Legislator Case Law & Legislation
459/2023 AI generated

459/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 459/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοντοζαμάνη και κατέθεσαν προτάσεις.A

Legislator headnote

AI generated

459/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): S..A. και Ο. Α. Υ. Α.) υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ).

Keywords

AI generated
claim for insurance benefits compliance with statement requirements missing case documents travel insurance travel documents insurance policy
AI generated
1807/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29/12/2008 και από 27/1/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν.
1592/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Των καθών η κλήση-αναιρεσιβλήτων : 1. X1 2. ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 3. X2 4. ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «... Ο.Ε.», που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπδημητρίου, 5. Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία «Εθνική Πρώτη Ασφαλιστική - Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, 6. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία «Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Βάνια - Δέδε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 7. Αλλοδαπής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία «MIC - MOTOR INSURANCE COMPANY», που εδρεύει στην Σόφια Βουλγαρίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
2220/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 29-9-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1733/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-4-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 23-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
2272/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1947/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2247/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/5/2008 αίτησή της.
145/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 459 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 459/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α'. Της αναιρεσείουσας:

Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "D. A. S.", που εδρεύει στην Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Καραμαριά, που ανακάλεσε την από 3/12/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοντοζαμάνη και κατέθεσαν προτάσεις.A

Β'. Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Δρούγκα και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "D. A. S.", που εδρεύει στην Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Καραμαριά, που ανακάλεσε την από 3/12/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Α. Υ. Α..Ε..", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την διορισθείσα εκκαθαρίστριά της Εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Κ. Α. Δ. Ε. Κ. Π." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Καράμπελα και Αντιγόνη Κίσσα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Στυλιανού, που ανακάλεσε την από 12/11/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 4) Εταιρείας με την επωνυμία "X. I. C. S.", που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "A. C. S. A. S.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαράντη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/8/2004 (2) αγωγές και τις από 3/2/2014 (2) παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων και τις από 30/8/2005 (2) πρόσθετες παρεμβάσεις της τρίτης αναιρεσιβλήτου της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1127/2011 εν μέρει οριστική και 3475/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3466/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Α' αναίρεσης με την από 11/6/2020 αίτησή της και τους από 31/10/2021 πρόσθετους λόγους αυτής καθώς και οι αναιρεσείοντες της υπό στοιχ. Β' αναίρεσης με την από 25/9/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 KΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 KΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 293/2015, ΑΠ 182/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-12-2021) συζητήθηκαν: α) Η από 11-6-2020 αίτηση αναίρεσης και το από 31-10-2021 δικόγραφο προσθέτων λόγων, της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "D. A. S..A.", κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Ι. Α. του Γ.

και Γ. Σ. του Κ.. Και, β) η από 25-9-2020 αντίθετη αίτηση αναίρεσης των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της ως άνω εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου εταιρίας, καθώς και κατά των εταιριών με την επωνυμία"Ο. Α. Υ. Α." (που τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται από την εκκαθαρίστρια Ε. Κ. Α. Δ. Ε. Κ. Π.), Ε.

Α. και Α. C. S. A. S.", που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 3466/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 KΠολΔ, αφού είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Με τις κρινόμενες από 11-6-2020 και από 25-9-2020 αιτήσεις αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 3466/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας τις εφέσεις και προσθέτους λόγους των αναιρεσειόντων-εκκαλούντων-εναγόντων, κατά των υπ' αριθ... 1127/2011 και 3457/2015 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχαν απορρίψει τις από 25-8-2004 αγωγές τους και τις από 3-2-2014 παρεμπίπτουσες αγωγές τους αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας και επίδειξης εγγράφων, δέχθηκε αυτές τυπικά και κατ` ουσίαν, και αφού εξαφάνισε τις ως άνω αποφάσεις, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας τις ως άνω αγωγές των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων απέρριψε τις παρεμπίπτουσες αγωγής ως αόριστες, ενώ δέχθηκε τις κύριες αγωγές εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες και αναγνώρισε ότι η πρώτη και τρίτη των εναγομένων (D.

A. S..A. και Ο. Α. Υ. Α.) υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ).

Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 9-7-2018 και οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης κατατέθηκαν στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 26-6-2020 και 28-9-2020 αντίστοιχα, μη υπολογιζομένου (αναφορικά με την υπό στοιχ. β' αίτηση αναίρεσης) του χρονικού διαστήματος της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας (από 13-3-2020 έως 31-5-2020), για την καταπολέμηση της μετάδοσης και της εξάπλωσης της πανδημίας του κορονοϊού (covid-19) και επί πλέον υφισταμένης και παράτασης της αναστολής της προθεσμίας άσκησης ένδικων μέσων μέχρι την παρέλευση επιπλέον τριάντα (30) ημερών από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρο 74 §1 ν. 4690/2020).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 74 ν. 4690/2020 "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης" "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 ν. 4963/2022 (30-7-2022) "Πεδίο εφαρμογής της αναστολής των προθεσμιών που εισήχθησαν με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021", ορίζεται ότι: "1.

Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 3466/9-7-2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (10-7-2018), άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ), η οποία, ανεστάλη κατά το χρονικό διάσημα από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), η δε αναστολή της προθεσμίας της παρατάθηκε μέχρι να παρέλθουν τριάντα ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της την 28-9-2020, ήτοι καταληκτική ημερομηνία για την άσκηση της υπό στοιχ. (β') αίτησης αναίρεσης ήταν η 28-10-2020, εφόσον δε κατατέθηκε την 28-9-2020 ασκήθηκε εμπροθέσμως.

Περαιτέρω, για την άσκησή τους καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), με την επισήμανση ότι αναφορικά με την υπό στοιχ. (β') αίτηση αναίρεσης το παράβολο κατατέθηκε την 3-12-2021, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (28-9-2020), αλλά πριν από τη συζήτησή της (6-12-2021), όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αναίρεσης και της σχετικής επισημείωσης του αρμόδιου γραμματέα επί της έκθεσης κατάθεσης, μη υφισταμένου απαραδέκτου εκ του γεγονότος αυτού, εφόσον το απαράδεκτο που προβλέπεται από το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.

γεννάται από τη μη κατάθεση του παραβόλου και όχι από τη μη εμπρόθεσμη κατάθεσή του (ΑΠ 881/2019, ΑΠ 341/2015) και συνεπώς είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ). Παραδεκτό εξάλλου είναι και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της υπό στοιχ. (α) αίτησης αναίρεσης, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-11-2021, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 122/1-11-2021 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμόδιου Γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους την 2-11-2021 (βλ.τις υπ` αριθ... 5671/2-11-2021 και 5667/2-11-2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ.

Ν.) (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα των αιτήσεων αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, τα οποία συνεκδικάστηκαν κατά τα άνω να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 25-9-2020 ΥΠΟ ΣΤΟΙΧ. Β' ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ, Ι.

Α. του Γ. και Γ. Σ. του Κ..

ΙΙ. Α'. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ... 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ... 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας(ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 192/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για να είναι η αίτηση αυτή ορισμένη πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν ειδικώς τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη. Πρέπει να προσδιορίζεται το έγγραφο του οποίου ζητείται η επίδειξη και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, η εντεύθεν δε αοριστία δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο διάδικος μπορεί ή πρέπει να κατέχει το έγγραφο αυτό και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 808/2015). Εξάλλου, οι προβλεπόμενοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 777/2017, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 100/2007).

Β'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 KΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1331/2019).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια ιδρύεται, μόνο όταν ο κανόνας που φέρεται, ότι έχει παραβιαστεί, είναι ουσιαστικού δικαίου. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται η παραπάνω πλημμέλεια, όταν οι κανόνες που φέρονται, ότι έχουν παραβιαστεί, είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 320/2012, ΑΠ 22/2012). Δικονομικού δικαίου διάταξη, η παράβαση της οποίας δεν ιδρύει, λόγω της φύσης της αυτής, την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι και εκείνη του άρθρου 116 KΠολΔ (ΑΠ 1675/2022, ΑΠ 1331/2019, ΑΠ 1713/2014, ΑΠ 177/2010), σύμφωνα με την οποία "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους, η παράβαση του οποίου μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών (ΑΠ 761/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο (Δ) λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η αναιρετική από το άρθρο 559 αριθ. 14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τις από 3-2-2014 δύο παρεμπίπτουσες αγωγές τους, ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, αναφορικά με το αίτημα περί της επίδειξης εγγράφων που οι ίδιοι παραδεκτά είχαν περιλάβει στα ως άνω δικόγραφα, το οποίο (αίτημα) απορρίφθηκε για το λόγο αυτό τόσο πρωτοδίκως όσο και με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο απέρριψε το σχετικό λόγο των εφέσεών τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με τις από 3-2-2014 δύο παρεμπίπτουσες αγωγές τους στρεφόμενες κατά της πρώτης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, "D. A. S.", "Ε. Α." και "A. C. S. A. S." αντίστοιχα, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες στην επίδειξη εγγράφων και δη του εγγράφου με τίτλο "Τελική Απόδειξη και Πλήρης Εξόφληση Απαιτήσεων", την εξοφλητική απόδειξη που υπέγραψαν οι συγγενείς του Π.

Π., το πλήρες κείμενο του υπ' αριθ... ….. ασφαλιστηρίου και την εξοφλητική απόδειξη (ή το φέρον οποιαδήποτε άλλη ονομασία σχετικό έγγραφο), που υπέγραψε η B. A., επανέφεραν δε το αίτημά τους αυτό με το τέταρτο λόγο των εφέσεών τους, με τον οποίο παραπονούντο για την από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απόρριψη ως αόριστων των παρεμπιπτουσών αγωγών τους για επίδειξη των άνω εγγράφων από μέρους των αναιρεσιβλήτων.

