τα δύο δάνεια κατά τον κρίσιμο χρόνο της 21-12-1999, με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ, αφού στο δικόγραφο δεν γίνεται καμία σχετική αναφορά για το ύψος της συνολικής και από τα δύο δάνεια απαίτησης κατά το συγκεκριμένο χρόνο (ούτε εξάλλου για το ύψος της απαίτησης από κάθε δάνειο κατά τον παραπάνω χρόνο, έτσι ώστε με την πρόσθεση της κάθε μίας να προκύψει η συνολική απαίτηση). Ούτε δε και η αναφορά του ποσού των 632.658.025 δρχ. που όφειλε η ενάγουσα την 9-5-2001 αναιρεί την έλλειψη του παραπάνω στοιχείου, αφού αυτό αφορά μόνο το συγκεκριμένο αυτό χρόνο και όχι το χρόνο της 31-12-1999 που αποκλειστικά ενδιαφέρει εν προκειμένω. Η μη έκθεση όμως του στοιχείου ότι, πλην της μη πλήρωσης της πρώτης εξαίρεσης της παρ.4 του άρθρου 39 του Ν 3259/2004 που συνδέεται με το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου, δεν πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση παράλληλα και η έτερη, διαζευκτικά τιθέμενη, εξαίρεση που συνδέεται με το ύψος, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 31- 12-1999, της συνολικής και από τα δύο δάνεια απαίτησης της εφεσίβλητης έχει ως συνέπεια να αναιρεί τη νομική βασιμότητα των όσων η εκκαλούσα ενάγουσα υποστηρίζει περί εσφαλμένης μη υπαγωγής της συνολικής οφειλής της στην περί επανακαθορισμού ρύθμιση των παρ.1 και 2 του ανωτέρω άρθρου 39, στην οποία (μη υπαγωγή) στηρίζει το αχρεώστητο των ένδικων καταβολών της... Και τούτο διότι για να κριθεί αν πράγματι βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 39 του Ν 3259/2004 η αιτίαση της εκκαλούσας ενάγουσας περί εσφαλμένης μη υπαγωγής της συνολικής οφειλής της στις διατάξεις αυτές και στον εντεύθεν περιορισμό της (μέχρι μηδενισμού όπως εκθέτει), στην οποία και στηρίζει το αχρεώστητο των ποσών που κατέβαλε από την 22-2-2005 μέχρι την 7-12-2007 και αποτελούν το αντικείμενο της ένδικης αξίωσης της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης απόδοσης τους, θα πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο ότι δεν συντρέχει καμία από τις δύο διαζευκτικά τιθέμενες αρνητικές προϋποθέσεις - εξαιρέσεις της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 39, αφού αν συντρέχει έστω και μία, η αιτίαση της εκκαλούσας, που αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της αξίωσης της, παρίσταται νομικά αβάσιμη και Β) τα καταβληθέντα ποσά, συνολικού ύψους 760.891,86 ευρώ, καταβλήθηκαν, κατά το ίδιο αγωγικό δικόγραφο στα πλαίσια της υπαγωγής, στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, της αρχικής, ληξιπρόθεσμης κατά την ισχύ του νόμου και απορρέουσας από τα δύο δάνεια συνολικής οφειλής της ενάγουσας , ανερχομένης την 9-5-2001 στο ποσό των 632.658.025 δρχ., η οποία επανακαθορίσθηκε κατ’ εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης και περιορίσθηκε στο ποσό των 169.810.992 δρχ. για το πρώτο δάνειο και στο ποσό των 52.654.811 δρχ. για το δεύτερο δάνειο (συνολικά 222.465.803 δρχ.). Επειδή δε κατά την αγωγή η συνολική απαίτηση της εφεσίβλητης τράπεζας έπρεπε να επανακαθορισθεί και να υπαχθεί στις μεταγενέστερες διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 39 του Ν 3259/2004, οπότε θα επέρχονταν η απόσβεση της, η φερόμενη ως εσφαλμένη μη υπαγωγή κατέστησε τα καταβληθέντα, με βάση και στα πλαίσια της ρύθμισης της οφειλής κατά το άρθρο 30 του Ν 2789/2000, ποσά που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση του πολλαπλασίου του ληφθέντος κεφαλαίου των δύο δανείων, αφού αυτό το πολλαπλάσιο ... υπολογισθέν κατά το άρθρο 30 του αρχικού νόμου 2789/200, δεν θα υπήρχε αν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του