45/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 45 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 45/2010
Legislator headnote
AI generated45/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 45 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 45/2010
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 45 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 45/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Αντωνόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΙΝ ΑΕ - ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυπριωτάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 394/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. ΝΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας, και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ'αυτή εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από τον εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Στις αρχές του έτους 1991 η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία δια των νομίμων οργάνων της αποφάσισε την ίδρυση υποκαταστήματος στην ...και την επανασύσταση και οργάνωση εργοστασίου το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτήν μετά από πλειστηριασμό. Για το σκοπό αυτό, δυνάμει συμβάσεως, η οποία καταρτίστηκε ατύπως μεταξύ του τότε προέδρου του Δ.Σ. της εναγομένης και του ενάγοντος, ο τελευταίος ανέλαβε ως σύμβουλος οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης στην ...και την επανασύσταση και οργάνωση του άνω εργοστασίου της, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής 117.648 δραχμών μηνιαίως, για την οποία ο ενάγων εξέδιδε αντίστοιχη απόδειξη παροχής υπηρεσιών και επιπρόσθετης αμοιβής ποσού 150.000 δραχμών μηνιαίως, ανάλογα με τις παρεχόμενες υπηρεσίες του και εφόσον απαιτούσαν ιδιαίτερη ενασχόληση με τις υποθέσεις αυτής, για την οποία εξέδιδε αντίστοιχη απόδειξη είσπραξης. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων προέβη σε μεταβίβαση των παγίων εγκαταστάσεων και μεταφορικών μέσων στην εναγομένη υπερθερματίστρια, έκδοση αδείας λειτουργίας του εργοστασίου, κατόπιν σχετικής εξουσιοδοτήσεως του Δ.Σ. της τελευταίας, και ολοκλήρωσε το άνω έργο που ανέλαβε. Κατά τη διάρκεια της άνω συμβάσεως η συνεργασία των μερών εξελίχθηκε ομαλά και μεταξύ τους αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης. Έτσι, μετά την ολοκλήρωση του έργου, δυνάμει συμβάσεως, η οποία καταρτίστηκε ατύπως μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων ανέλαβε να προσφέρει προς την εναγομένη τις υπηρεσίες του, οι οποίες συνίσταντο στην αντιπροσώπευση και εκπροσώπευση του άνω υποκαταστήματος της επιχείρησής της (εργοστασίου ...) σε δημόσιους οργανισμούς και πιστωτικά ιδρύματα , στη διαχείριση του ταμείου του εργοστασίου της, υπό την έννοια υπογραφής εντολών πληρωμής και παραστατικών συναλλαγών και στη διεκπεραίωση διαφόρων έργων του κύκλου της δραστηριότητάς της, έναντι καθοριζόμενης εκάστοτε μεταξύ των μερών αμοιβής, για την οποία ο ενάγων εξέδιδε αντίστοιχη απόδειξη παροχής υπηρεσιών, νομίμως θεωρημένη από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., στην οποία περιλαμβανόταν και ο αναλογών Φ.Π.Α. ή υπέγραφε απόδειξη είσπραξης. Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων ο ενάγων προσέφερε τις σχετικές υπηρεσίες του κυρίως στα γραφεία του εργοστασίου της εναγομένης, στη ΒΙ.ΠΕ. ..., αλλά και οπουδήποτε αλλού ήταν αναγκαίο, καθόριζε δε ο ίδιος τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και το αντικείμενο της απασχόλησής του, σε χρόνους προσέλευσης στο εργοστάσιο, που ο ίδιος καθόριζε, χωρίς να έχει υποχρέωση προσέλευσης σε καθημερινή βάση ή σε τακτές ημέρες και να δεσμεύεται από την τήρηση ωραρίου. Κατά την παροχή της εργασίας του δεν υποβαλλόταν στον έλεγχο και την εποπτεία της εργοδότριάς του ως προς το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας που του είχε ανατεθεί και συγκεκριμένα δεν ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της εναγομένης ως προς το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, είχε πρωτοβουλία εκτέλεσης των σχετικών με το αντικείμενο της απασχόλησής του πράξεων, ενώ είχε υποχρέωση μόνο να ενημερώνει, εκ των υστέρων, την εναγομένη, αν το ζητούσε για τις ενέργειές του αυτές και χωρίς πάντως να