Συγκεκριμένα, το αίτημα επίδειξης εγγράφων προβλήθηκε με τα δικόγραφα των παρεμπιπτουσών αγωγών, τα οποία είχαν το εξής κατά λέξη, όμοιο για κάθε αγωγή, περιεχόμενο: "Επειδή, προς απόδειξη των ανωτέρω λυσιτελών ισχυρισμών μου, οι οποίοι κατατείνουν στην απόρριψη των ισχυρισμών της D. περί δήθεν έλλειψης ευθύνης της και στην παραδοχή των ισχυρισμών μου για τις βαρύτατες ευθύνες της για το ένδικο ατύχημα, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μου χορηγήσουν τα ακόλουθα ευρισκόμενα στην κατοχή τους έγγραφα : - Το έγγραφο με τίτλο "Τελική Απόδειξη και Πλήρης Εξόφληση Απαιτήσεων", την οποία υπέγραψαν, στις 30-12-2003, οι ανωτέρω συγγενείς του θανατωθέντος, κατά το ίδιο ατύχημα, Π.

Π. (ήτοι, οι Χ. χήρα Π. Π., Ε. Π., Α. Π., Δ. Π., Ν. Π., Ε. Π. και Α. ... Π.), κατά την είσπραξη από ή εξ ονόματος της Ο. Α. ΑΕ και της Εθνικής ΑΕΕΓΑ του αναφερόμενου σε αυτήν ποσού ύψους 1.341.205 ευρώ, για τις απαιτήσεις τους από τον θάνατο του Π. Π. κατά το ένδικο ατύχημα.-Την εξοφλητική απόδειξη την οποία υπέγραψαν κατά την είσπραξη του ανωτέρω πρόσθετου ποσού το οποίο έλαβαν για τον θάνατο του Π.

Π. κατά το ένδικο ατύχημα, με την οποία και παραιτήθηκαν από τις αξιώσεις τους κατά της D.. A. SA από το ένδικο ατύχημα, καθώς και από το δικόγραφο και το δικαίωμα της υπ' αριθ... 16943/986/2005 αγωγής που είχαν ασκήσει κατά της D.. A. SA, - Το πλήρες κείμενο του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου ("Συμβόλαιο Ασφάλισης Αστικής Επαγγελματικής Αεροναυτικής Ευθύνης", περιλαμβανομένων των Κοινών Γενικών Όρων, των Πρόσθετων Συμβάσεων και των Ειδικών όρων), το οποίο έχει καταρτίσει η D..

A. SA (ως συμβαλλόμενη και ασφαλιζόμενη), με τις εναγόμενες και συγκεκριμένα με 1) την εδρεύουσα στη Γαλλία ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία A. G. R./A., (η οποία μετονομάσθηκε σε A. C. S. A. S." και 2) την εδρεύουσα στη Γαλλία ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία A. (A. F. A.) το οποίο είχε αρχική συμβατική διάρκεια τριών ετών, ήτοι από την 1-07-1997 έως και την 30-06-2000, - Την εξοφλητική απόδειξη (ή οποιαδήποτε άλλη ονομασία φέρει το σχετικό έγγραφο), την οποία υπέγραψε η ανωτέρω αεροσυνοδός κ.

B. A., βάσει της οποίας της καταβλήθηκε χρηματική αποζημίωση και διευθετήθηκαν εξωδίκως και συμβιβαστικώς οι αγωγικές αξιώσεις της κατά της D.. A. SA, σε συνέχεια του τραυματισμού της εντός αεροσκάφους τύπου ΦΑΛΚΟΝ το οποίο έλαβε χώρα στις 9-10-1999 στις ΗΠΑ". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως προς το εν λόγω αίτημα των δύο παρεμπιπτουσών αγωγών τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, οι ενάγοντες των κυρίων αγωγών με τις από 3.2.2014 παρεμπίπτουσες αγωγές (αριθ καταθ 428/2014 της παρεμπίπτουσας αγωγής του ενάγοντος Ι.

Α. και αριθ καταθ 429/2014 της παρεμπίπτουσας αγωγής του ενάγοντος Γ. Σ.) κατά των ανώνυμων εταιρειών "D.. A. SA", "Α. C. S. A. SA" και "Α. Η. Ε.", με όμοιο κατά τα ουσιώδη στοιχεία περιεχόμενο, εκθέτουν ότι έλαβαν γνώση μεταγενέστερα της άσκησης των κύριων αγωγών τους ότι η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη, που είχε ασφαλιστεί στη δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη και στην A. (A.

F. A.) έχει αποδεχθεί έμπρακτα την ευθύνη της για το τραγικό ατύχημα, καταβάλλοντας η μεν τρίτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη, σε συμφωνία με την πρώτη εναγομένη, πρόσθετο χρηματικό ποσό προς την οικογένεια του θανατωθέντος στο ατύχημα Π. Π., καθώς επίσης και σε άλλο, παρόμοιο με το επίδικο, ατύχημα που συνέβη στις ΗΠΑ στις 9.10.99, κατά το οποίο τραυματίστηκε η αεροσυνοδός B.

A., στην οποία κατέβαλε η πρώτη εναγόμενη δια των ασφαλιστικών εταιρειών της χρηματικό ποσό για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, αιτούμενοι να τους χορηγηθούν τα αναφερόμενα σ' αυτές έγγραφα. ... Στη συνέχεια, οι μη αυτοτελείς παρεμπίπτουσες αγωγές επίδειξης εγγράφων πρέπει να απορριφθούν, καθόσον δεν γίνεται επίκληση ότι τα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή των εναγομένων, καθώς επίσης δεν γίνεται σαφής προσδιορισμός του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, τα οποία πρέπει να είναι πρόσφορα για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού των εναγόντων ή ανταπόδειξη, παρά τα αντίθετα ισχυριζόμενα από τους ενάγοντες.

Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται ποια εκ των εγγράφων των οποίων ζητείται η επίδειξη βρίσκεται στην κατοχή καθεμίας εκ των εναγόμενων, στοιχείο απαραίτητο τόσο για το ορισμένο των σχετικών αγωγών όσο και για το εφικτό της εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί. Επιπλέον, ως προς το δεύτερο εκ των αιτούμενων προς επίδειξη εγγράφων, δηλαδή την εξοφλητική απόδειξη που υπέγραψαν τα μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντος κατά το ένδικο ατύχημα Π.

Π., για την εκ μέρους τους είσπραξη πρόσθετου χρηματικού ποσού, προκειμένου να παραιτηθούν από το δικαίωμα και το δικόγραφο της με αριθ καταθ 986/2005 αγωγής τους σε βάρος της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης, δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ως προς το περιεχόμενό του και δη την ημερομηνία σύνταξης και υπογραφής του το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που προέβη στην καταβολή προς τους συγγενείς του Π.

Π. το επικαλούμενο από τους ενάγοντες πρόσθετου χρηματικού ποσού, το ύψος του συνολικά καταβληθέντος σε αυτού ποσού, καθώς και το επίμαχο χρηματικό ποσό που καταβλήθηκε σε κάθε δικαιούχο συγγενή του ανωτέρω αποβιώσαντος, αλλά, αντίθετα όλες αυτές, αναφέρεται ότι στην οικογένεια του Π. Π. καταβλήθηκε πρόσθετο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης από την τρίτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη, σε συμφωνία με την πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη και/ή τις ασφαλιστικές εταιρίες και πάντως σε πλήρη συμφωνία μεταξύ τους.

Περαιτέρω, ως προς το τρίτο αιτούμενο να επιδειχθεί έγγραφο, δηλαδή το πλήρες κείμενο του ... ασφαλιστηρίου ('Συμβόλαιο Ασφαλίσεως Αστικής Επαγγελματικής Αεροναυτικής Ευθύνης' περιλαμβανομένων των Κοινών Γενικών Όρων, των Πρόσθετων Συμβάσεων και των Ειδικών Όρων) το οποίο φέρεται ότι έχει καταρτίσει η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη, ως συμβαλλόμενη και ασφαλιζόμενη με τη δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, καθώς και με την ασφαλιστική εταιρεία "A.

F. A." (AFA) και το οποίο (ασφαλιστήριο) είχε αρχική συμβατική διάρκεια 3 ετών, δεν περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με ορισμένα αντικείμενο απόδειξης των κύριων αγωγών, ενώ περαιτέρω όταν εκτίθενται και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον τους, δηλαδή το εν λόγω έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού τους ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου τους.

Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι έχουν εκ του νόμου ευθεία αγωγή καθ' οποιασδήποτε ασφαλιστικής εταιρίας με την οποία η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης της αστικής της ευθύνης έναντι τρίτων, ούτε άλλωστε επικαλούνται ότι έχει συναφθεί τέτοια σύμβαση, που λειτουργεί υπέρ αυτών, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου.

Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες δεν εκθέτουν με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά εκείνα, ώστε να δικαιολογήσουν το απαιτούμενο για την επίδειξη του εν λόγω εγγράφου, έννομο συμφέρον τους. Τέλος, ως προς το τέταρτο αιτούμενο να επιδειχθεί έγγραφο, δηλαδή την εξοφλητική απόδειξη (ή το φέρον οποιαδήποτε άλλη ονομασία σχετικό έγγραφο), που υπέγραψε η B.

