Legislator Case Law & Legislation
45/2006 AI generated

45/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 45/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Εμμανουήλ Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

45/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν και στοιχειοθετηθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι πρέπει γι' αυτό να απορριφθούν ως αόριστοι. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 45 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 45/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Εμμανουήλ Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Εταιρίας με την επωνυμία "…." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Ζλακώνη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μόνον ως προς τους υπό στοιχεία ΙΙα και ΙΙβ λόγους του κεφαλαίου υπό το στοιχείο Α'

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Σ. του Ι., κατοίκου .... Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Σεπτεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2796/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Ιουλίου 2002 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 26 Σεπτεμβρίου 2003 έκθεση του Αρεοπαγίτη Πολύκαρπου Βούλγαρη, ο οποίος κωλύεται να μετάσχει στη σημερινή σύνθεση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την …/8-11-2002 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας … προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την από 24-10-2002 πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 7-10-2003, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο. Επίσης, από την …/21-12-2004 έκθεση επιδόσεως της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει ότι επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της από 11-7-2004 κλήσης της αναιρεσείουσας προς συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη που έχει συνταχθεί κάτω από την κλήση αυτή και έχει ορίσει νέα δικάσιμο την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μετά τη ματαίωση της προηγούμενης συζήτησης. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν αρχίσει η συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 7/1993 ΑΠ 4/1992). Επομένως η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης από τους λόγους της αναιρέσεως υπό στοιχεία ΙΙα και ΙΙβ του κεφαλαίου Α', από το άρθρο 559 αρ.1, 9 και 19 ΚΠολΔ, που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της πριν από τη προφορική συζήτηση της υποθέσεως και καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, είναι νόμιμη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης αλλά μόνον ως προς τους λόγους αυτούς της αναιρέσεως που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρα 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566, παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση με τους υπό στοιχεία ΙΙγ'(κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του), ΙΙδ' (καθ' όλα τα μέρη του) και ΙΙε' (κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του) του κεφαλαίου Α' λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι: 1) περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και συγκεκριμένα δεν αναφέρει πως εκδηλώθηκε η δήλωση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο ότι αποκρούει την παροχή εργασίας του, και επιπλέον παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 349 και 656 ΑΚ, αφού δέχτηκε ότι για την εφαρμογή τους αρκεί η άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, χωρίς να ερευνήσει αν υπήρχε και έγκυρη δήλωση του εργοδότη, 2) δεν αναφέρει ποιο από τα όργανα της αναιρεσείουσας προέβη στη δήλωση περί καταγγελίας της συμβάσεως και αν είχε τέτοια εξουσία από το νόμο και το καταστατικό της, 3) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 349 και 656 ΑΚ, 3 του Ν. 6422/34 και 8 παρ. 2 και 16 του Β.Δ. 16/17 Μαρτίου 1950, αφού δέχτηκε ότι συνέδεε την αναιρεσείουσα και τον αναιρεσίβλητο έγκυρη σύμβαση εργασίας, χωρίς να ερευνήσει, όπως όφειλε κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ και τις ανωτέρω διατάξεις, αν αυτός είχε εφοδιαστεί με άδεια εργασίας, ούτε περιέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει την φερόμενη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.

Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν και στοιχειοθετηθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι πρέπει γι' αυτό να απορριφθούν ως αόριστοι. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν.

Δεν ιδρύεται όμως όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ο εργοδότης καθίσταται από το λόγο αυτό και μόνο υπερήμερος και οφείλει να καταβάλει τις προσήκουσες αποδοχές στον ακύρως απολυθέντα, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, μετά την καταγγελία, αφού στην περί αυτής δήλωση του εργοδότη περιέχεται αυτονοήτως και δήλωση βουλήσεως αυτού ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 1191/1990).

Περαιτέρω, η παράλειψη του ενάγοντος να αναφέρει στην αγωγή με την οποία προβάλλει αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας, τα αναγκαία για το κύρος της συμβάσεως αυτής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι έχει εφοδιαστεί με άδεια εργασίας, όπου αυτή απαιτείται κατά νόμο, δεν καθιστούν την αγωγή αόριστη, ούτε το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής, και μόνον αν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός από τον εναγόμενο, οφείλει ο ενάγων να προτείνει και να αποδείξει ότι έχει τέτοια άδεια.

