459/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated459/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 459 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 459/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 23η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Λ..
Των αναιρεσίβλητων: 1.Χ. Π. του Σ., 2. Μ. συζ. Χ. Π., το γένος Κ. Λ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν ο 1ος δια και η 2η μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Μαρκόπουλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2013 οριστική του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης, 36/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί, κατά την προαναφερόμενη διάταξη, λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.
Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ).
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης. (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 809/2017).
Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1124/2018). Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο βρίσκεται εντός του οικισμού ..., έχει εμβαδόν 367,61 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο από μηνός Μαρτίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου-μηχανικού Ρ.
Γ. με στοιχεία..... και συνορεύει βορειοανατολικά με επαρχιακή οδό ... και εν μέρει με ιδιοκτησία του Δήμου ..., νότια με φερόμενη ιδιοκτησία του εκκαλούντος, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Σ. και νοτιοδυτικά με δημοτική οδό και ιδιοκτησίας Ε. Σ.. Το εν λόγω ακίνητο, αποτελούσε μέρος μεγαλύτερου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 746,70 τ.μ. (όπως αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία......) και ανήκε κατά κυριότητα στον Δ.
Λ., παππού της δεύτερης εφεσίβλητης, ο οποίος το είχε αποκτήσει με άτυπη αγορά και οποίος διέθετε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Μόλις ο Δ. Λ. προέβη στην αγορά του ακινήτου, δήλωσε τη βούλησή του να μοιραστεί σε δύο τμήματα , ώστε το νότιο τμήμα του να παραχωρηθεί στον υιό του Ι. Λ. (στο οποίο βρίσκεται παλαιά οικία που ανεγέρθηκε περίπου μεταξύ των 1935-1940) και το βόρειο τμήμα του (περιβόλι-επίδικο) να παραχωρηθεί στον υιό του Κ.
Λ.. Το γεγονός αυτό καταθέτουν η Ε. Λ. και ο Ι. Λ., αδέλφια του Ι. και Κ. Λ., καταθέσεις που περιέχονται στις προσκομιζόμενες από τους εφεσίβλητους με αριθ. 293 και 294/16-10-2012 ένορκες βεβαιώσεις. Στην κατάθεση δε του Ι. Λ., αναφέρεται επιπλέον ότι λόγω του γεγονότος ότι ο Κ. Λ., μελισσοκόμος στο επάγγελμα, διέμενε μόνιμα στο …, το χρησιμοποιούσε μόνο ως περιβόλι στο οποίο φύτεψε πορτοκαλιές και αγκινάρες και κατά τακτά διαστήματα το επισκεπτόταν και συνέλεγε τα πορτοκάλια, περαιτέρω δε, επέτρεπε αρχικά στον αδελφό του Ι.
και ακολούθως στον ανεψιό του Α. να φυτεύουν στο ελεύθερο χώρο αυτού, χωρίς ποτέ αυτοί να αμφισβητήσουν τη νομή του στο επίδικο ακίνητο, αφού οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας υπήρξαν άριστες. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι πράγματι ο Α. Λ., περιποιείτο τα δέντρα, καθάριζε το χωράφι και φύτευε πατάτες, καλλιεργώντας γενικότερα το επίδικο ακίνητο, ενώ φρόντιζε να διανέμει μέρος από τους παραχθέντες καρπούς στα λοιπά μέλη της οικογένειας και στους συγγενείς, κατόπιν παραχώρησης από το αδελφό του Κωνσταντίνο, προκειμένου να μην "ρημάξει το ακίνητο"...., ενώ μεταξύ του επίδικου ακινήτου και της οικίας μετά του περιβάλλοντος κήπου αυτής υπήρχε σε όλο το μήκος από δυτικά προς ανατολικά τοίχος που χώριζε στα δύο το μεγαλύτερο ακίνητο, τον οποίο κατασκεύασε ο Ι.
Λ.ς. Εξάλλου, ο μάρτυρας ανταπόδειξης, πρώτος εξάδελφος των διαδίκων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι είχαν συνταχθεί δύο έγγραφα άτυπης διανομής για την διανομή της περιουσίας αφενός μεν το έτος 1950, αφετέρου δε, το έτος 1960 (το τελευταίο φέρει υπογραφές δύο μαρτύρων) στο οποίο αναφέρεται η φράση " το περιβόλι εις του Ι.
του σπίτι από κάτω" (βλ. προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως χειρόγραφο έγγραφο με ημερομηνία 10 Σεπτεμβρίου 1960 που φέρει την ονομασία "γιαφτάς"), ενώ ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι η ίδια η Μ. Λ., μητέρα του εκκαλούντος, του ζήτησε να μεταφέρει στην δεύτερη εφεσίβλητη την επιθυμία της να της μεταβιβάσει η τελευταία το "κάτω χωράφι" ήτοι το επίδικο.
Σημειωτέον ότι, ο αποβιώσας το έτος 2011, Α. Λ. στην από 23-1-2010 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα με αριθ. 1188/2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρει αυτολεξεί " Ο Σ. (εκκαλών) να πάρει το σπίτι στο χωριό και τη ψιλή κυριότητα στα χωράφια.... Ελπίζω ο Σ. να φτιάξει το σπίτι αν δεν τα καταφέρω εγώ και να συντηρεί τον κήπο και τα λουλούδια", χωρίς να γίνεται οποιοσδήποτε λόγος για το περιβόλι.