A. και από την οποία αποδεικνύεται η καταβολή σε αυτήν χρηματικής αποζημίωσης και η εξώδικη συμβιβαστική διευθέτηση των αγωγικών της αξιώσεων κατά της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης, ένεκα του τραυματισμού της εντός αεροσκάφους ίδιου τύπου με το επίδικο, σε αντίστοιχο αεροπορικό ατύχημα, που έλαβε χώρα στις ΗΠΑ στις 9.10.99, δεν εκτίθεται οποιοδήποτε προσδιοριστικό στοιχείο του εγγράφου αυτού, όπως η ημερομηνία σύνταξής του, το ποσό της φερόμενης ως καταβληθείσας στην ανωτέρω B.

A. αποζημίωσης, καθώς και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προέβη στην εν λόγω καταβολή. Επίσης, δεν προσδιορίζονται οι αξιώσεις της φερόμενης ως παθούσας στο αρμόδιο δικαστήριο των ΗΠΑ, που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων διευθετήθηκαν εξωδικαστικά ούτε και τις συνθήκες του αεροπορικού ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη το εν λόγω πρόσωπο, καθώς και η ευθύνη της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης ως προς τα αίτια της πρόκλησης του ατυχήματος αυτού, ώστε να θεμελιωθεί και το έννομο συμφέρον προς επίδειξη του συγκεκριμένου εγγράφου.

Ακολούθως, λόγω της απόρριψης των ανωτέρω παρεμπιπτουσών αγωγών περί επίδειξης εγγράφων ως απαραδέκτων, παρέλκει η εξέταση του συναφούς αιτήματος περί επιβολής στις παρεμπιπτόντως εναγόμενες χρηματικής ποινής, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΑ, ένεκα της εκ μέρους τους μη τήρησης του καθήκοντος αλήθειας, δεδομένου ότι λόγω ακριβώς του απαράδεκτου των σχετικών παρεμπιπτουσών αγωγών δεν δύναται το Δικαστήριο να ερευνήσει την ουσία των ισχυρισμών των εναγόντων και να μορφώσει δικανική πεποίθηση για τη δικονομική συμπεριφορά των παρεμπιπτόντως εναγόμενων, που έχει άμεση σχέση με το αίτημα της επίδειξης εγγράφων, παρά των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων- εναγόντων που περιέχονται στον τελευταίο λόγο των εφέσεων τους. ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού πράγματι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιόριζαν ποιος συγκεκριμένα κατέχει τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη, ούτε προσδιόριζαν με σαφήνεια το περιεχόμενο τους, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, καθώς και το έννομο συμφέρον τους προς τούτο.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το πρώτο σκέλος του λόγου αναίρεσης, με το οποίο επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), συνιστάμενη σε παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 450 § 2 και 451 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτο, διότι οι διατάξεις αυτές, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δε φέρουν το χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, αλλά αμιγώς δικονομικού και δεν ελέγχονται αναιρετικά(ΟλΑΠ21/1994, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 370/2014).

Περαιτέρω, με τον πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 KΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι, με το να απορρίψει το αίτημα των παρεμπιπτόντως εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, περί επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, λόγω παραβίασης εκ μέρους των τελευταίων του προβλεπόμενου στο άρθρο 116 ΚΠολΔ καθήκοντος αληθείας, αναφορικά με την κατοχή των υπό επίδειξη εγγράφων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 116 και 205, αφού η καταστολή της αθέμιτης διεξαγωγής της δίκης και εντεύθεν η εκ του λόγου αυτού επιβολή της ποινής τάξης σε βάρος του εναγομένου δεν εξαρτάται από το παραδεκτό ή μη της εναντίον του αγωγής.

Ο λόγος αυτός, για παραβίαση από το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του των διατάξεων του άρθρου 116 KΠολΔ, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη (

ΙΙ Β' μέρος), διότι, η αποδιδόμενη αιτίαση αφορά σε παραβίαση κανόνων δικονομικού (άρθρα 116, 205 του ΚΠολΔ) και όχι ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης, η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του άνω λόγου αιτίαση από τον αριθμό 14 άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι ομοίως απαράδεκτη, διότι η κύρωση του άρθρου 116 είναι η χρηματική ποινή του άρθρου 205 του ίδιου Κώδικα και όχι το απαράδεκτο.

Επιπροσθέτως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των εναγόντων περί επιβολής χρηματικής ποινής λόγω παραβίασης του καθήκοντος αληθείας εκ μέρους των εναγομένων, ενώ, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ), το Εφετείο έκρινε ότι, εξαιτίας της αοριστίας των παρεμπιπτουσών αγωγών περί επίδειξης εγγράφων και του εκ του λόγου τούτου απαραδέκτου αυτών, παρέλκει η έρευνα του συναφούς αιτήματος περί επιβολής στους παρεμπιπτόντως εναγόμενους χρηματικής ποινής εξαιτίας της εκ μέρους τους μη τήρησης του καθήκοντος αληθείας αναφορικά με την κατοχή των εγγράφων.

Σε κάθε δε περίπτωση, ενόψει της απόρριψης του ως άνω τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, περί εσφαλμένης απόρριψης των δύο παρεμπιπτουσών αγωγών περί επίδειξης εγγράφων, και της συνακόλουθης συναφούς αμετάκλητης κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης περί αοριστίας του αιτήματος επίδειξης εγγράφων, παρέλκει η έρευνα και του συναφούς πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο κατά τα άνω προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης εκ μέρους των εναγομένων του επιβαλλόμενου από το άρθρο 116 ΚΠολΔ καθήκοντος αληθείας, αναφορικά με την κατοχή των υπό επίδειξη εγγράφων, αφού μετά την αμετάκλητη απόρριψη των παρεμπιπτουσών αγωγών περί επίδειξης εγγράφων, δεν τίθεται θέμα επιβολής χρηματικής ποινής εξαιτίας παραβίασης του καθήκοντος αληθείας αναφορικά με την κατοχή των εγγράφων αυτών, για τα οποία όμως δεν διερευνάται πλέον η υποχρέωση των εναγομένων να τα προσκομίσουν στο δικαστήριο.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 KΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 32/2017, ΑΠ 14/2017).

Το καθιερούμενο ως άνω απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 763/2017, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 64/2017). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ.

α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 791/2018, ΑΠ 1289/2017, 1002/2017, 692/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/ 2019), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 793/2015) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 KΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 KΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 KΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 59/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχ. Ζ λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον αγωγικό ισχυρισμό τους που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, συνιστάμενο στο ότι δικαιούνται μεταξύ άλλων και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την σε βάρος τους αδικοπραξία, εξαιτίας, όχι μόνον της άμεσης διακινδύνευσης της ζωής τους κατά το ένδικο αεροπορικό ατύχημα και της συντονισμένης προσπάθειας των εναγομένων για συγκάλυψη των ευθυνών τους και απόδοσης του ατυχήματος σε λανθασμένους χειρισμούς των εναγόντων, αλλά επί πλέον και εξαιτίας της μείωσης της επαγγελματικής τους φήμης, λόγω άσκησης σε βάρος τους ποινικής δίωξης και αφαίρεσης των πτυχίων τους, ισχυρισμό τον οποίο ουδόλως έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος για το λόγο αυτό ως απαράδεκτος, διότι δεν περιέχει τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση απαιτούμενα στοιχεία. Ειδικότερα ενόψει του γεγονότος ότι προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο εν λόγω αγωγικός ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε επαναφερθεί παραδεκτά (με λόγο έφεσης) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, καθώς και ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης, στοιχεία που ουδόλως αναφέρονται εν προκειμένω, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται νομότυπη προβολή του λόγου αυτού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 KΠολΔ.

ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 895/2011).Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποιων αποδεικτικών μέσων έγινε χρήση για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019).

Αρκεί, λοιπόν, κατ` αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, παρέλειψε να αναφέρει κάποιο είδος αποδεικτικού μέσου ή αν, παρά τη γενική βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις αιτιολογίες της, δημιουργείται αμφιβολία αν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (συνήθως έγγραφο), αν αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 1203/2013, ΑΠ 847/2011, ΑΠ 1130/2010, ΑΠ 131/2005), δηλαδή, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο (κυρίως έγγραφο) δεν αντικρούεται ούτε σχολιάζεται στην απόφαση (ΑΠ 970/2017, ΑΠ 1700/2011, ΑΠ 507/2010).

Ειδικώς, ναι μεν η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή του αθωωθέντος από την αστική ευθύνη, ακόμη και αν ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατικά της αστικής δίκης με αυτά της προηγηθείσας ποινικής τοιαύτης, το πολιτικό δικαστήριο, όμως, έχει υποχρέωση, να συνεκτιμήσει την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, λόγω της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου και να την αξιολογήσει, ως ισχυρό τεκμήριο, χωρίς να διαλαμβάνει κρίσεις που να σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του κατηγορουμένου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης της ορθότητας της απαλλακτικής απόφασης (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 7/2022, ΑΠ 964/2020, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 365/2019, ΑΠ 125/2018, ΑΠ 808/2017, ΑΠ 806/2017, ΑΠ 213/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ως άνω υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και δη περί της συνυπαιτιότητας των αναιρεσειόντων-εναγόντων σε ποσοστό 80% στην επέλευση του ένδικου αεροπορικού ατυχήματος, δεν έλαβε υπόψη του, άλλως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, πλέον των άλλων και τα υπ` αυτών νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, με τις έγγραφες προτάσεις τους, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, προς υποστήριξη των ένδικων αγωγών τους, με τις οποίες αυτοί ισχυρίστηκαν ότι οι εναγόμενες εταιρίες είναι αποκλειστικά υπαίτιες του επισυμβάντος αεροπορικού ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου αυτοί (αναιρεσείοντες) υπέστησαν μεταξύ άλλων και ηθική βλάβη, ήτοι:

α) την 4252/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο πρώτος αναιρεσείων αναφορικά με τις κατηγορίες που άπτονται του χειρισμού του μοιραίου αεροσκάφους κατά το ατύχημα, ήτοι κρίθηκε αμετάκλητα ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στην πρόκληση του ατυχήματος και στον εντεύθεν άμεσο κίνδυνο της ζωής του, συνεπεία του οποίου υπέστη ηθική βλάβη, την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε με την αγωγή του και β) την 63928/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο δεύτερος αναιρεσείων αναφορικά με τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή, ήτοι κρίθηκε αμετάκλητα ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν άμεσο κίνδυνο της ζωής του, συνεπεία του οποίου υπέστη ηθική βλάβη, την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε με την αγωγή του.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας στην επέλευση του ένδικου αεροπορικού ατυχήματος, διέλαβε τα εξής: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων των κύριων αγωγών Γ.

