Legislator Case Law & Legislation
45/2014 AI generated

45/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 45/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

45/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.

Keywords

AI generated
deprivation of parental authority action for disturbance of possession standing to appeal forfeiture of administrative claim action for wrongful attachment damages withdrawal of public action
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 45 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 45/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Π. Σ. και 2)Ν. Π. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Χατζηφώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1479/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 6459/2011 του Εφετείου Αθηνών και 3813/2012 διορθωτική αυτής του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της πρώτης εφετειακής απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/5/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, πέμπτος και έβδομος (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξης τους, συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρο 968 ΑΚ).

Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας. Μόνος ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης το οποίο στερείται των παραπάνω χαρακτηριστικών, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο, όπως πιο πάνω, από θαλάσσια ύδατα.

Έτσι, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.

Περαιτέρω, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940 αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου: ν. 93 βασ. Ββ', ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διοικήσεως κτημάτων" της 10/7/1837). Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.

Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (βλ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Επομένως, ο παλαιός αιγιαλός, έστω και αν απώλεσε το χαρακτήρα του, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσεως ή διατηρήσεως της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (ολ ΑΠ 24/2000, ΕλλΔνη 42.62).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν ελλείπουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης που δεν εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 24/2000).

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ολ ΑΠ 24/2000). Ενόψει τούτων, για να μη στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με τη οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει ν' αναφέρονται ως παραδοχή του δικαστηρίου που δίκασε, τα περιστατικά που κατά την άνω διάταξη (άρθρο 1 α.ν. 2344/1940) είναι αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής ως αιγιαλού (ΑΠ 255/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 1479/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το τελευταίο, αποδεχόμενο την ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο αποτελεί αιγιαλό, απέρριψε την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των αναιρεσειόντων, μετ' αποδοχή των ακόλουθων πραγματικών περιστατικών:

"Το επίδικο τμήμα εμβαδού 53,70 τμ. που βρίσκεται στη … επί της οδού … αρ…., της περιφέρειας του Δήμου …, όπως αυτό έχει αποτυπωθεί στο από 4/8/1923 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελούσε από το έτος 1923 τμήμα ενεργού αιγιαλού, ήτοι τμήμα ξηράς βρεχόμενο από το ύψιστο χειμέριο κύμα, ήταν κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής πράγμα και ανήκε στην κυριότητα το Δημοσίου.

Οι διάφορες, όμως, φυσικές γεωλογικές ανακατατάξεις (προσχώσεις κλπ.) αλλά και οι ανθρώπινες επεμβάσεις (επιχωματώσεις, εκτελέσεις έργων στην παραλία) επέφεραν με την πάροδο του χρόνου μεταβολές στην πραγματική κατάσταση αυτού, δηλαδή επέκταση της ξηράς προς τη θάλασσα. Έτσι, κατέστη αναγκαίος ο καθορισμός ορίων παλαιού και νέου αιγιαλού και η δημιουργία ζώνης παραλίας, καθώς αυξανόταν ο πληθυσμός και τα κτήρια στην ως άνω περιοχή.

Ο καθορισμός αυτός πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθμόν 716262/12-5-1988 (ΦΕΚ 6/7/1988, τεύχος Δ') απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς "περί καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας στη θέση Γλυφάδα από το Αθλητικό Κέντρο Αγ. Κοσμά μέχρι τα Αστέρια Γλυφάδας". Η ως άνω απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς επικύρωσε την από 23/3/1988 έκθεση της Επιτροπής ορίων αιγιαλού και παραλίας του τότε ισχύοντος άρθρου 2 του α.ν. 2344/1940 και το από Ιουλίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Λ., που θεωρήθηκε στις 1/1/1985 από τη Διεύθυνση Τοπογραφικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και συνοδεύει την έκθεση της ως άνω Επιτροπής. Με την έκθεση αυτή και το διάγραμμα, καθορίστηκε η οριογραμμή του αιγιαλοί) με συνεχή πολυγωνική γραμμή χρώματος ερυθρού, η οριογραμμή της παραλίας παράλληλα προς τη γραμμή του αιγιαλού σε σταθερή απόσταση 10μ.