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι'αυτό ακριβώς νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για την θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους λόγους της αναιρέσεως υπό στοιχεία ΙΙγ (κατά το δεύτερο μέρος του) και

ΙΙε (κατά το τρίτο μέρος του) του κεφαλαίου Α', από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση - με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως και καταβολής μισθολογικών διαφορών- διότι δέχτηκε το Εφετείο: 1) ότι η δήλωση της αναιρεσείουσας περί καταγγελίας της συμβάσεως εμπεριείχε και δήλωση περί αποκρούσεως των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου, και 2) ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας ήταν έγκυρη και συνακόλουθα ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν εφοδιασμένος με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 3 του Ν. 6422/34 και 8 παρ. 2 και 16 του ΒΔ 16/17 Μαρτίου 1950 άδεια εργασίας, χωρίς αυτός να προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό.

Ο πρώτος από τους προαναφερόμενους λόγους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού νομίμως το Εφετείο δέχτηκε ότι στη δήλωση της αναιρεσείουσας περί καταγγελίας της συμβάσεως εμπεριέχεται και δήλωση της βουλήσεως αυτής, ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου, ενώ ο δεύτερος από τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε στο Εφετείο την εγκυρότητα της εν λόγω συμβάσεως, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης γι' αυτό άδειας εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ώστε να ανακύψει η υποχρέωση του τελευταίου να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ήταν εφοδιασμένος με την εν λόγω άδεια.

Επειδή, με τον υπό στοιχεία

ΙΙα λόγο του κεφαλαίου Β' της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του έτους 1999 που δέχτηκε ότι δικαιούται ο αναιρεσίβλητος, υπολόγισε στις τακτικές αποδοχές του και ποσό 20.000 δρχ. για διανυκτερεύσεις εκτός έδρας , μολονότι στην αγωγή του ανέφερε ο ίδιος ότι το ποσό αυτό κατέβαλε τακτικά η αναιρεσείουσα, ως αμοιβή οδοιπορικών. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η αιτία της καταβολής του ως άνω ποσού αναγράφεται εσφαλμένα, από πρόδηλη παραδρομή του Δικαστηρίου, ως αμοιβή για διανυκτερεύσεις εκτός έδρας, αντί της αμοιβής οδοιπορικών που είχε πράγματι επικαλεστεί ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του. Με τον υπό στοιχεία

ΙΙβ του κεφαλαίου Β' λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας, υπολόγισε μεταξύ των τακτικών αποδοχών του αναιρεσίβλητου και μη τακτικές αποδοχές. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αποδοχές που θεωρεί η αναιρεσείουσα μη τακτικές. Με τον υπό στοιχεία ΙΙγ του κεφαλαίου Β' λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι κατά τον καθορισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του έτους 1999 υπολόγισε μεταξύ των τακτικών αποδοχών του αναιρεσίβλητου και υπερωριακή αμοιβή, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία. Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του αναιρεσείοντος, δεν υπολόγισε αμοιβή υπερωριών στις τακτικές αποδοχές του. Με τον υπό στοιχεία

ΙΙδ του κεφαλαίου Β' λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα, ότι επιδίκασε αποδοχές και επίδομα αδείας για το έτος 1999 στον αναιρεσίβλητο, αφού δέχτηκε ότι η σύμβαση εργασίας που είχε συνάψει με την αναιρεσείουσα, λύθηκε με καταγγελία της τελευταίας, ενώ αντιθέτως, στο κεφάλαιο της ίδιας αποφάσεως που αφορά στις αποδοχές υπερημερίας του αναιρεσίβλητου, δέχτηκε ότι η σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του και ειδικότερα το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στις αποδοχές και στο επίδομα αδείας, δεν αναφέρει, ότι η σύμβαση λύθηκε με την καταγγελία της αναιρεσείουσας, ούτε άλλωστε ήταν αναγκαία η παραδοχή αυτή για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου.