Κ. και D. J. L., της ανωμοτί εξέτασης του ενάγοντος Ι. Α., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την 1127/2011 απόφαση πρακτικά, της ένορκης κατάθεσης του Ι. Α., ως μάρτυρος αποκλειστικά και μόνο, όσον αφορά στα θέματα απόδειξης της συνεκδικαζόμενης τιτλοφορούμενη ως "παρεμπίπτουσας" αγωγής του ενάγοντος, Γ. Σ. ... της 360/16.9.2005 ένορκης βεβαίωσης μαρτύρων, ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο Παρίσι της Γαλλίας, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, πριν από οχτώ τουλάχιστον ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου της Γ.

Σ. (βλ. την …../2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Α. Θ. Χ.), της ……/2010 ένορκης βεβαίωσης μαρτύρων ενώπιον της νόμιμης αναπληρώτριας της Γενικής Προξένου της Ελλάδας στο Λος Άντζελες των Η.Π.Α., μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη, πριν από οχτώ τουλάχιστον ημέρες, κλήτευση των αντιδίκων της, Ι.

Α. και Γ. Σ. (βλ. τις …….2010 και ……/2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Α. Ε. Τ.), των εγγράφων που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι ... τα οποία λαμβάνονται υπ' όψιν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων α) το "Τελικό Πόρισμα για το δυστύχημα του Falcon 900Β με αριθμό νηολογίου S.-E.- 14 Σεπτεμβρίου 1999" της Επιθεώρησης Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών της ..., β) το "Πόρισμα Αεροπορικού Ατυχήματος 99-09" του Ανακριτικού Συμβουλίου Αεροπορικών Ατυχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών και Συγκοινωνιών, γ) η "Έκθεση διερευνήσεως αεροπορικού ατυχήματος Α/Φ Falcon 900 Ο.

Α." της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, δ) η από 10.3.2000 έκθεση με τίτλο "Διερεύνηση Ανθρωπίνου Παράγοντα κατά το ατύχημα τον Α/Φ S.-E...., πτήση ΟΑ …, εντός του εναέριου χώρου της ... πλησίον της περιοχής του αεροδρομίου "...Ι' του Β., την 14η Σεπτεμβρίου 1999" του Δ. Κ., ψυχιάτρου- παιδοψυχιάτρου, Υποπτεράρχου ε.α., ιατρού, και ε) το από 2.10.2003 "Πόρισμα επί των αιτιών του ατυχήματος που εκδηλώθηκε στο ...

της Ο. Α. στις 14 Σεπτεμβρίου 1999 (Β.)" του R. G., ειδικού εμπειρογνώμονος αεροπορικών ατυχημάτων, που εκτιμώνται άπαντα τα ανωτέρω ως ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις της επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν στην παρούσα εκκρεμή δίκη ... χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων και των κάτωθι μνημονευόμενων τοιούτων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής(άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την 108/1992 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της πρώτης εναγόμενης εταιρείας "D.. A. SA", παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο, στο πλαίσιο των αντισταθμιστικών ωφελημάτων για την προμήθεια πολεμικών αεροσκαφών, τύπου Μιράζ 2000, από τη Γαλλία, ένα αεροσκάφος, τύπου "Mystere Falcon 900", το οποίο, αφού καταχωρίσθηκε στο οικείο μητρώο ελληνικών αεροσκαφών, με στοιχεία S.-E., περιήλθε τελικώς κατά κυριότητα στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αεροπορικής Αμύνης", προκείμενου να καλυφθούν οι ανάγκες της μετακίνησης υψηλών προσώπων (VIP).

Για την υλοποίηση του σκοπού αυτού, υπεγράφη η από 16.12.1992 τριμερής σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ως άνω Ταμείου Αεροπορικής Αμύνης και της τρίτης εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Α. Α.Ε." και ήδη μετονομασθείσης "Ο. Α. Υπηρεσίες Α.Ε.", ως κρατικού αερομεταφορέα, ελεγχόμενου από το Ελληνικό Δημόσιο.

Η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να διατηρεί το ως άνω αεροσκάφος σε διαρκή ετοιμότητα, για την εξυπηρέτηση του σκοπού της κτήσης του (επίσημες μετακινήσεις κρατικών αποστολών), να διαθέτει και να εκπαιδεύει το αναγκαίο για την πτήση ιπτάμενο προσωπικό, να προβαίνει σε συντήρηση αυτού και να το ασφαλίζει επ' ονόματι του Ταμείου Αεροπορικής Αμύνης, καλυπτόμενη για τις δαπάνες και λοιπά λειτουργικά έξοδα από κονδύλια πιστώσεων του Υπουργείο Οικονομικών.

Κριτήριο επιλογής της Ο. Α. αποτέλεσε η ιδιότητα αυτής, ως κρατικού αερομεταφορέα και η οργανωτική δομή της, ως αεροπορικής επιχείρησης, που διαθέτει την αναγκαία για το αναληφθέν έργο υποδομή. Το εν λόγω αεροσκάφος είχε κατασκευαστεί, κατά το έτος 1987, ακόμα από την πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "D..

A. SA", διέθετε τρεις κινητήρες TFE 731 - 5BR της κατασκευάστριας εταιρείας "A. S. A. C.", ενώ το σύστημα αυτόματης διεύθυνσης του αεροσκάφους, δηλαδή ο αυτόματος πιλότος, τύπου FZ- 800 Autopilot, οι δύο υπολογιστές ελέγχου πτήσεων ("Flight Guidance Computers" ή "FGC"), καθώς, επίσης, και ο σερβοκινητήρας του πηδαλίου ύψους- βάθους "Elevator Servomotor SM 300", που αποτελούσε το μηχανικό εκείνο τμήμα του αυτόματου πιλότου, το οποίο παρεμβαλλόταν μεταξύ χειριστηρίων και πηδαλίου ύψους/βάθους και με τη χρήση κατάλληλα σχεδιασμένων μοχλών, μετέτρεπε την ηλεκτρομαγνητική και ηλεκτρική εντολή, που λάμβανε από τον αυτόματο πιλότο, σε πραγματική μηχανική κίνηση των πηδαλίων ύψους/βάθους, είχε κατασκευαστεί από τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "H.

I.". Το εν λόγω αεροσκάφος συντηρούταν σύμφωνα με τους Ειδικούς Όρους Τεχνικής Εκμετάλλευσης που καθορίζονται στην Τεχνική Οδηγία ΤΟ 20. 50/13.11.96 της Διεύθυνσης Πτητικών Προτύπων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ/Δ2) και σύμφωνα με την ανωτέρω οδηγία η συντήρηση του αεροσκάφους πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα τεχνικά εγχειρίδια και λοιπές οδηγίες του κατασκευαστή ως και τις υποχρεωτικές Τεχνικές Οδηγίες και τους ισχύοντες Κανονισμούς των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών.

Από τα στοιχεία δε συντήρησης προκύπτει ότι το αεροσκάφος είχε μέχρι τις 13.9.99, συνολικά 6.427 ώρες πτήσης και 3.405 απογειώσεις- προσγειώσεις, παρουσίασε προβλήματα που αποκαταστάθηκαν είτε με διορθωτικές ενέργειες είτε με αντικατάσταση του ανταλλακτικού, που απέστειλε η κατασκευάστρια εταιρεία πρώτη εναγομένη.

Όσον δε αφορά το σύστημα Arthur από τα σχετικά έντυπα Log Book του Α/Φ προκύπτει ότι η παρατήρηση αφής ενδεικτικού φωτός Pitch Fee! ανεγράφη πρώτη φορά στις 29.11.96 και μεταγενέστερα στις 29.3.96, 12.6.97, 16.7.97, 3.298, 17.3.98, 29.3.989, 15.3.99 και τελευταία φορά την ημέρα του συμβάντος. Για τις συνολικά οκτώ φορές που έχει αναγραφεί στα Log Book του Α/Φ η βλάβη Pitch Feel έγιναν διορθωτικές ενέργειες κατά τις οποίες μόνο μία φορά έχει αντικατασταθεί εξάρτημα σχετικά με τη βλάβη.

Η αντικατάσταση αυτή έγινε στις 26.3.98, διότι το Pitch Feel άναβε για τρίτη φορά σε διάστημα δύο μηνών. Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις, πέντε φορές έγιναν λειτουργικοί έλεγχοι και επαναδιάταξη (Reseated) εξαρτημάτων, μία φορά έγινε αντικατάσταση και έλεγχος ΑΠ και μία φορά έλεγχος Air Data System. Επίσης, η κατασκευάστρια εταιρεία πρώτη εναγομένη το 1995 είχε εκδώσει τη SB105 (Service Bulletin) ως "Recommended", που αφορούσε την επαναδιάταξη των καλωδίων φίσας του Horizontal Stabilizer Sensor Unit 4CF, προκειμένου να αποφευχθούν α εικονικά περιστατικά αφής του φωτός Pitch Feel χωρίς συγκεκριμένη αιτιολογία και η οποία κοινοποιήθηκε στην τρίτη εναγομένη "Ο.

