Legislator Case Law & Legislation
459/2022 AI generated

459/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 459/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

459/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 28.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 2167/218/3.3.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 3426/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, την από 22.11.2006 αγωγή.

Keywords

AI generated
loss of work psychiatric work incapacity cessation of gainful employment redundancy occupational disability benefits sick leave
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 459 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 459/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με επωνυμία "..." κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς, σύμφωνα με την 45089/16-4-2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ουρανίας Μπάρλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευσταθίας Κριεμάδη, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 507/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7727/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 16-5-2014 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 440/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρεί και παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3426/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 2167/218/3.3.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 3426/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, την από 22.11.2006 αγωγή.

Εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 507/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, και μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου η υπ' αριθμ. 7727/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της απόφασης της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας για οικειοθελή αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε αυτή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απειλή χρηματικής ποινής, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα περί καταβολής μισθών υπερημερίας ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.

Μετά την άσκηση αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης εκδόθηκαν α) επί της αίτησης της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας ως καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως της αρχικώς εναγομένης Εμπορικής Τράπεζας, η υπ' αριθμ. 439/2016 απόφαση του Τμήματος τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών για ανεπάρκεια αιτιολογιών όσον αφορά την καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας Τράπεζας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου και β) επί της αίτησης του αναιρεσιβλήτου η υπ' αριθμ. 440/2016 απόφαση του Τμήματος τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την απόρριψη του κεφαλαίου της αγωγής για καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω αοριστίας.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3426/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης με αριθμό 507/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας Τράπεζας, υποχρεώθηκε αυτή να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα αρνήσεως καθώς και να του καταβάλει το ποσό των 19.550 ευρώ για μισθούς υπερημερίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 31 παρ. 3 εδ. β του Οργανισμού της αρχικά εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 3239/1955 και των ν.δ. 3755/1957, 186/1969, 1198/1972 και 73/1974 και εγκρίθηκε με την 46806/10314/1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η εργασιακή σύμβαση μεταξύ της εναγομένης και του προσωπικού της, η οποία είναι ορισμένου χρόνου, λύεται εκτός άλλων περιπτώσεων και ένεκα αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του μισθωτού επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, θεωρούμενης ως οικειοθελούς αποχωρήσεως.

Δηλαδή η διάταξη αυτή από τη συνεχή απουσία του μισθωτού επί τριάντα εργάσιμες ημέρες συνάγει, κατά πλάσμα του νόμου, ότι ο μισθωτός αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του μόνο εφόσον η συνεχής αυτή απουσία του είναι αδικαιολόγητη (Α.Π. 221/1992). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε στις 20.7.1979 από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις και τη 11.2.1991 τοποθετήθηκε Προϊστάμενος Γραφείου Καταθέσεων στο κατάστημα ...

με δικαίωμα β' υπογραφής. Την 7.2.2005 αποσπάσθηκε στη Περιφερειακή Διεύθυνση … και την 6.10.2005 τοποθετήθηκε στο κατάστημα .... Από το 2005 ο ενάγων άρχισε να παρουσιάζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή. Έλαβε αναρρωτικές άδειες για τα διαστήματα 11.1.2006-25.1.2006 και από 11.2.2006-25.2.2006 καθόσον έπασχε από αγχώδη διαταραχή και διαταραχή πανικού.

Η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος οφείλετο και στο γεγονός ότι η σύζυγός του, υπάλληλος της εναγομένης, το 2005 είχε πέσει θέμα 2 ληστειών, με αποτέλεσμα και η ίδια να έχει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Ο ενάγων απουσίασε από την εργασία του κατά το διάστημα 30.6.2006-30.8.2006 πάσχοντας από καταθλιπτική συνδρομή με έντονα συνοδά συμπτώματα άγχους και σωματόμορφες διαταραχές (ζάλη, υπέρταση, κεφαλαλγία) όπως αποδεικνύεται από την από 30.6.2006 ιατρική γνωμάτευση του Αναπληρωτή Διευθυντή - ψυχιάτρου του Ψ.Ν.Α.