άρθρου 39 του μεταγενέστερου νόμου 3259/2004. Υπό τα παραπάνω εκτιθέμενα όμως, οι φερόμενες ως αχρεώστητες καταβολές συνδέονται με την εφαρμογή στη συνολική οφειλή της εκκαλούσας της ευνοϊκής ρύθμισης περί επανακαθορισμού της οφειλής του άρθρου 30 του Ν 2789/2000 και δεν είναι ανεξάρτητες αυτής, δεν καταβλήθηκαν δηλαδή χωρίς να υπάρχει υπαγωγή στην εν λόγω ευνοϊκή ρύθμιση και δη καθ’ υπέρβαση των, ανεξαρτήτως της εφαρμογής της ρύθμισης, οφειλομένων (αυτά ανέρχονταν ήδη κατά την 9-5-2001, όπως ήδη λέχθηκε, στο πολύ υπέρτερο των ένδικων, χρονικά μεταγενέστερων, καταβολών, ποσό των 632.658.25 δρχ. ή 1.856.663,32 ευρώ) ούτε το φερόμενο αχρεώστητο της καταβολής τους είναι αποσυνδεδεμένο και ανεξάρτητο από την περί επανακαθορισμού ρύθμιση. Άμεσο αποτέλεσμα των ανωτέρω λεχθέντων είναι η εφαρμογή... των διατάξεων των παρ. 2 εδ. γ’ και 8 εδ.γ’ του ιδίου άρθρου 30 του Ν 2789/2000, που αποκλείουν την αναζήτηση, σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία των ποσών που καταβλήθηκαν οποτεδήποτε στα πλαίσια της ευνοϊκής ρύθμισης, ανεξαρτήτως ύψους, εκουσίως από τους οφειλέτες...".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 Α.Κ. , 30 του ν. 2789/2000 και 39 του ν. 3259/2004 , χαρακτηρίζοντας , για τους προαναφερόμενους λόγους, ως νομικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τον πρώτο από τους λόγους αυτούς, ότι δηλαδή δεν προκύπτει από το αγωγικό δικόγραφο η συνδρομή της δεύτερης, αρνητικώς διατυπωμένης, προϋποθέσεως του άρθρου 39 παρ. 4 του ν. 3259/2004, για την υπαγωγή της οφειλής της αναιρεσείουσας στις ευνοϊκές ρυθμίσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού, της μη υπερβάσεως δηλαδή της συνολικής οφειλής (κεφαλαίου των δανείων μετά των συμβατικών τόκων), κατά τον κρίσιμο χρόνο της 31-12-1999, του ύψους των 2.201.000 ευρώ, η κρίση του Εφετείου είναι εσφαλμένη,προεχόντως διότι η μη επίκληση της συνδρομής της ως είρηται προϋποθέσεως δεν καθιστά την αγωγή νομικά αβάσιμη, αλλά απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου της, προκύπτει σαφώς η συνδρομή της ρηθείσης προϋποθέσεως, και δη : α) από την αναφερομένη στο δικόγραφο υπαγωγή της οφειλής της εναγούσης στην ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, για την οποία ήταν αναγκαία η συνδρομή της ίδιας ακριβώς προϋποθέσεως, σύμφωνα με την ταυτόσημη διάταξη του 30 παρ. 9 περ. δ’ του νόμου αυτού, η οποία απέκλειε της υπαγωγής στην ρύθμιση, απαιτήσεων εκ δανείων ή πιστώσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 750.000.000 δραχμών (που αντιστοιχεί σε 2.201.027 ευρώ), όπως οι απαιτήσεις αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999, αφαιρουμένων των τόκων εξ ανατοκισμού και β) από την ιστορούμενη στο αγωγικό δικόγραφο απόρριψη από την εναγομένη της πρώτης αιτήσεως της ενάγουσας για την υπαγωγή των οφειλών στην ρύθμιση του επιγενομένου ν. 3254/2009, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει η πρώτη αρνητική προϋπόθεση του άρθρου 39 παρ. 4 του νόμου αυτού, τουτέστιν η μη υπέρβαση του αρχικού ποσού του δανείου του ποσού των 400.000 ευρώ, αφού τα ληφθέντα παρ’ αυτής δάνεια αθροιστικώς υπολογιζόμενα υπερβαίνουν το ποσό τούτο, ενώ ουδόλως αμφισβητήθηκε από την εναγομένη η συνδρομή της δευτέρας ως άνω αρνητικής προϋποθέσεως ότι δηλαδή η οφειλή της οποίας εζητείτο η επαναρρύθμιση δεν υπερέβαινε την 31-12-1999 το ρηθέν όριο των 2.201.000 ευρώ. Επομένως, οι τρεις πρώτοι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την ανωτέρω κρίση της προσάπτοντας σ’ αυτήν επαλλήλως αναιρετικές αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1,8 και14 Κ.Πολ.Δ.είναι βάσιμοι.