με συνεχή κίτρινη πολυγωνική γραμμή και, τέλος, καθορίστηκε η οριογραμμή του παλιού αιγιαλού σε συνεχή κυανή πολυγωνική γραμμή. Η οριογραμμή του παλιού αιγιαλού (κυανή) τοποθετήθηκε στο σημείο εκείνο, όπως είχε χαραχθεί το έτος 1923, σύμφωνα με το από 4/8/1923 διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών, ήτοι της οριογραμμής του ύψιστου χειμέριου κύματος του έτους 1923.

Εντός της ως άνω καθορισθείσης ζώνης του παλιού αιγιαλού βρίσκεται το υπ' αριθμόν ... Δημόσιο Κτήμα που καταχωρήθηκε στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφών της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων, αιγιαλού, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση, εμβαδού 53,70 τμ. Περαιτέρω, η Κτηματική Υπηρεσία του Πειραιά με το υπ' αριθμόν 3137/2-9-1994 έγγραφο της, το οποίο απέστειλε στο Υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου Αττικής ζήτησε τη μεταγραφή του καθορισμού των ως άνω ορίων του αιγιαλού...

Να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι αμφισβητούν τη νομιμότητα των ως άνω διοικητικών πράξεων του Δημοσίου, που εκδόθηκαν σε βάρος τους, μπορούσαν να τις προσβάλουν ως ακυρωτέες ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχουν πράξει. Με βάση τα παραπάνω, το επίδικο ήταν και εξακολουθεί να είναι αιγιαλός, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη στη αρχή αυτής της απόφασης και, συνεπώς, κοινόχρηστο πράγμα που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στο εναγόμενο.

Επομένως: α) αφού δεν είναι δεκτικό συναλλαγής, οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του με το υπ' αριθμόν .../6-10-1983 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Σιαράβα, που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, Π. Σ., δεν ήταν κύριος αυτού. Και τούτο, γιατί δεν είχε νόμιμα αποκτήσει την κυριότητα του από το δικαιοπάροχο του Ι.

Ζ. και ο τελευταίος από τους δικούς τους δικαιοπαρόχους με τα αναφερόμενα συμβόλαια και β) αφού το ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, οι πράξεις νομής που επικαλούνται οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους, δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κτήση της κυριότητας αυτού. Η ένταξη του μείζονος ακινήτου των εναγόντων στο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ...

δεν αναιρεί τα ως άνω γενόμενα δεκτά". Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής της ένστασης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου ως τμήματος παλαιού αιγιαλού, αφού αφενός μεν, από αυτές σαφώς προκύπτει ότι έγινε διοικητικός προσδιορισμός του ως άνω παλαιού αιγιαλού από την αρμόδια επιτροπή καθορισμού ορίων που αναφέρθηκα στη μείζονα πρόταση, αφετέρου δε παρατίθενται όλα τα αναγκαία περιστατικά που προέκυψαν από τις μνημονευόμενες αποδείξεις (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, ένορκη βεβαίωση) για το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως τμήματος παλαιού αιγιαλού από το έτος 1923 μέχρι σήμερα και, συνεπώς, προστατευόμενου κτήματος του Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου "περί αιγιαλού" και ο περί αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 379/2006).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ1 άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 259/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια από τον αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι αφενός δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ότι "η επίδικη εδαφική έκταση αποτελούσε τμήμα ενεργού αιγιαλού του έτους 1923", χωρίς απόδειξη και χωρίς να εκθέτει, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την κρίση του για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, και, αφετέρου, ότι από κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Εφετείου (τοπογραφικά διαγράμματα, εκθέσεις μηχανικών) δεν αποδείχθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το πρώτο μέρος του, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ανεξάρτητα από την ορθότητα του ή μη, ενώ, κατά το δεύτερο μέρος του, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ολ ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 4/8/1923 τοπογραφικού διαγράμματος του Υπουργείου Οικονομικών, γιατί έκρινε ότι η επίδικη εδαφική έκταση εμβαδού 53,70 τμ. έχει αποτυπωθεί σ' αυτό ως τμήμα ενεργού αιγιαλού, με βάση δε την παραδοχή αυτή κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφαση του στο επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα της αποδοχής της ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στην επίδικη έκταση ως τμήματος του αιγιαλού του 1923, το οποίο στη συνέχεια περιλήφθηκε ως τμήμα του αιγιαλού του 1988, ενώ στο πιο πάνω διάγραμμα που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσίβλητο στο Εφετείο και το οποίο δεν φέρει τα απαιτούμενα στοιχεία (όνομα και υπογραφή συντάκτη, τόπο και χρόνο έκδοσης κλπ.) δεν αποτυπώνεται η επίδικη έκταση ούτε και καμία άλλη ιδιοκτησία.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, και δη τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα τοπογραφικά διαγράμματα, οι φωτογραφίες και οι τεχνικές εκθέσεις) και την ένορκη βεβαίωση.