Χρ. Γ. και όπου κρίνει ως αναγκαία τη λήψη της σχετικής άδειας 2 μηνών από τον ενάγοντα και την παρακολούθηση υποστηρικτικής ψυχοθεραπείας. Ο ενάγων ειδοποίησε τηλεφωνικά τον Προϊστάμενο του Καταστήματος που υπηρετούσε όπως χαρακτηριστικά κατέθεσαν ο εξετασθείς μάρτυς στο ακροατήριο και οι μάρτυρες ενώπιον της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου Γ.

Ρ.. Μάλιστα ενισχύονται τα παραπάνω και από τον κατάλογο εξερχομένων κλήσεων από το τηλέφωνο οικίας του ενάγοντος προς τις σχετικές υπηρεσίες της εναγομένης (κατάστημα που υπηρετούσε και κεντρική υπηρεσία).

Συνεπώς η απουσία του ενάγοντος δεν ήταν αδικαιολόγητη, οι αρμόδιες υπηρεσίες της εναγομένης γνώριζαν την απουσία του και τα λεχθέντα προφορικώς από τον ίδιο επιβεβαιώθηκαν με την προσκόμιση της σχετικής ιατρικής βεβαίωσης την 31.8.2006 προς την εναγομένη. Η εναγομένη με το υπ' αριθμ. 7908/4907/6.9.2006 έγγραφό της που επιδόθηκε την 8.9.2006 προς τον ενάγοντα θεώρησε ότι λόγω αδικαιολόγητης απουσίας επί 30 τουλάχιστον συνεχείς ημέρες έχει αποχωρήσει οικειοθελώς, καταγγείλασα με αυτόν το τρόπο, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του, τη μεταξύ τους σύμβαση.(...) Επομένως κατά τα προαναφερθέντα η καταγγελία είναι μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη, αφού η περίπτωση του ενάγοντος δεν εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 31 παρ. 3 β του ισχύοντος τότε Οργανισμού της εναγομένης.

Ως εκ τούτου η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία (περί την αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου) και ο ενάγων δικαιούται μισθούς υπερημερίας". Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.3 εδ.β του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, καθ' όσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της δικαιολογημένης ή μη απουσίας του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα Τράπεζα, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο, από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές του, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος απουσίασε από την εργασία του κατά το διάστημα από 30.6.2006 έως 30.8.2006, εξ αιτίας του ότι έπασχε από καταθλιπτική συνδρομή με έντονα συνοδά συμπτώματα άγχους και σωματόμορφες διαταραχές (ζάλη, υπέρταση, κεφαλαλγία) σύμφωνα με την από 30.6.2006 ιατρική γνωμάτευση του Αναπληρωτή Διευθυντή - Ψυχιάτρου του Ψ.Ν.Α.

Χρ. Γ., ο οποίος κρίνει ως αναγκαία τη λήψη σχετικής αδείας δύο (2) μηνών από τον αναιρεσίβλητο και την παρακολούθηση υποστηρικτικής θεραπείας και προσκόμισε τη σχετική ιατρική βεβαίωση την 31.8.2006, δέχεται όμως εντελώς αναιτιολόγητα ότι η απουσία του αυτή υπήρξε δικαιολογημένη, παρ' ότι ο αναιρεσίβλητος από 21.8.2006 είχε λάβει γνώση της υπ' αριθμ. 7591/4808/17.8.2006 επιστολής της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, με την οποία του επισημαίνεται το αδικαιολόγητο της απουσίας του από 30.6.2006 καθώς και οι συνέπειες της απουσίας του με την αναφορά του περιεχομένου του άρθρου 31 του Οργανισμού της, και παρ' όλα αυτά, ο αναιρεσίβλητος δεν γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα το λόγο της απουσίας του παρά μόνο την 31.8.2006.

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν διέλαβε ως προς το κρίσιμο ζήτημα, ότι η απουσία του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του υπήρξε δικαιολογημένη, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 31 παρ.3β του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή αυτής.

Τούτο δε, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία είναι άκυρη και δεν εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 31 παρ.3 β του Οργανισμού αυτής. Επομένως οι εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3426/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και περαιτέρω να διακρατηθεί η υπό κρίση υπόθεση και να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του Τμήματος τούτου επιμελεία των διαδίκων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3426/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών Κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση.

Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του Τμήματος τούτου επιμελεία των διαδίκων. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