Α.", η οποία δεν την εκτέλεσε διότι δεν ήταν υποχρεωτικού χαρακτήρα και συνεπώς δεν λήφθηκε υπόψη από τους τεχνικούς. Ως προς τη βιβλιογραφία του αεροσκάφους, σύμφωνα με το οργανόγραμμα της ΟΑ το Τμήμα Τεχνικής Βιβλιοθήκης του Τομέα Μελετών της Γενικής Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, είναι υπεύθυνο για την τήρηση, ενημέρωση και αναθεώρηση της βιβλιογραφίας των αεροσκαφών που χρησιμοποιεί η ΟΑ.

Το ανωτέρω Τμήμα μετά την παραλαβή κάθε το βιβλιογραφίας την αποστέλλει στις Υπηρεσίες της ΟΑ που είναι αποδέκτες και περιγράφεται αυτή στο Εγχειρίδιο Πτητικής Εκμετάλλευσης (ΕΠΕ) της εταιρείας και όταν εισάγεται στο στόλο ένα Α/Φ η ΥΠΑ πρέπει να ελέγχει την υποστήριξη της βιβλιογραφίας του συγκεκριμένου Α/Φ και να την εγκρίνει για χρήση Η βιβλιοθήκη του επίμαχου αεροσκάφους δεν περιέχεται στο ΕΠΕ της τρίτης εναγομένης, ωστόσο από ....92 έγγραφο της ΥΠΑ/Δ2, το "Airplane Flight Manual (AFM)" είναι το μόνο εγκεκριμένο εγχειρίδιο του αεροσκάφους.

Στη βιβλιοθήκη του αεροσκάφους δεν προβλέπεται Check List, που να εκδίδει η πρώτη εναγομένη κατασκευάστρια εταιρεία για τη χρήση του Α/Φ, η ανανέωση των εγχειριδίων δεν εντάχθηκε στο σύστημα της τρίτης εναγομένης και μετά το ατύχημα βρέθηκε στο αεροσκάφος ένα Check List, το οποίο εκδόθηκε από το εκπαιδευτικό κέντρο Flight Safety της Γαλλίας, φέρει την ένδειξη "για εκπαιδευτικούς σκοπούς μόνο", καθώς επίσης ότι περιέχει εκπαιδευτικές διαδικασίες και δεν υποκαθιστά διαδικασίες που περιέχονται στο AFM και από το έτος έκδοσης (1992) δεν έχουν ενσωματωθεί ανανεώσεις οι οποίες έγιναν στο AFM και στο Aircraft Operating Manual (AOM) του αεροσκάφους.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με το ….1999 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών, που απευθυνόταν στη Γενική Διεύθυνση Πτητικής Εκμετάλλευσης της Ο. Α., ζητήθηκε η διάθεση του αεροσκάφους αυτού για τις 14.9.1999, προκειμένου ο τότε Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών, Γ. Κ. και η συνοδεία του, την οποία αποτελούσαν ο υιός του, Ν.

Κ., καθώς και οι Δ. Π., Ν. Α., Ν. Α., ... Π., Γ. Π., Π. Π., Α. Β. και ... ..., να μεταβούν στο Β. της ..., όπου θα πραγματοποιούταν διαβαλκανική διάσκεψη. Πράγματι, στις 14.9.1999, ημέρα Τρίτη, η Ο. Α. προγραμμάτισε την εκτέλεση πτήσης με χαρακτηριστικό κλήσης Ο.Α. ... από την Αθήνα στον Αερολιμένα ... του Β. .... Καθήκοντα κυβερνήτη του εν λόγω αεροσκάφους ανατέθηκαν στον εκκαλούντα ενάγοντα Ι.

Α., ενώ χρέη συγκυβερνήτη ανατέθηκαν στον εκκαλούντα- ενάγοντα Γ. Σ.. Μετά την επιβίβαση του πληρώματος και των επιβατών, στις 18:11:40 UTC (συντονισμένη παγκόσμια ώρα), το αεροσκάφος άρχισε την τροχοδρόμηση και στις 18:15 το αεροσκάφος απογειώθηκε από τον Κρατικό Αερολιμένα Αθηνών. Μετά την απογείωση το αεροσκάφος συνέχισε ανερχόμενο προς την Τανάγρα αρχικά για το επίπεδο πτήσης FL 160 (16.000 πόδια).

Στη συνέχεια μετά από αίτηση του κυβερνήτη και έγκριση της Υπηρεσίας Εναέριας Κυκλοφορίας Αθηνών, το αεροσκάφος ανήλθε στο FL 390 (39.000 πόδια), αντί του FL 310 που είχε αρχικά εγκριθεί. Κατά την αρχική φάση της ανόδου, μετά την ανάσυρση των επιφανειών του αεροσκάφους, σε ταχύτητα 182 Knots (κόμβων) και ύψος 1.380 ποδών, ο κυβερνήτης του αεροσκάφους ενέπλεξε τον αυτόματο πιλότο (ΑΠ), σε θέση NAV, ούτως ώστε από εντολές του IRS (Inertial Reference System) και FMS (Flight Management System), να εκτελέσει την εγκεκριμένη από το σχέδιο πτήσης αεροναυτιλία.

Δευτερόλεπτα αργότερα και μετά την ανάσυρση των πτερυγίων υπεράντωσης (Flaps and Slats), σε ταχύτητα περίπου 210 Knots, το πλήρωμα αντιλήφθηκε αφή του ενδεικτικού φωτός Pitch Feel (αίσθηση πηδαλίων ύψους/βάθους) στον Πίνακα Προειδοποίησης Βλαβών (Master Warning Panel) και προειδοποιούσε τους χειριστές για αδυναμία μετάπτωσης του συστήματος Arthur από Low Speed (Light Forces) σε High Speed (Heavy Forces) λειτουργία.

Η ανωτέρω ένδειξη παρέμεινε αναμμένη καθ' όλη τη διάρκεια της πτήσης και στην κάθοδο μέχρι του σημείου που οι υπεραντωτικές διατάξεις του αεροσκάφους κατέβηκαν (ταχύτητα κάτω από 210 Knots), για τη διαδικασία προσγείωσης. Η εν λόγω λυχνία Pitch Feel ανάβει όταν υπάρχει δυσλειτουργία του συστήματος Arthur, το οποίο παρέχει στον κυβερνήτη "τεχνητή αίσθηση" των πηδαλίων του αεροσκάφους.

Αυτό είναι απαραίτητο, διότι οι εντολές- κινήσεις του πιλότου επί των χειριστηρίων μεταφέρονται με συνδεσμολογίες τροχαλιών και μοχλών στις κινητές επιφάνειες ελέγχου πτήσης του αεροπλάνου (πηδάλια), όχι άμεσα επ' αυτών, αλλά έμμεσα, πιλότου μεταφέρονται σε υδραυλικές μονάδες, οι οποίες αναλαμβάνουν να κινήσουν τις επιφάνειες ελέγχου της πτήσης, σύμφωνα με τις κινήσεις που κάνει ο πιλότος επί των χειριστηρίων.

Με το τρόπο αυτό, αφού όλο το έργο της μετακίνησης των επιφανειών ελέγχου το αναλαμβάνουν οι υδραυλικές μονάδες και όχι ο πιλότος, ο τελευταίος δεν καταβάλλει οποιαδήποτε προσπάθεια μετακίνησης των επιφανειών ελέγχου και έτσι δεν θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται κάποια δύναμη αντίδρασης στα χειριστήρια.

Αυτήν την αίσθηση της αντίδρασης αναλαμβάνει να του δώσει η μονάδα Arthur, η οποία με ειδικά ελατήρια (artificial feel units) αντιστέκεται στις μετατοπίσεις των χειριστηρίων από τον πιλότο. Επειδή δε όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα του αεροπλάνου, η μετατόπιση των επιφανειών ελέγχου κατά κάποια δεδομένη γωνία προκαλεί γρηγορότερη στροφή του αεροπλάνου, με συνέπεια μεγαλύτερες επιταχύνσεις στον θάλαμο επιβατών, το σύστημα Arthur αυτορυθμίζεται ανάλογα με την ταχύτητα του αεροπλάνου, δηλαδή σε υψηλότερες ταχύτητες η αίσθηση που δίδει στον πιλότο είναι πιο "σκληρή", σε αντιστοιχία με τις υψηλότερες επιταχύνσεις που θα δημιουργηθούν από τη μετακίνηση του χειριστηρίου εκ μέρους του πιλότου και σε χαμηλότερες ταχύτητες η αίσθηση που δίδει είναι πιο "μαλακή".

Στο εν λόγω δε αεροσκάφος, το σύστημα Arthur είχε δύο επίπεδα σκληρότητας λειτουργίας, ένα επίπεδο με "μαλακή" αίσθηση (low Arthur), για χαμηλές ταχύτητες, και ένα με "σκληρή" αίσθηση (High Arthur), για υψηλές ταχύτητες. Ο κυβερνήτης, Ι. Α., συνέχισε την άνοδο το αεροσκάφους και σε ύψος 9.247 ποδών και με ταχύτητα 246,6 Knots, απενεργοποίησε, με τον ειδικό διακόπτη, τον αυτόματο πιλότο, προκειμένου να ελέγξει ο ίδιος το σύστημα αίσθησης των πηδαλίων ύψους/βάθους (Arthur System), ακολουθώντας τον κατάλογο ελέγχου (Pilot's Check List).