Επόμενως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της παραμόρφωσης του περιεχομένου του αναφερόμενου σε αυτόν εγγράφου, αληθώς όμως της εσφαλμένης εκτίμησης του περιεχομένου του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα (άρθρο 340 ΚΠολΔ), έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα ή όταν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου.

Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνο αν παράγουν πλήρη απόδειξη, τέτοια δε είναι τα δημόσια έγγραφα, κατ' άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός των άλλων, τα σε αυτά βεβαιούμενα προέρχονται από πρόσωπο που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.

Δεν ελέγχεται, όμως, η in concretο κρίση περί του περιεχομένου των εγγράφων, αφού αυτά εκτιμώνται ελεύθερα, εξαιρουμένης βεβαίως της περίπτωσης παραμόρφωσης του περιεχομένου τους (ΑΠ 259/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, διότι δεν έπρεπε να λάβει υπόψη του για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του αιγιαλού του 1923, το από 4/8/1923 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών και το από Ιουλίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Λ., από τα οποία, όπως διατείνονται, το μεν πρώτο δεν έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του, το δε δεύτερο έχει συνταχθεί από ιδιώτη μηχανικό και όχι από μηχανικό της τεχνικής Υπηρεσίας της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών ή άλλης τεχνικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, άλλως ότι τα πιο πάνω διαγράμματα αποτελούν δικαστικά τεκμήρια και έπρεπε να συνεκτιμηθούν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (αεροφωτογραφίες, τεχνικές εκθέσεις, συμβόλαια, καταθέσεις μαρτύρων και λοιπά έγγραφα) που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε τα πιο πάνω τοπογραφικά διαγράμματα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (τις καταθέσεις μαρτύρων, την 3492/2007 ένορκη βεβαίωση και τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τοπογραφικά διαγράμματα, φωτογραφίες και τεχνικές εκθέσεις), εκτιμώντας ελεύθερα το περιεχόμενο τους και χωρίς να τους προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των -διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού ή του διατακτικού. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο και με τον έβδομο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναφερόμενη στο άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα, ότι δέχτηκε αντιφατικά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης του ότι το επίδικο ακίνητο: α) αποτελεί τμήμα τόσο του παλαιού αιγιαλού του έτους 1923 όσο και του αιγιαλού με τη σημερινή του μορφή και β) δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας ως πράγμα εκτός συναλλαγής, επειδή από το έτος 1923 ήταν και εξακολουθεί να είναι αιγιαλός, ενώ συγχρόνως δέχτηκε ότι αυτό βρίσκεται εντός της καθορισθείσης το 1988 ζώνης του παλαιού αιγιαλού, που σημαίνει, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι έπαυσε ν' αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα και δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια, η οποία αναφέρεται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ιδρύει τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδάφ. α' ΚΠολΔ, παρέχεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" με την έννοια της παραπάνω διάταξης αποτελούν, μεταξύ άλλων, και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, αφορώντας αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (αγωγών, ενστάσεων κλπ.).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτονται στο Εφετείο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ, οι αιτιάσεις ότι: α) έλαβε υπόψη του μη προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων "για ένταξη του μείζονος ακινήτου τους στο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ...", ο οποίος (ισχυρισμός) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την ιδιότητα του επιδίκου ως πράγματος εκτός συναλλαγής (αιγιαλού) και β) άλλως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της ότι η ένταξη του ακινήτου των εναγόντων στο ΠΣ …δεν αναιρεί τα ως άνω γενόμενα δεκτά.

