459/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 459 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated459/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 459 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 459 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμό 459/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 20 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Δ. Δ., 2) Χ. Δ. Δ., κατοίκου ... και 3) Γ. Δ. Δ., κατοίκου .... Ο τρίτος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. για τον εαυτό του και για τον δεύτερο και για τον πρώτο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ε. Β. και δήλωσε ότι απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α) Μ. Δ. του Χ., β) Α. Μ. του Ν., γ) Δ. Δ. του Ν. και δ) Χ. Δ. του Ν., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος ανακάλεσε την από 13.5.2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.3.2008 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 573/2011 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24.7.2012 αίτησή τους και τους από 31.7.2013 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 9.9.2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Κριμπά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. Σκέφθηκε κατά το νόμο Ι. Παραδεκτά επαναλαμβάνεται η εξαιτίας του θανάτου στις 27.5.2014 του πρώτου αναιρεσείοντος μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως στις 24.7.2012, διακοπείσα δίκη με σχετική δήλωση των εμφανισθέντων στο ακροατήριο μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του 1) ) Μ. Δ. του Χ., β) Α. Μ. του Ν., γ) Δ. Δ. του Ν. και δ) Χ. Δ. του Ν., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
ΙΙ. Με τα κρινόμενα από 24.07.2012 αίτηση αναίρεσης και από 31.7.2013 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 573/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία έκανε δεκτή την ασκηθείσα έφεση των εδώ αναιρεσειόντων κατά της 180/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, εξαφανισθείσης δε της τελευταίας απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσίαν. Με την πρωτόδικη αυτή απόφαση είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσειόντων με αίτημα την αναγνώρισή τους ως συγκυρίων επιδίκου τμήματος, καθώς και την αναγνώριση ότι κανένα τμήμα γης της περιγραφομένης στην αγωγή τους εκτάσεως δεν κατακλύζεται από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της θάλασσας στην περιοχή, ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η παράβαση (η μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσης, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (βλ. Ολ.ΑΠ 8/2005, ΕλΔικ. 46,695), δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό. Όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004) ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ. ΑΠ 13/2005). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποία διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, β) ο κανόνας δικαίου, στου οποίου την εξειδίκευση εσφαλμένα δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν και γ) σε τι συνίσταται η παράβαση (ΑΠ 1021/2010). Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο έως και έβδομο (κατά το πρώτο σκέλος των τριών τελευταίων) του κυρίου δικογράφου, καθώς και με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προεκτεθείσα διάταξη πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με το να μη δεχθεί αυτή (απόφαση) α) τα αναφερόμενα σε μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες) του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ., σχετικά με τη δυνατότητα να φύονται συγκεκριμένα χόρτα σε θαλάσσιο περιβάλλον (τρίτος λόγος), β) τα περιεχόμενα σε μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσες τεχνικές εκθέσεις επί αεροφωτογραφιών περί μη εισόδου θαλασσίου ύδατος στο επίδικο ακίνητο (τέταρτος λόγος), γ) τα διαλαμβανόμενα σε μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσα από το αναιρεσίβλητο τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού της Υπηρεσίας του νομού Μαγνησίας Β. Χ. ως αποδειχθέντα (πέμπτος λόγος, α’ σκέλος αυτού), δ) με το να συνάγει από την κατάθεση συγκεκριμένης μάρτυρος (Μ. Σ.) συμπεράσματα σχετικά με την είσοδο του κύματος εντός του επιδίκου (έκτος λόγος, α’ σκέλος αυτού), ε) με το να συνάγει από τη μαρτυρική κατάθεση (Μ. Σ.) ότι έχει χωρήσει μετακίνηση του φράκτη του επιδίκου προς τη θάλασσα και ότι δεν υπάρχει πλέον δρόμος στην περιοχή (έβδομος λόγος, α’ σκέλος αυτού), στ) με το να κρίνει αναξιόπιστους συγκεκριμένους μάρτυρες και να μη λάβει υπόψη τις καταθέσεις τους (πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πρόσθετο λόγο). Η ως άνω πλημμέλεια ως εκτίθεται στους αναφερόμενους λόγους συνδέεται αποκλειστικά είτε με την εκτίμηση των αναφερομένων στους προαναφερόμενους λόγους αποδεικτικών μέσων (ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων, τεχνικών εκθέσεων επί αεροφωτογραφιών και μαρτυρικών καταθέσεων) είτε με την εκτίμηση της αξίας αυτών, ενώ εξ ετέρου ουδόλως προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, για αυτό και οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας παραγράφου, τυγχάνουν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ’ αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο που την εξέδωσε οδηγήθηκε στην κρίση του για την έλλειψη της κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων επί του επίδικου ακινήτου και απόρριψη της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας αυτών αγωγής ύστερα από εκτίμηση τόσο των καταθέσεων των μαρτύρων Ι. Χ., Α. Ζ. και Ά. Τ. (τις οποίες μάλιστα αξιολογεί ως προς την αξιοπιστία τους σχετικά με επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου για το πριν το έτος 1915 χρονικό διάστημα), όσο και των αναφερομένων τεσσάρων συμβολαίων, τα οποία ρητώς μνημονεύει, γι’ αυτό και οι από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, ενώ οι σχετικές με την αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται κατ’ άρθρο 561 Κ.Πολ.Δ. σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, οι επικαλούμενες με τον δεύτερο λόγο πλημμέλειες από τους αριθμούς 8,19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι, διότι αναφέρονται μόνο αριθμητικώς οι λόγοι αυτοί χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών που να τους στοιχειοθετούν. V. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 28/1997 και 30/1997). Αντιθέτως, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανάλυση και στάθμισή τους (ΑΠ 353/2004).
Συνεπώς, οι από την ως άνω διάταξη πέμπτος, έκτος και έβδομος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτών, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης, που συνίσταται είτε στη λήψη υπόψη, μολονότι ήταν αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής κρίσεως, η αναφερόμενη έκθεση αυτοψίας, είτε σε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ίδια έκθεση αυτοψίας και τις μαρτυρικές καταθέσεις , είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας παραγράφου, απαράδεκτοι και για το λόγο αυτό απορριπτέοι. VI. Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά. Με τον όγδοο λόγο και τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού του κοινοχρήστου χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από αυτά. Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι’ αυτό πρέπει οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμοι. VII. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Αντιθέτως δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Εξ άλλου, ο ως άνω αναιρετικός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ολ.ΑΠ 25/2003).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, η οποία όμως αναφέρεται αποκλειστικά σε συμπεράσματα του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και στην αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων, ενώ με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη, κατ’ ορθή υπαγωγή (και όχι από τον αρ.11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) πλημμέλεια, που συνίσταται στη μη εξέταση του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί κτήσεως της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου δια χρησικτησίας που είχε συμπληρωθεί πριν από το έτος 1915. Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ο μεν πρώτος διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του περιστατικά δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την έννοια της επικαλούμενης, ως άνω, διατάξεως, ο δε δεύτερος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως αβάσιμο.
Ακολούθως, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν τόσο η αίτηση αναιρέσεως όσο και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου ( Κ.Πολ.Δ. 176, 183) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1,3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ.. 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.07.2012 αίτηση των 1) Ν. Δ. Δ., ο οποίος κληρονομήθηκε από τους: α) Μ. Δ. του Χ., β) Α. Μ. του Ν., γ) Δ. Δ. του Ν. και δ) Χ. Δ. του Ν., 2) Χ. Δ. Δ., και 3) Γ. Δ. Δ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 573/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Αρεοπαγίτης Η Γραμματέας
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2017.
Η Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης Η Γραμματέας