Κατά τον έλεγχο δεν παρατήρησε κάποια δυσλειτουργία ή κάποια διαφορετική αίσθηση στα χειριστήρια και έτσι σχημάτισε την εντύπωση ότι η αφή της λυχνίας Pitch Feel δεν ανταποκρινόταν σε πραγματική βλάβη του αεροσκάφους. Έτσι, ο κυβερνήτης αποφάσισε τη συνέχιση της πτήσης, ενεργοποιώντας ξανά τον αυτόματο πιλότο και την άνοδο του αεροσκάφους στα 40.000 πόδια, ύψος το οποίο εγκρίθηκε από τις Υπηρεσίες Εναέριας Κυκλοφορίας, κατόπιν αίτησης του πληρώματος.

Η άνοδος εκτελέστηκε με ταχύτητα 240- 250 Knots και τον αυτόματο πιλότο εμπλεγμένο, ενώ, μετά την οριζοντίωση στα 40.000 πόδια, η ταχύτητα πλεύσης διατηρήθηκε στα 0,8 Mach και περίπου 240 Knots, ενώ ο καιρός, καθ' όλη τη διαδρομή, ήταν αίθριος και δεν υφίσταντο ρεύματα αέρος ή άλλα φαινόμενα, που θα μπορούσαν να διαταράξουν την ομαλή πτήση του αεροσκάφους.

Όταν το αεροσκάφος πετούσε άνωθεν του αεροδρομίου ... της πόλης ..., το πλήρωμα αντιλήφθηκε αφή της προειδοποιητικής λυχνίας Mistrim light στον πίνακα ενδείξεων βλαβών, η οποία οφειλόταν, όπως διαπιστώθηκε από έλεγχο του πληρώματος, σε απόκλιση προς τα κάτω του αριστερού πηδαλίου κλίσης. Η εν λόγω φωτεινή ένδειξη έσβησε, αφού έγινε αντιστάθμιση των πηδαλίων κλίσης του αεροσκάφους, με εμπλεγμένο του αυτόματο πιλότο.

Στις 19:03:04 και ενώ το αεροσκάφος πετούσε στο FIR Σ.., άρχισε την κάθοδό του από τα 40.000 πόδια, με τον αυτόματο πιλότο σε λειτουργία Vertical Speed (vs), δηλαδή με σταθερό βαθμό καθόδου 2.200 πόδια ανά λεπτό. Αρχικά, η Υπηρεσία Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας (ATC) του FIR Σ.. εξουσιοδότησε το αεροσκάφος για κάθοδο στα 23.000 πόδια και στη συνέχεια έδωσε οδηγία για μετάπτωση στη συχνότητα ελέγχου του FIR Β..

Στις 19:06, το πλήρωμα του αεροσκάφους ήρθε σε επικοινωνία με την Υπηρεσία Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας Β. και, ενώ συνέχιζε κατερχόμενο για τα 23.000 πόδια, ζήτησε περαιτέρω κάθοδο στα 5.000 πόδια, αλλά η Υπηρεσία Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας του Β. έδωσε τη σχετική έγκριση για μετάβαση στο σημείο αναφοράς Valpa και οριζοντίωση στα 15.000 πόδια Πλησιάζοντας στο ύψος των 17.000 ποδών, ο συγκυβερνήτης, Γ.

Σ., ζήτησε άδεια για συνέχιση της καθόδου στα 5.000 πόδια. Ενώ το αεροσκάφος περνούσε το ύψος των 15.500 ποδών περίπου, η Υπηρεσία Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας (ATC) Β. έδωσε έγκριση για κάθοδο στα 5.000 πόδια, χωρίς, όμως, ο συγκυβερνήτης να επιβεβαιώσει τη ληφθείσα έγκριση. Σ' αυτό το διάστημα η ιπτάμενη συνοδός είχε μεταβεί στο πιλοτήριο και ρώτησε τον κυβερνήτη, Ι.

Α., για τον εναπομείναντα χρόνο πτήσης μέχρι την προσγείωση, ώστε να προετοιμασθεί η καμπίνα και οι επιβάτες, ο δε κυβερνήτης της απάντησε πως απέμεναν εννέα (9) λεπτά και η ιπτάμενη συνοδός κάθισε για λίγο στην προορισμένη γι' αυτήν θέση (jump seat), με την πλάτη προς τον πίνακα οργάνων, στραμμένη, όμως, προς το πιλοτήριο, από όπου παρατηρούσε την πορεία του αεροπλάνου και το Β.

που ήταν μπροστά. Στη συνέχεια, ο κυβερνήτης, Ι. Α., του οποίου προσωρινά είχε αποσπαστεί η προσοχή του με το διάλογο με την ιπτάμενη συνοδό και δεν είχε αντιληφθεί ότι ο συγκυβερνήτης είχε προγραμματίσει τον αυτόματο πιλότο του αεροσκάφους για κάθοδο στα 5.000 πόδια, θεωρώντας ότι ίσχυε η έγκριση των 15.000 ποδών και διαπιστώνοντας ότι το αεροσκάφος πραγματοποιούσε κάθοδο, προσπάθησε να το ευθυγραμμίσει στα 15.000 πόδια, με χειροκίνητες παρεμβάσεις στο πηδάλιο ύψους- βάθους, παρακάμπτοντας τον αυτόματο πιλότο, ο οποίος ακόμη δεν είχε απενεργοποιηθεί.

Η ταχύτητα δε του αεροσκάφους ήταν, κατ' εκείνο το χρονικό σημείο 332 Kaots και τα στοιχεία των κινητήρων του ανέρχονταν σε 65% στροφές ανά λεπτό (ΣΑΛ). Εκλαμβάνοντας την οριζοντίωση του αεροσκάφους ως ατμοσφαιρική ανατάραξη, ο αυτόματος πιλότος, που ευρισκόταν σε λειτουργία και είχε ρυθμισθεί για σταθερή ταχύτητα καθόδου, άρχισε να αντισταθμίζει το οριζόντιο σταθερό (horizontal stabilizer) σε θέση βύθισης του αεροσκάφους και όταν ο πιλότος έπαψε τη χειροκίνητη επενέργεια επί του χειριστηρίου και το άφησε ελεύθερο, το οριζόντιο σταθερό (horizontal stabilizer) είχε ήδη ρυθμισθεί σε θέση βύθισης (καθοδικής πορείας) του αεροσκάφους.

Έτσι, το αεροσκάφος, στις 19:15:44 και σε ύψος 14.893 ποδών, άρχισε απότομη βύθιση και τότε ο κυβερνήτης επεχείρησε να το ανυψώσει, τραβώντας απότομα το χειριστήριο. Αποτέλεσμα της απότομης αυτής κίνησης επί του χειριστηρίου ήταν να απενεργοποιηθεί ο αυτόματος πιλότος και επειδή το σύστημα Arthur είχε βλάβη και ο πιλότος εξ αυτού του λόγου δεν είχε καλή αντίληψη των δυνάμεων που έπρεπε να εξασκήσει επί του πηδαλίου, το αεροσκάφος, λόγω και της υψηλής ταχύτητας που είχε αναπτύξει, παρουσίασε επί είκοσι τέσσερα (24) δευτερόλεπτα, μία σειρά από δέκα (10) περίπου ανεξέλεγκτες βίαιες ταλαντώσεις (δελφινισμούς ή oscillations), ως προς τον άξονα ανόδου- καθόδου, κατά τη διάρκεια των οποίων αναπτύχθηκαν υπέρμετρες κατακόρυφες, προς τα κάτω και προς τα άνω (θετικές και αρνητικές) επιταχύνσεις.

Εξαιτίας των ανωτέρω ισχυρών επιταχύνσεων, όσοι εκ των επιβαινόντων στο αεροσκάφος δεν είχαν προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, άρχισαν να χτυπούν με σφοδρότητα στην οροφή και κατόπιν στο δάπεδο του θαλάμου επιβατών, με αποτέλεσμα να υποστούν βαρύτατες σωματικές κακώσεις, από τις οποίες επήλθε ο θάνατός τους, ενώ όσοι είχαν προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας τραυματίστηκαν ελαφρά.

Στο ύψος των 13.000 ποδών περίπου και μετά την μείωση της ταχύτητας του αεροσκάφους, σταμάτησαν οι ταλαντώσεις, το αεροσκάφος ανέκτησε την κανονική του πορεία και προσγειώθηκε στον αερολιμένα O. του Β., όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος των Γ. Κ., Ν. Κ., Δ. Π., Ν. Α., Ν. Α. και ... Π., εξαιτίας των σοβαρών σωματικών κακώσεων, τις οποίες είχαν υποστεί, καθώς και ο σοβαρός τραυματισμός των Γ.

Π. και Π. Π., ο οποίος απεβίωσε τελικώς στις 19.9.1999. Αντίθετα, οι Α. Β. και ... ..., οι οποίοι φορούσαν τις ζώνες ασφαλείας τους, τραυματίστηκαν ελαφρά. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι για την επέλευση του ατυχήματος συνέβαλε, κατ' αρχήν, η ίδια η συμπεριφορά του κυβερνήτη και συγκυβερνήτη (εκκαλούντων- εναγόντων) του εν λόγω αεροσκάφους, οι οποίοι δεν επέδειξαν την επιμέλεια που μπορούσαν και όφειλαν να επιδείξουν, με αναφορά στη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του επαγγελματικού κύκλου που ανήκουν και οι ίδιοι, δεδομένης της αυξημένης νομικής υποχρέωσής τους, λόγω της θέσης τους και των καθηκόντων τους ως χειριστών την αεροσκάφους μεταφοράς επιβατών.