τελεί υπό οποιονδήποτε έλεγχο και εποπτεία της. Η καταγραφή των εισόδων και εξόδων κατά την προσέλευσή του στο εργοστάσιο της εναγομένης δεν γινόταν στα πλαίσια ασκήσεως ελέγχου τηρήσεως ωραρίου εργασίας εκ μέρους του αλλά για λόγους ασφαλείας, αφού η καταγραφή των ωρών εισόδου και εξόδου αφορούσε όλους τους εργαζομένους και τα στελέχη της εναγομένης, τους διακινητές υλών και ειδών και κάθε τρίτο επισκέπτη. Κατά τη διάρκεια παροχής των υπηρεσιών του στην εναγομένη διατηρούσε παράλληλα και γραφείο παροχής υπηρεσιών συμβούλου οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων επί της οδού ... έχοντας δικαίωμα παροχής υπηρεσιών και σε άλλους πελάτες του. Τα στοιχεία για την παροχή των υπηρεσιών του προς την εναγομένη τα ελάμβανε από τους υπαλλήλους του λογιστηρίου, το Διευθυντή και τους εκάστοτε υπευθύνους των τμημάτων του εργοστασίου της. Η αμοιβή του για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως και 31-12-2001 καθορίστηκε στο ποσό των 210.000 δραχμών ανά τρίμηνο και η επιπρόσθετη αμοιβή του στο ποσό των 250.000 δραχμών μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως και την άσκηση της αγωγής στο ποσό των 710 ευρώ ανά τρίμηνο και η επιπρόσθετη αμοιβή του στο ποσό των 1.100 ευρώ μηνιαίως. Για την αμοιβή που ελάμβανε ανά τρίμηνο εξέδιδε απόδειξη παροχής υπηρεσιών, νομίμως θεωρημένη από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ενώ για την επιπρόσθετη μηνιαία αμοιβή υπέγραφε απόδειξη είσπραξης. Στις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών τις οποίες εξέδιδε εξ αφορμής της παροχής των άνω υπηρεσιών του στην εναγομένη και στο αριστερό επάνω τμήμα τους υπήρχε η εξής έντυπη σημείωση αφορώσα λεπτομερή στοιχεία και επαγγελματική διεύθυνση του ενάγοντος: "Χ1- Σύμβουλος Οργάνωσης Διοίκησης Επιχειρήσεων-... τηλ. ..., Δ.Ο.Υ. ...- Α.Φ.Μ.... και παραπλεύρως έντυπη σημείωση "Νέα Διεύθυνση ...' Δ.Ο.Υ. ...". Κατά τη διάρκεια παροχής των υπηρεσιών του προς την εναγομένη ο ενάγων δεν ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., καίτοι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται και αποδείχθηκε, αποτελούσε αντικείμενο της απασχόλησής του η ασφάλιση του προσωπικού της εναγομένης στον εν λόγω ασφαλιστικό οργανισμό και η διευθέτηση των τυχόν θεμάτων, τα οποία ανέκτυπταν εξ αφορμής της ασφάλισης των εργαζομένων της επιχείρησης σε αυτόν. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. κατόπιν συμφωνίας των μερών, η οποία εξυπηρετούσε τόσο την εναγομένη όσο και τον ίδιο, διότι έτσι απέφευγαν η μεν πρώτη την καταβολή εργοδοτικών εισφορών προς τον άνω ασφαλιστικό οργανισμό ο δε δεύτερος τη δήλωση μέρους του εισοδήματός του προς την εφορία, δεν είναι πειστικός. Ο ενάγων, κατά τη διάρκεια παροχής των υπηρεσιών του στην εναγομένη, ουδέποτε συμπεριέλαβε τον εαυτό του στις υποβαλλόμενες στην Επιθεώρηση Εργασίας καταστάσεις απασχολούμενων μισθωτών στο εργοστάσιο αυτής, καίτοι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται και αποδείχθηκε, αποτελούσε αντικείμενο της απασχόλησής του η σύνταξη και υπογραφή αυτών, μάλιστα δε ρητώς επικαλείται στην αγωγή του ότι οι υποβληθείσες στην άνω υπηρεσία ετήσιες καταστάσεις του έτους 2006 υπεγράφησαν από τον ίδιο κατά μήνα Σεπτέμβριο. Επίσης, ο ενάγων κατά το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στην εναγομένη ουδέποτε έλαβε δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματα αδείας και ισολογισμού, καίτοι, όπως ο ίδιος υποστηρίζει και αποδείχθηκε, αποτελούσε αντικείμενο της απασχόλησής του, η υπογραφή των καταστάσεων μισθοδοσίας των εργαζομένων, ούτε ποτέ διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός αυτό. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι για την κατάρτιση του ισολογισμού έτους 1995 έλαβε ως αμοιβή ποσό 177.900 δραχμών, στην οποία περιλαμβανόταν ο φόρος και το χαρτόσημο που αναλογούσαν (βλ. υπ' αριθμ. ... απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης). Σημειωτέον δε ότι, τόσο στην προαναφερόμενη απόδειξη όσο και στην υπ' αριθμ..... απόδειξη ποσού 237.200 δραχμών που αφορά "αμοιβή για προσφερθείσες υπηρεσίες στην εταιρεία" φέρεται ο ίδιος ο ενάγων ως "λαβών" και ως "ταμίας".