Επομένως, από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο Α. Λ. δεν ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου και ως εκ τούτου ο εκκαλών δεν απέκτησε τη νομή του επίδικου ακινήτου ως καθολικός διάδοχος του Α. Λ.. Επίσης, επισημαίνεται ότι στο από έτος 1972 τοπογραφικό διάγραμμα του Ε. Λ. (το οποίο χαρακτηρίζεται ενώπιον του δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως "σκαριφηματικού χαρακτήρα" που όμως υποβλήθηκε κατά το χρόνο εκείνο στην Πολεοδομία …, προκειμένου να κατασκευαστεί προσθήκη-εξώστης στο υφιστάμενο κτίσμα) αναφέρεται το εμβαδόν του οικοπέδου ως 290 τ.μ., το οποίο μόλις στο από μηνός Μαρτίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της πολ.
μηχανικού Ρ. Γ. διαφορετικά, δηλαδή σε χρόνο που είχε ήδη ανακύψει η διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η οποία έλαβε χώρα, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς το έτος 2011 και όχι σε άσχετο, με τη ένδικη διαφορά, χρόνο. Σε κάθε περίπτωση αιτιολογείται όψιμα πλέον η μικρή τιμή του εμβαδού της ιδιοκτησίας (των 290 τ.μ.) ως αποτέλεσμα "πλημμελούς σκαριφηματικής αποτύπωσης" (της οποίας έκανε χρήση ο ίδιος Α.ς Λ.
προκειμένου να ανεγείρει εξώστη), όπως αναφέρεται στην από μηνός Μαΐου 2014 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ε. Κ.. Τέλος, από τη σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς του αποβιώσαντος Δ. Λ. και δη, από τα περιγραφόμενα σε αυτήν κληρονομιαία ακίνητα προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται το επίδικο και τούτο κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οφείλεται στο ότι ήδη το επίδικο ακίνητο (όπως και το οικόπεδο εντός του οποίου βρισκόταν η οικία του Σ.
Λ.) είχε αποδοθεί λόγω άτυπης διανομής στον Κ. Λ., ενώ από κανένα μέσο δεν αποδείχθηκε ότι στην ανωτέρω δήλωση φόρου κληρονομιάς περιλαμβάνονταν όλα τα διανεμηθέντα ακίνητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις.....".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η περί νομής αγωγή του. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης νομής του επιδίκου από τον Κ.
Λ. και όχι από τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα, ως καθολικό διάδοχο του Α. Λ., ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος, κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον πρώτο, κατά τα σχετικά σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο:
α) "παραβίασε όχι μόνο κανόνες ουσιαστικού δικαίου αλλά και τους κανόνες της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των συμπερασμάτων από τα αποδεικτικά μέσα στους ουσιαστικούς κανόνες" και β) διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αξιολόγηση αφενός του από Μαρτίου 1972 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Ε.
Λ. και αφετέρου της δήλωσης φόρου κληρονομίας του Δ. Λ., προπάππου του αναιρεσείοντος. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ως προς μεν το υπό στοιχείο α' μέρος παντελώς αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιές συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ποιά διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, ως προς δε το υπό στοιχείο β' μέρος απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Δικαστήριο παραβίασε, αφενός τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι οι έννοιες του "κήπου" και του "περιβολιού" δεν είναι ταυτόσημες και αφετέρου τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, με το να μην προσφύγει σ' αυτούς, προκειμένου να διαπιστώσει την πραγματική βούληση του συντάκτη της από 23-1-2010 ιδιόγραφης διαθήκης Α.
Λ.. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι η φερόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων και όχι την ανεύρεση της αληθινής έννοιας συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως την εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών που εκείνος τυχόν περιέχει, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια ως προς τη δήλωση της βούλησης του διαθέτη-δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, ώστε να καταστεί αναγκαία η προσφυγή στον κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ (όχι δε και του άρθ. 200 ΑΚ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο, το οποίο δεν εφαρμόζεται στην ερμηνεία διαθήκης) για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης βουλήσεώς του.
Κατά τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής ή της ένστασης) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 486/2018). Με τον δεύτερο, κατά το σχετικό σκέλος του, αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "πράγμα" μη προταθέν νομότυπα και δη ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον Κ.
Λ. λόγω άτυπης διανομής. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο αναφέρει στο σκεπτικό της, προς ενίσχυση και μόνο του αποδεικτικού του πορίσματος περί του ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε απέκτησε τη νομή του επιδίκου ακινήτου, το αποδειχθέν γεγονός της, μη συνιστώσας "πράγμα" υπό την ανωτέρω έννοια του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, άτυπης διανομής του μείζονος ακινήτου, που ο Δ.
Λ. απέκτησε με άτυπη αγορά, στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και στις υπ' αριθ. 293/16-10-2012 και 294/16-10-2012 ένορκες καταθέσεις της Ε. Λ. και του Ι. Λ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Γ. Ο..
Σύμφωνα με τις διατάξεις των αριθμών 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο αφενός έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Αντίστοιχοι αναιρετικοί λόγοι δεν προβλέπονται από τις περιοριστικές διατάξεις του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα που αφορούν τις αναιρέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Με τους πρώτο, κατά τα σχετικά σκέλη του, και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτεται, κατ' ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου, η αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο και εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Μονομελές Πρωτοδικείο αφενός δεν έλαβε υπόψη τις προσαχθείσες νομότυπα με επίκληση υπ' αριθ. 477/2013 και 478/2013 ένορκες βεβαιώσεις των Σ.
Ν. και Ε. Γ. αντίστοιχα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και το από Μαρτίου 1972 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Λ. και αφετέρου παραμόρφωσε το, ως άνω, τοπογραφικό διάγραμμα. Αμφότεροι οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι ελέγχονται απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι δεν προβλέπονται, κατά τα προεκτεθέντα, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, πέραν του ότι όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία ρητά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επί πλέον δε το τοπογραφικό διάγραμμα φέρει το χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔ και δεν υπόκειται σε παραμόρφωση (ΑΠ 1471/2014).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2018 αίτηση του Ι. Λ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 36/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