Ειδικότερα, ενώ διαπίστωσαν κατά απογείωση του αεροσκάφους από τον αερολιμένα Αθηνών ότι άναψε το φως Pitch Feel στον πίνακα βλαβών που τους προειδοποιούσε για αδυναμία μετάπτωσης του συστήματος Arthur από Low Speed (Light Forces) σε High Speed (Heavy Forces) λειτουργία και ενώ παρά τον έλεγχο που προέβησαν με απεμπλοκή του αυτόματου πιλότου και με ταχύτητα του σκάφους 246,6 κόμβων, δεν έσβησε η ενδεικτική λάμπα Pitch Feel, εσφαλμένα εξέλαβαν το άναμμα του φωτός ως εικονική βλάβη, ενώ θα έπρεπε να θεωρηθεί ως πραγματική βλάβη του συστήματος Arthur και η αντιμετώπισή της θα έπρεπε να είναι ανάλογη με τα αναγραφόμενα στα εγχειρίδια πτήσεων του αεροσκάφους (AFM, OFM) και σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να διακόψουν την πτήση και να επιστρέψουν στον αερολιμένα Αθηνών.

Η ανωτέρω ευθύνη τους συντρέχει ανεξάρτητα της ευθύνης των οργάνων- προστηθέντων της ΟΑ, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς το συγκεκριμένο πρόβλημα, όταν αυτό έγινε γνωστό σ' αυτούς σε προγενέστερο του επίδικου συμβάντος χρόνο, καθόσον η ανεπιτυχής αντιμετώπιση του προβλήματος από τους τεχνίτες εδάφους, δεν αναιρεί την υποχρέωση αυτών (εκκαλούντων- εναγόντων), ως χειριστών του αεροσκάφους σε πτήση να αντιμετωπίσουν αυτό και σε περίπτωση αδυναμίας να επιστρέψουν στον αερολιμένα Αθηνών, αφού η ύπαρξη αυτού του προβλήματος μπορούσε και τελικά συνέβαλε στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι γνώριζαν ότι με το σύστημα Arthur εκτός λειτουργίας, δεν θα είχαν την κατάλληλη αίσθηση των πηδαλίων κατά τον χειρισμό αυτών.

Επίσης, κατά τη διαδικασία καθόδου του αεροσκάφους και ενώ είχε ζητηθεί η έγκριση από τον συγκυβερνήτη να κατέβουν στα 5.000 πόδια από την Υπηρεσία Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας του Β., ο τελευταίος μετά την έγκριση του ανωτέρω αιτήματος και την ρύθμιση του αυτόματου πιλότου σε διαδικασία καθόδου στα 5.000 πόδια, δεν κατέστησε γνωστό και σε κάθε περίπτωση δεν επέστησε την προσοχή περί των ανωτέρω στον κυβερνήτη, ο οποίος εκείνη τη στιγμή είχε συνομιλία με την ιπτάμενη συνοδό περί του χρόνου προσγείωσης του αεροσκάφους, με αποτέλεσμα να θεωρεί εσφαλμένα ο τελευταίος ως εγκεκριμένο και ρυθμιζόμενο στον αυτόματο πιλότο ύψος αυτό των 15.000 ποδών.

Έτσι, διαπιστώνοντας ο κυβερνήτης ότι δεν είχε αρχίσει η οριζοντίωση στο FL150 (15.000 πόδια), κίνησε απαλά το μοχλό πηδαλιούχησης, δίνοντας εντολή άνω πρόνευσης του αεροσκάφους, χωρίς όμως να απενεργοποιήσει τον αυτόματο πιλότο με τον FGC1 (ηλεκτρονικός υπολογιστής καθοδήγησης πτήσης) σε έλεγχο και το FGC2 σε αναμονή.

Λόγω δε της μη απεμπλοκής του αυτόματου πιλότου, ο FGC1 ερμήνευσε την εισαγόμενη κίνηση στα χειριστήρια ως διατάραξη στην οποία αντιτάχθηκε με προοδευτική κίνηση του οριζόντιου σταθεροποιητή. Ο κυβερνήτης, όμως, συνέχισε να τραβάει προς τα πίσω το μοχλό πηδαλιούχησης για να διατηρήσει μία κίνηση άνω πρόνευσης και εφάρμοσε όλο και μεγαλύτερη δύναμη, με αποτέλεσμα να αποσυνδεθεί ο FGC1 και να μεταβιβάσει τον έλεγχο στον FGC2.

Κατά τη μεταβίβαση του ελέγχου, η αντίσταση στο μοχλό μειώθηκε ξαφνικά περίπου 10 DaN και ο κυβερνήτης, λόγω της ασυνέχειας στην αντίσταση που αισθανόταν στο μοχλό πηδαλιουχίας, τράβηξε πιο γρήγορα το μοχλό. Ο FGC2, ο οποίος ήταν στη φάση λειτουργίας συγχρονισμένος με τις παραμέτρους του σερβοκινητήρα κατά το χρόνο αποσύνδεσης του FGC1, περάτωσε τη φάση έναρξης της λειτουργίας του, δίνοντας εντολή άνω πρόνευσης ολοταχώς, ενώ ο κινητήρας μόλις αρχίζει μια γρήγορη κίνηση κάτω πρόνευσης επειδή ο κυβερνήτης πάλι την ώρα εκείνη υπερβαίνει το σερβοκινητήρα.

Η τάση εντολής συνέχισε να αντιτίθεται στην κατεύθυνση κίνησης του σερβοκινητήρα μέχρις ότου αποσυνδέεται ο FGC2, λόγω αποσύνδεσης της διάταξης επιτήρησης. Έτσι, οι ανωτέρω εσφαλμένοι χειρισμοί εκ μέρους του πληρώματος συνέβαλαν να εισέλθει το αεροσκάφος σε συνεχόμενους δελφινισμούς (Pilot Induced Oscillations).

Επίσης, στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος συνέβαλαν και οι παράνομες και υπαίτιες ενέργειες της πρώτης εναγομένης κατασκευάστριας εταιρείας, η οποία δεν τήρησε τα μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας (ΑΚ 281, 288) και παραβίασε τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τόσο κατά τη διαδικασία της παραγωγής όσο και ως προς την παρακολούθηση (και ανάκληση) του ελαττωματικού που παρουσίαζε συστήματος Arthur, το οποίο λόγω της ελαττωματικότητας δεν αντιστάθηκε με τα ελατήρια του, όσο θα είχε αντισταθεί περίπτωση που δεν είχε βλάβη, στην απότομη δύναμη που εφάρμοσε ο κυβερνήτης Ι.

Α. και δεν μείωσε τη μέγιστη επιτρεπτή γωνία επενέργειας του εν λόγω πιλότου επί των πηδαλίων, έτσι ώστε να μετριασθούν οι δυνάμεις επιτάχυνσης επί του αεροσκάφους. Η ανωτέρω ευθύνη της πρώτης εναγομένης δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η τρίτη εναγομένη είχε ήδη καταστεί γνώστης της βλάβης του συστήματος Arthur, αφού ήδη για οκτώ φορές πριν το ένδικο ατύχημα είχε ανάψει η φωτεινή ένδειξη Pitch Feel και δεν είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη βλάβη του συστήματος Arthur και δεν αποδεικνύεται ότι είχε γνωστοποιήσει τη βλάβη αυτή στην πρώτη εναγομένη, πλην της περίπτωσης που χρειάστηκε να αντικατασταθεί εξάρτημα σχετικό με τη βλάβη στις 26.3.98, προκειμένου η τελευταία να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες προς αποκατάσταση της βλάβης, καθόσον στις συναλλακτικές υποχρεώσεις αυτής (πρώτης εναγομένης) πέραν της υποχρέωσης ελέγχου του ανωτέρω συστήματος Arthur έως το τελικό στάδιο της παραγωγής του, είναι και η παρακολούθηση του ανωτέρω συστήματος, με τη λήψη των αναγκαίων επιχειρησιακών και οργανωτικών μέτρων που εξασφαλίζουν συνεχή επαφή με το ανωτέρω σύστημα που κυκλοφόρησε στην αγορά, υποχρέωση ενημέρωσης σε περίπτωση επιγενόμενου ελαττώματος ή ακόμη και ανάκληση αυτού προς επιδιόρθωση ή αντικατάσταση.

Η αμέσως δε ανωτέρω συναλλακτική υποχρέωση της πρώτης εναγομένης παραβιάστηκε εκ μέρους της και αφενός μεν λόγω της έλλειψης πρόβλεψης διαδικασίας στη βιβλιογραφία του αεροσκάφους, για την αναγνώριση της βλάβης Pitch Feel και αφετέρου στο μη καθορισμό της ταχύτητας του αεροσκάφους σε 260 Knots ή 0,76 Mach, προς αντιμετώπιση της συγκεκριμένης βλάβης, σε περίπτωση αφής της λυχνίας Pitch Feel κατά την πτήση.