Η έννομη αυτή σχέση των διαδίκων λειτούργησε με τον προαναφερόμενο τρόπο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2006, οπότε η συνεργασία τους διακόπηκε, κατόπιν της από 6-12-2006 εξώδικης δήλωσης- διαμαρτυρίας του ενάγοντος προς την εναγομένη, που επιδόθηκε σε αυτήν στις 8-12-2006, με την οποία επικαλούμενος τη μη καταβολή των αποδοχών του των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου έτους 2006 και διαφαινόμενη σταδιακή αποψίλωση των αρμοδιοτήτων του, από συζητήσεις μεταξύ αυτού και των εκπροσώπων αυτής, καθώς και ότι οι ενέργειες αυτές συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων και συνθηκών εργασίας του, ζήτησε την άμεση καταβολή των αποδοχών των άνω μηνών και, εφόσον δεν κρίνεται απαραίτητη η παροχή των υπηρεσιών του στην επιχείρηση της εναγομένης, να προβεί αυτή στην απόλυσή του, με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, προσκαλώντας την τελευταία σε φιλικό διακανονισμό, εντός προθεσμίας πέντε ημερών, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης αυτής, θα προβεί σε δικαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, ενώ στις 14-12-2006 απέστειλε σε αυτήν σχετικό σημείωμα των αξιώσεών του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, η συνδέουσα τον ενάγοντα με την εναγομένη έννομη σχέση, δεν είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου αλλά της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και, ως εκ τούτου δεν υπάρχει αξίωση του ενάγοντος για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεδουλευμένων μισθών, επιδομάτων και δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, εφόσον επί συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ακολούθως, μετά από εξαφάνισε της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε αντιθέτως και εκδίκαση εκ νέου της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτήν κατ' ουσία. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρα 38 του Εισ.ΝΑΚ).Επιπλέον, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των πρoβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Bέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή μη ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον προταθέντα από αυτόν ισχυρισμό ότι ήταν εκτός από διευθυντικό στέλεχος και μισθωτός με πολλαπλές αρμοδιότητες, παρέλειψε να λάβει υπόψη του τη με μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης ...κατά τη δικάσιμο της 13-6-2007, την οποία επικαλέστηκε. Και, περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης περί της ιδιότητάς του ως ταμία αυτής, που προκύπτει από τη με ημερομηνία 17-1-2002 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση προς τον Φ1, πρόσωπο τρίτο προς την υπόθεση, καίτοι είχε νομίμως προταθεί. Ο δεύτερος πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα την παραπάνω κατάθεση. Περαιτέρω, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, προέκυψαν " από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις ...και από όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα, όσον αφορά την επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης το περιεχόμενο της από 17-1-2002 εξώδικης διαμαρτυρίας πρόσκλησης δήλωσης της αναιρεσίβλητης προς τον Φ1, στην οποία η αναιρεσίβλητη διαμαρτύρεται, γιατί προσβάλλει την τιμή και υπόληψη των υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος. Επομένως, και ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11περ. γ' ΚΠολΔ ελέγχεται ως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στα γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει τη προσβαλλόμενη απόφαση, κατά δε το άρθρο 555 ίδιου Κώδικα δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Μετά την άσκηση της αναιρέσεως ο αναιρεσείων μπορεί να ασκήσει πρόσθετους λόγους, με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και με επίδοση αντιγράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για παραβίαση από το Εφετείο του άρθρου 559 αριθμ. 17, 19 και 20 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με το από 19-11-2009 ( μετά τη συζήτηση) συμπληρωματικό υπόμνημα αυτού, είτε ως νέα αναίρεση είτε ως πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-12-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 394/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων ( 700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