Legislator Case Law & Legislation
45/2009 AI generated

45/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 45/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 2 Ιανουαρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3265/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4735/2001, 6967/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Δεκεμβρίου 2002 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

45/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5.960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 45 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 45/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..... ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΕΠΕ" που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον X, ο οποίος παρέστη και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Σωτήριο Μανιαδάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, που δεν παρέστη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 2 Ιανουαρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3265/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4735/2001, 6967/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Δεκεμβρίου 2002 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 1 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του (μοναδικού) λόγου αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τη με αριθμό ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., επικυρωμένο αντίγραφο της από 24-12-2002 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5.960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλο λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν, όμως, η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος.

Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ.2 του Ν. 5960/1933).

Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.

Τούτο δε, διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.

Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή, δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).

Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.

Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων, ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.

Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.Α.Π. 23/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή επί της οποίας έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη, ιστορούσε η ενάγουσα εταιρεία τα ακόλουθα: "Στον ..... στις 6-4-97, 10-4-97, 21-6-97 και 12-8-97 ο εναγόμενος, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της εταιρείας "..... Α.Β.Ε.Ε.", εξέδωσε σε διαταγή αυτής (ενάγουσας) τέσσερις (4) επιταγές, με αριθ. ....., ....., .....

και ....., ποσού 2.000.000 δραχ. καθεμιάς, εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα και για το λόγο αυτό οι επιταγές αυτές, αν και εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν. Ειδικότερα, οι 2η και 3η των, ως άνω, επιταγών εμφανίσθηκαν, προς πληρωμή, από αυτή (ενάγουσα), κομίστρια των επιταγών αυτών.

Η 1η επιταγή εμφανίσθηκε από την κομίστρια Εμπορική Τράπεζα, στην οποία είχε περιέλθει με οπισθογράφηση "λόγω ενεχύρου" από την εταιρεία "ΒΙΟΠΟΛ ΑΧΒΕ" και σ' αυτή με οπισθογράφηση από την ενάγουσα. Η δε 4η επιταγή εμφανίσθηκε από την κομίστρια Τράπεζα Εργασίας, στην οποία είχε περιέλθει με οπισθογράφηση "λόγω ενεχύρου" από την εταιρεία "ΥΦΕΜ", σ' αυτή (είχε περιέλθει) με οπισθογράφηση από Α και σ' αυτόν με οπισθογράφηση από την ενάγουσα.

Και έτσι αυτή (ενάγουσα), η οποία πλήρωσε στους κομιστές και τις, ως άνω, 1η και 4η επιταγές, που είχε μεταβιβάσει, υπέστη ζημία, από υπαιτιότητα του εναγομένου, ίση με τα ποσά των επιταγών. Ζητεί δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, ως αποζημίωση, τα ποσά αυτά, με το νόμιμο τόκο από την όχληση, που γινόταν την επομένη της ημέρας εμφανίσεως στην Τράπεζα προς πληρωμή κάθε επιταγής, άλλως από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση, και ν' απαγγελθεί κατά του εναγομένου, ως ευθυνόμενου εξ αδικήματος, και προσωπική κράτηση διαρκείας 12 μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως που θα εκδοθεί.

Υπό το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κρίθηκε νόμιμη μονό ως προς την αιτουμένη αποζημίωση λόγω εκδόσεως των 2ης και 3ης των, ως άνω, επιταγών χωρίς αντίκρυσμα, κατά τα άρθρα 914, 297, 298, 341 ΑΚ, 79 Ν. 5960/1933, 1047 και 176 ΚΠολΔ. Ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για την έκδοση των 1ης και 4ης των επιταγών χωρίς αντίκρυσμα η αγωγή, η οποία μοναδική βάση έχει την αδικοπραξία, κρίθηκε ότι πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι αξίωση εξ αδικοπραξίας έχει κατά τις, ως άνω, διατάξεις ο κομιστής της ακάλυπτης επιταγής που την εμφάνισε, εμπροθέσμως, προς πληρωμή, η προσβολή του δικαιώματος του οποίου συντελείται με την παραβίαση του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/33 (βλ.

Α.Π 1760/1990), και όχι ο προηγούμενος αυτού οπισθογράφος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή στον κομιστή και έχει αξίωση κατά προηγούμενου από αυτόν οπισθογράφου ή του εκδότη, όπως στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα, η οποία δύναται ν' ασκήσει κατά του εκδότη (εναγομένου) το δικαίωμα αναγωγής (αρθρ. 40 Ν. 5960/33) ή αγωγή εκ της υποκείμενης σχέσεως ή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (αρθρ. 60 Ν.5960/33), εν συνδρομή των αντιστοίχων προϋποθέσεων".

Έτσι, όμως, κρίνοντας το Εφετείο, υπέπεσε, στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που του αποδίδεται με τον ένα και μοναδικό λόγο αναιρέσεως, ήτοι παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς το ζήτημα της ευθύνης του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία έναντι της αναιρεσείουσας.

Με βάση, λοιπόν, όλα όσα έχουν εκτεθεί, πρέπει ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός ως βάσιμος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δκετή ως βάσιμη και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4735/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές.-

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