Επιπλέον, στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος συνέβαλαν και οι παράνομες και υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις της τρίτης εναγομένης "Ο. Α. ΑΕ", η οποία ως υπεύθυνη για τη τεχνική συντήρηση και σωστή λειτουργία του επίδικου αεροσκάφους προκειμένου αυτό να πραγματοποιεί ασφαλείς πτήσεις, δεν τήρησε τα μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας και παράνομα παρέλειψε, παρόλο που είχε νομική υποχρέωση τόσο από τη μεταξύ αυτής, του Ελληνικού Δημοσίου και του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας δικαιοπραξίας στην τεχνική συντήρηση του αεροσκάφους όσο και από την καλή πίστη και ιδίως τις γενικές ρήτρες (ΑΚ 281, 288) που επιβάλουν καλόπιστη συμπεριφορά έναντι άλλων (ΑΠ 2258/2014, ΑΠ 28/2010, ΑΠ 1441/2010, ΑΠ 555/2005, ΑΠ 5/2001, Γεωργιάδης- Σταθόπουλος, Αστικός Κώδικας, τόμος IV, σελ.696 επ., Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, σελ.595 επ.).

Ειδικότερα, παρόλο που κατέστη γνωστό στο τεχνικό προσωπικό εδάφους της τρίτης εναγομένης, ήδη από 29.11.1995, περί της ένδειξης της φωτεινής αφής Pitch Feel, που δήλωνε την ύπαρξη βλάβης στο σύστημα Arthur του επίδικου αεροσκάφους και μάλιστα οκτώ φορές πριν την τελευταία ένδειξη που έλαβε χώρα κατά το επίδικο αεροπορικό δυστύχημα, δεν προέβη στην αποκατάσταση της βλάβης αλλά σε διορθωτικές ενέργειες, οι οποίες δεν επέλυσαν το πρόβλημα και δεν απευθύνθηκε στην κατασκευάστρια εταιρεία- πρώτη εναγομένη για την αντιμετώπιση του εν λόγω προβλήματος, αλλά αντίθετα έκρινε ότι η ένδειξη της φωτεινής αφής Pitch Feel είναι εικονική και επέτρεπε την πτήση του αεροσκάφους παρά τη συνέχιση της ύπαρξης του συγκεκριμένου προβλήματος.

Οι ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες ενέργειες- παραλείψεις τόσο της πρώτης όσο και της τρίτης των εναγομένων, συνέβαλαν αιτιωδώς στην επέλευση του επίδικου αεροπορικού δυστυχήματος και ακολούθως στην άμεση διακινδύνευση του εννόμου αγαθού της ζωής των εναγόντων, καθόσον, όπως τονίστηκε και πιο πάνω, λόγω της ανωτέρω βλάβης.

Το σύστημα Arthur δεν αντιστάθηκε με τα ελατήρια του, όσο θα είχε αντισταθεί στην περίπτωση που δεν είχε βλάβη, στην απότομη δύναμη που εφάρμοσε ο κυβερνήτης Ι. Α. και δεν μείωσε τη μέγιστη επιτρεπτή γωνία επενέργειας του εν λόγω πιλότου επί των πηδαλίων, έτσι ώστε να μετριασθούν οι δυνάμεις επιτάχυνσης επί του αεροσκάφους.

Τέλος, όσον αφορά τη δεύτερη εφεσίβλητη εναγομένη εταιρεία "H. I.", κατασκευάστρια του αυτόματου πιλότου του αεροσκάφους τύπου FZ-800 Autopilot, μετά των δύο ηλεκτρονικών υπολογιστών ελέγχου πτήσεων FGC1 και FGC2 (Flight Guidance Computers) και του σερβοκινητήρα του πηδαλίου ύψους/βάθους (Elevator Servomotor SM300), που αποτελεί τμήμα του αυτόματου πιλότου και παρεμβάλλεται μεταξύ χειριστηρίων και πηδαλίων ύψους/βάθους και με τη χρήση κατάλληλα σχεδιασμένων μοχλών μετατρέπει την ηλεκτρομαγνητική και ηλεκτρική εντολή, που λαμβάνει από τον αυτόματο πιλότο, σε πραγματική μηχανική κίνηση των πηδαλίων ύψους/βάθους, δεν επέχει καμία ευθύνη για την επέλευση του επίδικου ατυχήματος, καθόσον το σύστημα του αυτόματου πιλότου λειτουργούσε, όπως είχε σχεδιασθεί, χωρίς να παρουσιάσει οιαδήποτε δυσλειτουργία, κατά την επίμαχη πτήση.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλαν η πρώτη και η τρίτη των εναγομένων καθώς και η προσθέτως υπέρ της τρίτης εναγομένης παρεμβαίνουσα. Το ποσοστό δε συνυπαιτιότητας των εναγόντων και της πρώτης και τρίτης των εναγομένων, λαμβανόμενων υπόψη όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών που έχουν σχέση με τις συνθήκες του ένδικου αεροπορικού δυστυχήματος, ανέρχεται σε 80% για καθένα εκ των εναγόντων, ενώ για την πρώτη και τρίτη των εναγομένων σε 20%".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε κατ` ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων, κατά των 1127/2011 (εν μέρει οριστικής) και 3457/2015 (οριστικής) αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες απορρίφθηκαν μεταξύ άλλων και ως κατ` ουσίαν αβάσιμες οι αγωγές των αναιρεσειόντων, επιδίκασε σ` αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν εξαιτίας της άμεσης διακινδύνευσης της ζωής τους κατά το επίμαχο αεροπορικό ατύχημα, οφειλόμενο και σε συνυπαιτιότητα των εναγόντων-αναιρεσειόντων σε ποσοστό 80%, (κατ' αποδοχή ως ουσία βάσιμης της προβληθείσας από τις εναγόμενες ένστασης συνυπαιτιότητας), το εύλογο ποσό των 10.000,00 ευρώ.

Πλην όμως, από τη γενική βεβαίωση, που παρατίθεται στο προοίμιο της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω παραδοχές αυτής, δημιουργείται αμφιβολία σχετικά με το αν το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, περί κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και δη περί της συνυπαιτιότητας των αναιρεσειόντων-εναγόντων σε ποσοστό 80% στην επέλευση του ένδικου αεροπορικού ατυχήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τις προαναφερθείσες αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις και συγκεκριμένα:

α) την 4252/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο πρώτος αναιρεσείων αναφορικά με τις κατηγορίες που άπτονται του χειρισμού του μοιραίου αεροσκάφους κατά το ατύχημα, ήτοι κρίθηκε αμετάκλητα ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στην πρόκληση του ατυχήματος και στον εντεύθεν άμεσο κίνδυνο της ζωής του, συνεπεία του οποίου υπέστη ηθική βλάβη, την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε με την αγωγή του και β) την 63928/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο δεύτερος αναιρεσείων αναφορικά με τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή, ήτοι κρίθηκε αμετάκλητα ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν άμεσο κίνδυνο της ζωής του, συνεπεία του οποίου υπέστη ηθική βλάβη, την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε με την αγωγή του.

Και τούτο διότι, το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν μνημονεύει, αλλά ούτε και προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά, αξιολόγηση ή συνεκτίμηση των ως άνω αμετάκλητων ποινικών αποφάσεων, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική τους σπουδαιότητα, ανεξαρτήτως του ότι δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό τους και ηδύνατο να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο των ως άνω ποινικών αποφάσεων πόρισμα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας τούτου, παρέλκει η εξέταση των λοιπών και μη ερευνηθέντων της υπό στοιχ Β' αίτησης αναίρεσης λόγων. Ακολούθως δε, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ερευνηθέν από αυτήν μέρος, ήτοι καθ' ο μέρος δέχθηκε μερικά τις από 25-8-2004 αγωγές ως προς τα κύρια αναγνωριστικά αιτήματά τους, περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και απέρριψε ως ουσία αβάσιμες τις από 3-2-2014 αγωγές ως προς τα αναγνωριστικά αιτήματά τους, περί καταβολής πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 11-6-2020 ΥΠΟ ΣΤΟΙΧ. Α' ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "D. A. S." ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟ 31-10-2021 ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ:

Συνακόλουθα, μετά την καθολική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο των από 25-8-2004 αγωγών περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης-αναιρεσείουσας "D. A. S." για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 10.000 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, παρέλκει πλέον η έρευνα των λόγων της ως άνω υπό στοιχ.

Α' αντίθετης αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας καθώς και των προσθέτων λόγων αυτής, με τους οποίους πλήττεται το ίδιο ως άνω κεφάλαιο των από 25-8-2004 αγωγών, αφού και αυτή κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα, που επήλθε με την παραδοχή της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, δηλαδή στην καθολική αναίρεση της προσβαλλόμενης, όσον αφορά το κεφάλαιο των από 25-8-2004 αγωγών, περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας "D.

A. S." για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 10.000 ευρώ σε έκαστο των αναιρεσιβλήτων, μετά από την οποία, σημειωτέον, οι διάδικοι, κατ' άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, η οποία είναι απολύτως άκυρη, χωρίς να έχει σημασία για ποιο λόγο αναίρεσης αναιρέθηκε αυτή ολικά και ποιος ήταν ο αναιρεσείων (ΑΠ 1028/2019, ΑΠ 952/2021) και το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής θα επανεξετάσει, κατ' άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνολικά την υπόθεση, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση.

Και στην περίπτωση αυτής της παραπομπής, λόγω του κατά το άρθρο 522 KΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης το Εφετείο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δύναται να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο, ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείται των απαραίτητων για τη θεμελίωσή της στοιχείων ή ασκήθηκε απαραδέκτως ή δεν στηρίζεται στο νόμο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ:

Α) την από 11-6-2020 αίτηση αναίρεσης μετά των από 31-10-2021 προσθέτων λόγων αυτής, της εταιρείας με την επωνυμία "D. A. S..A." και

Β) την από 25-9-2020 αίτηση αναίρεσης των Ι. Α. του Γ. και Γ. Σ. του Κ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 3466/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3466/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα' ανωτέρω, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης του παραβόλου που κατέθεσαν. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