Legislator Case Law & Legislation
459/2018 AI generated

459/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 459/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 459 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 459/2018

Legislator headnote

AI generated

459/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 459 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 459/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 459 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 459/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΟΡΙΝΟΥ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ" και ήδη με την επωνυμία "ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΠΑΡΑΛΙΑΣ ΚΟΡΙΝΟΥ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ ΚΟΙΝΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ο.Τ.Α." και το διακριτικό τίτλο "Α.Α.Π.Κ. ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ ΚΟΙΝΗ Α.Ε. Ο.Τ.Α." που εδρεύει στον Κορινό Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2652/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/4/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 22/9/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1,2 και 4 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και στην περίπτωση, που τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατ' αυτήν. Η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προσκομίζει και επικαλείται την υπ' αριθ. .../25-5-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Ζ. Μ., από την οποία προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 16-4-2015 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 2-10-2017 και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α και γ ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 16-4-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2652/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 19-12-2011 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 213/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία είχε ομοίως απορρίψει την από 23-3-2009 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης περί καταβολής ποινικής ρήτρας, αποζημίωσης (θετικής και αποθετικής) και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω άκυρης καταγγελίας εκ μέρους της τελευταίας της μεταξύ τους σύμβασης έργου οδοποιίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή προσφεύγει σ' αυτούς, καίτοι δέχεται ανέλεγκτα ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή αφού διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία και προσέφυγε στους εν λόγω κανόνες προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ ΑΠ 26/2004). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς και των παραπάνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1299/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Η αοριστία δε του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 901/2010). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος του από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά τη δοθείσα από αυτό ερμηνεία των όρων 6ου και 12ου της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης σύμβασης, σχετικά με τη δήλωση βούλησής τους ως προς τον πραγματικό χρόνο έναρξης ισχύος της τριετούς προθεσμίας περάτωσης του έργου οδοποιίας, που είχε αναλάβει στον παραλιακό οικισμό … Πιερίας και των περαιτέρω εννόμων συνεπειών και ειδικότερα αν η τριετής προθεσμία περάτωσης του έργου άρχιζε από την υπογραφή της σύμβασης ή αν προαπαιτούμενο για την έναρξη των εργασιών ήταν η θέσπιση του ΠΔ για την έγκριση του πολεοδομικού σχεδίου του άνω παραλιακού οικισμού. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, παρά μόνο αποσπασματικά, όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις του νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου ( ΑΠ 701/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την αληθή του έννοια, γιατί το εφετείο παρέλειψε να απαντήσει σε ουσιωδώς προβαλλόμενο από αυτή, κατά τον πρώτο και δεύτερο βαθμό, ισχυρισμό, "ότι η θέσπιση του ΠΔ απαιτούσε το μοναδικό προαπαιτούμενο για την έναρξη των εργασιών". Ο ισχυρισμός όμως αυτός, πέραν της αοριστίας του, δεν θεμελιώνει "πράγματα" υπό την ανωτέρω έννοια και συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 253/2013). Εξάλλου, από τα άρθρα 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή στερείται νόμιμης βάσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προσβαλλόμενου λόγου αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι οι αιτιολογίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για το άνω κρίσιμο ζήτημα της ερμηνείας των 6ου και 12ου όρων της σύμβασης είναι αντιφατικές αλλά και ανεπαρκείς. Και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, παρά μόνο αποσπασματικά, όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 129/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, λόγω της ερημοδικίας της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-4-2015 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2652/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