Περαιτέρω, η αγωγή, υπό το προεκτεθέν ιστορικό περιεχόμενο και αίτημά της, συνιστάμενο το τελευταίο, στην αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης προς καταβολή του ποσού των 760.891,86 ευρώ, νομιμοτόκως με τις επιμέρους διακρίσεις, είναι νόμιμη καθόσον θεμελιώνεται επαρκώς στις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 904 Α.Κ. και 39 παρ. 1,2 και 4 του ν.3259/2004 και δεν αντίκειται στις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω, κατά την παράγραφο 12 του αυτού άρθρου, διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 2 εδ.γ’ και 8 εδ.γ’ του ν.2789/2000 που ορίζουν με ταυτόσημη διατύπωση ότι: "Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης,είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία". Τούτο δε διότι οι διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση τους, αφορούν ποσά που είχαν καταβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα, κατά τον διαλαμβανόμενο σ’ αυτές τρόπο, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3259/2004, και δεν αποκλείουν την αναζήτηση ποσών που καταβάλλονται υπό την ισχύ και κατά παράβαση του νόμου τούτου, ήτοι καθ’ υπέρβαση του τιθέμενου με την παρ. 1 αυτού ανωτάτου νομίμου ορίου της καταβλητέας συνολικής οφειλής.
Συνεπώς η ένδικη αγωγή δεν εμπίπτει στην απαγόρευση των εν λόγω διατάξεων, καθόσον αντικείμενο αυτής είναι η διεκδίκηση αχρεωστήτως καταβληθέντων χρηματικών ποσών, τα οποία ναι μεν κατεβλήθησαν στα πλαίσια της προηγηθείσης ρυθμίσεως του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, πλην όμως η καταβολή αυτών έλαβε χώρα μετά την ισχύ του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, κατ’ εφαρμογή του οποίου τα ποσά αυτά δεν ωφείλοντο και η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να τα καταβάλει στην εναγομένη. Η τελευταία όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της ενάγουσας, αρνήθηκε να ανταποκριθεί στην νόμιμη υποχρέωση της για υπαγωγή της οφειλής αυτής στην ευνοϊκότερη ρύθμιση του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, η οποία θα είχε ως συνέπεια την απόσβεση της απαιτήσεως της για τα αντίστοιχα ποσά, λόγω υπερβάσεως του ανωτάτου νομίμου ορίου καταβλητέας οφειλής. Αντιθέτως η εναγομένη με την απειλή λήψεως εξαναγκαστικών μέτρων υποχρέωσε την ενάγουσα να καταβάλει τα μη οφειλόμενα, ως άνω, χρηματικά ποσά, καταστάσα έτσι κατά τα ποσά αυτά πλουσιωτέρα χωρίς νόμιμη αιτία. Έτσι η ενάγουσα, η οποία κατέβαλε τα ποσά αυτά αχρεωστήτως και με την ρητή επιφύλαξη αναζητήσεως τους νομίμως προέβη στην άσκηση της ενδίκου αγωγής. Επομένως βάσιμοι τυγχάνουν και οι λοιποί (τέταρτος και πέμπτος ) λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Επί πλέον δε, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη
στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης (άρθρα 176,183 και 191§2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, και να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 12 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 55/2014 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταβαλούσα.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