Επειδή, με τον υπό στοιχεία ΙΙα. κατά τα τρία πρώτα μέρη του, του κεφαλαίου Γ' λόγο της αναιρέσεως, που εκτιμάται ότι στηρίζεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσείοντα καθαρό μισθό για το μήνα Ιούνιο (365.000 δρχ.) και τις 13 ημέρες του Ιουλίου (152.906 δρχ.), μολονότι εκείνος ζήτησε με την αγωγή του μικτό μισθό για τους μήνες αυτούς.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε ως αποδοχές υπερημερίας για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 1999 "καθαρά" ποσά 450.000 και 200.000 δρχ., αντίστοιχα. Ο ίδιος, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αναφέρει τα μερικότερα κονδύλια, από τα οποία συγκροτούνται οι αποδοχές των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο υπολόγισε στις ως άνω αποδοχές, μόνο το ποσό που δέχτηκε ότι αποτελεί το βασικό μισθό του αναιρεσίβλητου (365.000 δρχ.), χωρίς οποιαδήποτε προσαύξηση.

Επειδή, με τον υπό στοιχεία ΙΙβ.α'και β' του κεφαλαίου Γ' λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο: α) δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 1999, πραγματοποίησε υπερεργασία 23 και 21 ωρών, αντίστοιχα, μολονότι ο ίδιος δεν προέβαλε με την αγωγή του τέτοιο ισχυρισμό, και β) δεν αιτιολόγησε την απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο της υπερεργασίας και συγκεκριμένα δεν ανέφερε το σύστημα εργασίας, με το οποίο εργαζόταν ο αναιρεσίβλητος, ούτε τα περιστατικά από τα οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα είχε κατά το νόμο υποχρέωση να τον απασχολεί επί 5 ή 6 ημέρες την εβδομάδα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι: 1) όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος επικαλείται ότι πραγματοποιούσε κάθε μήνα, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, 32 ώρες υπεργασίας και 2) το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να εργάζεται ο αναιρεσίβλητος επί 5 ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) και από ώρα 08.00'έως 14.00' Επειδή, με τον υπό στοιχεία

ΙΙστ. του κεφαλαίου Γ', κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι υπολόγισε το επίδομα Πάσχα 1999 με βάση τις τακτικές αποδοχές του αναιρεσίβλητου, στις οποίες, εκτός από την αμοιβή για διανυκτερεύσεις εκτός έδρας, περιέλαβε το μισθό και την αμοιβή για υπερωριακή εργασία και υπερεργασία, χωρίς αυτός να επικαλεσθεί στην αγωγή του τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυπτε, ότι οι αποδοχές αυτές ήταν τακτικές.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ότι σε προηγούμενα κεφάλαια αυτής, ο ενάγων ανέφερε τις αποδοχές που του κατέβαλε τακτικά η εναγομένη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο μισθός, η αμοιβή για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και η αμοιβή για υπερεργασία.

Με τον ίδιο, κατά το τρίτο μέρος του λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, αφού επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση και αποδοχές αδείας, συνυπολογίζοντας στις τακτικές αποδοχές του αμοιβή εγκαταστάσεων μηχανημάτων και εκτός έδρας διανυκτερεύσεων, όπως είχε ζητήσει και ο ίδιος με την αγωγή του, ενώ για τον καθορισμό άλλων αποδοχών δεν συνυπολόγισε τις αποδοχές αυτές.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να καθορίσει την αποζημίωση και το επίδομα αδείας που δικαιούται ο αναιρεσείων, υπολόγισε στις τακτικές αποδοχές τα ποσά που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ελάμβανε τακτικώς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι προαναφερόμενες αμοιβές, τις οποίες δεν είχε περιλάβει στο κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε το επίδομα Πάσχα.

Τέλος, με τον ίδιο, κατά το τέταρτο μέρος του λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ , προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 ΑΚ, 3 παρ. 1 Ν. 2112/20 και 1, 2. και 3 του Ν. 539/45, γιατί δέχτηκε ότι η αμοιβή που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος για την υπερεργασία και την υπερωριακή εργασία που πραγματοποιούσε συγκαταλέγεται στις τακτικές αποδοχές του.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 3 ΑΝ 539/45, και 1 παρ. 2 του Ν. 1082/80, ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, υπό την προϋπόθεση ότι δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Στις τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται, επίσης, και η αποζημίωση για εκτός έδρας διανυκτερεύσεις, εφόσον παρέχεται τακτικώς και σταθερώς (ΑΠ 287,289/1994). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 και 6 της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, για την εργασία των υπαγομένων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά το Σάββατο και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ.1 του Ν.Δ. 1037/1971 καθορίσθηκε σε οκτώ (8) ώρες, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, (άρθρ. 904 επ.