Ο λόγος αυτός ως προς την πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο πιο πάνω ισχυρισμός, έστω και με διαφορετική (αλλά με το ίδιο νόημα) διατύπωση ως προς το υπαχθέν στην ένταξη του ΡΣ ...

ακίνητο, προτάθηκε ως λόγος έφεσης από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες, παραπονούμενοι κατά της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ίδιος λόγος ως προς τη δεύτερη αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος υπάρχει, όταν από προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά ή συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την μεταγενέστερη άσκηση του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις.

Εξάλλου, όταν η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8β' ΚΠολΔ, και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τη συνδρομή ή μη το)ν γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την έλλειψη αιτιολογιών ή από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Δεν υπάρχει, όμως, η έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 75/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσειοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναφερόμενες στο άρθρο 559 αρ.8 β' και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, και ειδικότερα ότι το Εφετείο: α) απέρριψε την προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσθήκη των προτάσεων τους αντένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, για την απόκρουση της προβληθείσας ένστασης ιδίας κυριότητας του τελευταίου στην επίδικη εδαφική λωρίδα, την οποία (αντένσταση) επανέφεραν με λόγο έφεσης, χωρίς να λάβει υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της, και συγκεκριμένα: "ότι η Διοίκηση με προγενέστερες πράξεις της αναγνώρισε ότι το επίδικο τμήμα όχι μόνο δεν αποτελεί αιγιαλό αλλά βρίσκεται εντός σχεδίου ως δομήσιμη έκταση, καθώς με το από 28/4/1922 ΒΔ "περί εγκρίσεως σχεδίου ρυμοτομίας του συνοικισμού Ευρυάλης εις θέσιν Γλυφάδα" (ΦΕΚ Α' 64/1922) η περιοχή, στην οποία εντάσσεται και το επίδικο ακίνητο εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού ...

από το έτος 1922, μάλιστα δε η ρυμοτομική γραμμή είχε προσδιορισθεί στο οικόπεδο τους, επί του υπάρχοντος μανδροτοίχου. Έκτοτε δε παρέμεινε εντός αυτού και με το ΠΔ του έτους 1934 (ΦΕΚ 408Α/22.11.34), το οποίο σημειωτέον αναθεώρησε το ρυμοτομικό σχέδιο το 1922 χωρίς να το τροποποιήσει ως προς το συγκεκριμένο σημείο, όπως θα συνέβαινε, εάν η επίμαχη έκταση ιδιοκτησίας τότε Ι.

Ζ. και λοιπών και σήμερα δικής τους βρισκόταν πράγματι εντός ζώνης του αιγιαλού, καθώς είχε ήδη μεσολαβήσει η χάραξη του αιγιαλού το 1923", υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι, εάν το Εφετείο είχε λάβει υπόψη του τα ανωτέρω περιστατικά, προφανώς και θα θεωρούσε ότι αυτά συνιστούν τις αναγκαίες "ειδικές περιστάσεις" που συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτό, μεταβάλλοντας τη στάση του μετά από τη μακρά αδράνεια του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί υπέρ αυτών (αναιρεσειόντων) και β) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης και ανεπάρκειας αιτιολογιών, ως προς τη διάγνωση ή μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.

Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με την αντένσταση των αναιρεσειόντων από το άρθρο 281 ΑΚ δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι μόνη επί μακρό χρονικό διάστημα αδράνεια του εναγομένου δεν καθιστά καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του, εφόσον μάλιστα οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν, ούτε άλλωστε και αποδείχθηκαν, επί πλέον συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αδράνεια συνοδευόταν από ειδικές περιστάσεις που συνδέονταν με προηγούμενη συμπεριφορά του και ότι αυτό, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα τους επιπτώσεις.

Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο απεμπόλησε τα δικαιώματα του στο επίδικο, αφού α) είχε ήδη με πράξεις των οργάνων του καταγράψει, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ως κοινόχρηστη έκταση και δη αιγιαλό, όπως προαναφέρεται και β) εξέδωσε κατά του δικαιοπαρόχου και πατέρα των εναγόντων το με αριθμό 9/2002 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και το με αριθμό 18/2002 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα 1997-2001, το οποίο επικυρώθηκε τελεσίδικα με την 5089/2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου".

Από τις πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο: α) έλαβε υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες ως προς τη συνδρομή των "ειδικών περιστάσεων" που απαιτούνται, μεταξύ άλλων, για τη θεμελίωση της προαναφερθείσας αντένστασης τους, πλην όμως την απέρριψε, διότι έκρινε ότι αυτή δεν ήταν νόμιμη, και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της και β) δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, ο ένατος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ.8β' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πέραν του ότι προβάλλεται κατ' επίφαση, πλήττοντας ουσιαστικά τις μη δεκτικές αναιρετικού ελέγχου πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δέκατο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο απέρριψε τους προβληθέντες ως λόγους έφεσης ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για το ότι : α) το επίδικο βρίσκεται εκτός του αιγιαλού του 1923, β) δεν έγινε ορθή μεταφορά της οριογραμμής του αιγιαλού του 1923 στο διάγραμμα του Λύκου (1985), γ) ολόκληρο το ακίνητο τους μαζί με το επίδικο είχε ενταχθεί στο ΡΣ του συνοικισμού ...

χωρίς να λάβει υπόψη του τα παρακάτω κρίσιμα για την απόδειξη των ισχυρισμών αυτών έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν στην έκκλητη δίκη, και ειδικότερα: 1) το ΒΔ του έτους 1922 (ΦΕΚ Α'64/1922) για την έγκριση του ΡΣ του συνοικισμού ..., 2) το ΠΔ του 1934 (ΦΕΚ 408A'/22.11.34), που αναθεώρησε το ΡΣ του 1922, 3) τις ληφθείσες κατά τα έτη 1937 και 1953 αεροφωτογραφίες Ο.Κ.Χ.Ε., 4) την από Ιανουαρίου 2003 τεχνική έκθεση του μηχανικού Σ.

Α., 5) την από 17/7/2004 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου αγρονόμου μηχανικού Η. Τ., 6) την από 18/4/2005 τεχνική έκθεση του Η. Τ., 7) την από 28/8/2006 τεχνική έκθεση τοπογραφικών εργασιών του ίδιου μηχανικού, 8) το από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό σχέδιο αποτύπωσης της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, επίσης του ίδιου μηχανικού, 9) την από 5/12/2007 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του ίδιου μηχανικού, 10) το από 2/8/2002 ακριβές απόσπασμα του διαγράμματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά,11) το ΚΤ/14564/131/Φ.130/ΟΙΚ/7.4.189 έγγραφο της Διεύθυνσης κτηματολογίου του ΥΠΕΧΩΔΕ, καθώς και το 1075/13.3.2003 έγγραφο της Υδατογραφικής Υπηρεσίας Π.Ν., που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσίβλητο.

Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου ότι σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από την εκτίμηση "όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", ορισμένα των οποίων ενδεικτικώς και μόνον αναφέρονται, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκαν τα πιο πάνω έγγραφα κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/5/2012 αίτηση των Ε. και Ν. Σ. για αναίρεση της 6459/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