ΑΚ), ενώ για την εργασία που παρέχεται πέραν του οκταώρου, η οποία αποτελεί υπερωρία, οφείλεται αμοιβή κατά τις περί αυτής διατάξεις. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω Ν. 435/1976, μισθωτοί απασχολούμενοι νομίμως, πέραν των επιτρεπομένων για κάθε κατηγορία ανωτάτων χρονικών ορίων διαρκείας της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενον ωρομίσθιο, αυξημένο τουλάχιστον:

α) κατά 25% για τις πρώτες 60 ώρες, β) κατά 50% για τις πέραν των 60 και μέχρι τις 120 ώρες και γ) κατά 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως. Επί παροχής παράνομης υπερωριακής εργασίας οφείλεται στο μισθωτό κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ) το ποσό που θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού.

Εξάλλου, o από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται από τη διάταξη που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του: 1) κατά τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του αναιρεσίβλητου, δέχτηκε ότι οι τακτικές αποδοχές του κατά το έτος 1999 ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 485.000 δρχ. μηνιαίως, αφού προσέθεσε μεταξύ άλλων, την καταβαλλόμενη τακτικώς αμοιβή υπερεργασίας (50.000 δρχ.), και την αμοιβή για εγκαταστάσεις μηχανημάτων (50.000 δρχ.), χωρίς να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία ως προς το χρόνο παροχής της υπερεργασίας και της εργασίας για εγκαταστάσεις μηχανημάτων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πράγματι ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε τακτικώς και σταθερώς αμοιβή για τις ανωτέρω αιτίες, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η αμοιβή αυτή δεν περιλαμβάνεται σε όλες τις μηνιαίες αποδοχές που δέχτηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι δικαιούται ο αναιρεσίβλητος από 1-3-1999 έως 13-7-1999, ούτε προκύπτει ότι τα ως άνω ποσά αποτελούν το μέσο όρο των αντίστοιχων αποδοχών που έλαβε αυτός κατά το έτος 1999, 2) επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για την παροχή της εργασίας του κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 1999 ποσό 20.000 δρχ.

για οδοιπορικά και 60.000 δρχ. για διανυκτερεύσεις και κατά το μήνα Μάιο 20.000 δρχ. για οδοιπορικά και 270.000 δρχ. για διανυκτερεύσεις, χωρίς να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία στην απόφασή του, ως προς τον αριθμό των εκτός έδρας μεταβάσεων και διανυκτερεύσεων, καθώς και τη δικαιούμενη αμοιβή, 3) επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αμοιβή 64.800 δρχ.

για εργασία 4 Σαββάτων, χωρίς να προσδιορίσει αν η εργασία του παρασχέθηκε εντός του 8ώρου ή πέραν αυτού, 4) επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, ως επίδομα Πάσχα 1999, δρχ. 234.434 δρχ., υπολογίζοντας στις τακτικές αποδοχές του και διανυκτερεύσεις εκτός έδρας, χωρίς να προσδιορίσει το ποσό που αντιστοιχεί στην αιτία αυτή, και 5) επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για υπερωριακή εργασία 94 ωρών του Μαρτίου και 99 ωρών του Απριλίου 411.720 και 433.620 δρχ., αντίστοιχα, χωρίς να αναφέρει αν πρόκειται για νόμιμες ή παράνομες υπερωρίες, ούτε και αν - προκειμένου για τις παράνομες υπερωρίες- η αναιρεσείουσα θα κατέβαλε το ίδιο ωρομίσθιο σε άλλο μισθωτό, που θα παρείχε σ' αυτήν την ίδια εργασία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα.

Επομένως, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όπως βασίμως υποστηρίζεται με τους υπό στοιχεία ΙΙγ του κεφαλαίου Β', ΙΙγ (κατά το τέταρτο μέρος του), ΙΙδ, ΙΙε και ΙΙστ (κατά το δεύτερο μέρος του) του κεφαλαίου Γ' αντίστοιχους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα μέρη, καθώς και εκείνα που επηρεάζονται από αυτά και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2796/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά τα αντίστοιχα μέρη της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